Η ακολουθία του αγιασμού των υδάτων είναι από τις πλέον αγαπητές πράξεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συνδέεται άμεσα με τη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν· υπάρχει και ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός, που τελείται σε διάφορες περιστάσεις του εκκλησιαστικού βίου. Η διάκριση ανάμεσα στον Μεγάλο και τον Μικρό Αγιασμό δεν είναι πάντοτε κατανοητή, καθώς η λαϊκή ορολογία συχνά συγχέει τις δύο τελέσεις. Το παρόν άρθρο αποσαφηνίζει τα λειτουργικά δεδομένα, εκθέτει τη θεολογία του αγιασμού της κτίσεως και δίνει πρακτικές απαντήσεις για τη χρήση του.

Οι δύο τελέσεις του Μεγάλου Αγιασμού

Ο Μέγας Αγιασμός τελείται δύο φορές: την παραμονή των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου) και ανήμερα της εορτής (6 Ιανουαρίου). Και οι δύο τελέσεις είναι ισότιμες· δηλαδή και η ακολουθία της παραμονής είναι πλήρης Μέγας Αγιασμός. Αυτό πρέπει να τονίζεται με σαφήνεια, διότι σε πολλά μέρη η τελετή της παραμονής ονομάζεται λαϊκά «μικρός αγιασμός», «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν αντιστοιχεί στην τεχνική ορολογία της Εκκλησίας. Ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός είναι μία διαφορετική, σύντομη ακολουθία, που δεν έχει καμία σχέση με την ακολουθία της παραμονής των Φώτων. Επομένως, όποιος λαμβάνει αγιασμό από την παραμονή έχει τον ίδιο Μεγάλο Αγιασμό με εκείνον της κυριωνύμου ημέρας.

Η ευχή του Μεγάλου Αγιασμού φέρει στο λειτουργικό κείμενο την επιγραφή «Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων» και αρχίζει με τους στίχους: «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου». Κατά την κατάδυση του Σταυρού ψάλλεται εκ τρίτου το απολυτίκιο «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε…» και το κοντάκιο «Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ».

Ο Μικρός Αγιασμός ως ξεχωριστή ακολουθία

Ο Μικρός Αγιασμός είναι πράγματι μικρότερη και διαφορετική ακολουθία. Το χαρακτηριστικό τροπάριό του είναι: «Νῦν ἐπέστη ὁ καιρός, ὁ πάντας ἁγιάζων…». Άλλες ευχές του είναι η «Θεὲ μεγαλώνυμε, ὁ ποιῶν θαυμάσια…» και η τελική «Κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου». Ο Μικρός Αγιασμός τελείται την πρώτη κάθε μηνός, την 1η Αυγούστου στην Πρόοδο του Τιμίου Σταυρού, την Παρασκευή της Διακαινησίμου (Ζωοδόχος Πηγή), τη Μεσοπεντηκοστή, στα εγκαίνια ναών, στα σπίτια, στους αγιασμούς σχολείων και έργων. Δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τον Μέγα Αγιασμό, αν και και στις δύο περιπτώσεις το νερό αγιάζεται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και την κατάδυση του Τιμίου Σταυρού.

Η θεολογία του αγιασμού της κτίσεως

Γιατί αγιάζεται το νερό; Η θεολογική βάση βρίσκεται στη Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη. Με την κατάδυσή Του ο Κύριος αγίασε τη φύση των υδάτων, και κατ’ επέκταση ολόκληρη την κτίση. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την ύλη ως κάτι κακό, αλλά τη δέχεται ως δημιούργημα του Θεού, που μπορεί να γίνει φορέας της θείας Χάριτος. Όπως ψάλλουμε το απολυτίκιο «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε…», η κατάδυση του Σταυρού ανακαλεί αυτό ακριβώς το γεγονός. Η ύλη (το νερό) αγιάζεται επειδή ο Θεός έλαβε σάρκα. Αυτή είναι η απάντηση σε κάθε τάση απο-ϋλοποιήσεως της πίστεως, που θα ήθελε τον Χριστιανισμό ως καθαρά πνευματική θρησκεία χωρίς αγιασμό της δημιουργίας.

Στο ίδιο το λειτουργικό κείμενο ζητείται ο Αγιασμός να γίνει «ἀφθαρσίας πηγή». Δεν πρόκειται για μαγική ή μηχανική μεταβολή της μοριακής δομής του νερού· η Εκκλησία μιλά για χάρη και ενέργεια, για αφθαρσία και πνευματική δύναμη. Ο αγιασμός δεν αλλοιώνει τη φυσική σύσταση του νερού, αλλά το καθιστά δοχείο της θείας Χάριτος.

Ο αγιασμός σε σχέση με τη Θεία Κοινωνία

Ο Μέγας Αγιασμός κατατάσσεται σε τάξη αγιότητας αμέσως μετά τη Θεία Κοινωνία, αλλά δεν την αντικαθιστά. Αυτό είναι κρίσιμο: ο αγιασμός είναι μεγάλη ευλογία, όμως η Θεία Ευχαριστία παραμένει η κορυφή της μυστηριακής ζωής. Εκείνος που πίνει αγιασμό δεν κοινωνεί· ο αγιασμός δεν έχει τον χαρακτήρα του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Όπου ακούγεται ότι ο αγιασμός «αντικαθιστά» τη Θεία Κοινωνία, πρόκειται για παρανόηση. Η Εκκλησία τον τιμά ως μέγα αγιαστικό μέσο, αλλά πάντοτε σε αναφορά προς τη Θεία Ευχαριστία.

Πρακτικές οδηγίες: πότε πίνουμε και πώς φυλάσσουμε

Ο Μέγας Αγιασμός πίνεται κατά κανόνα νηστικοί, δηλαδή πριν από κάθε τροφή ή ποτό. Η γενική αρχή είναι ότι λαμβάνεται με ευλάβεια και προσευχή, όπως αρμόζει σε αγιαστικό μέσο. Ωστόσο, για την ημέρα των Θεοφανείων υπάρχει ευρέως διαδεδομένη ενοριακή πράξη να μοιράζεται αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να απαιτείται νηστεία, «ἀντὶ ἀντιδώρου». Η πράξη αυτή δεν εντοπίστηκε ρητά σε κάποιο τυπικό κείμενο (ούτε του Βιολάκη ούτε αγιορειτικό), γι’ αυτό και παρουσιάζεται ως τοπική ή κανονική ενοριακή συνήθεια, όχι ως δεσμευτικός κανόνας. Όπου η παράδοση διαφέρει, ακολουθείται η τοπική πράξη με υπακοή και διάκριση.

Επίσης, υποστηρίζεται ποιμαντικά, αν και χωρίς ρητή επιβεβαίωση σε πρωτογενή πηγή, ότι όσοι τελούν υπό επιτίμιο ή εμποδίζονται από τη Θεία Κοινωνία μπορούν να πίνουν αγιασμό, καθώς ο αγιασμός δεν έχει τις ίδιες προϋποθέσεις καθαρότητας με τη Θεία Ευχαριστία. Η πληροφορία αυτή πρέπει να εκλαμβάνεται με επιφύλαξη και όχι ως κανόνας.

Ο αγιασμός φυλάσσεται με ευλάβεια, συνήθως σε καθαρό δοχείο, σε ευπρεπές σημείο του σπιτιού. Αν για οποιονδήποτε λόγο χυθεί ή παλιώσει, δεν πρέπει να ρίχνεται στην αποχέτευση· ρίχνεται σε καθαρό, αβάδιστο σημείο ή στη γη, κατ’ αναλογίαν με το αντίδωρο. Η διάρκεια φυλάξεως και ο τρόπος απορρίψεως του παλαιού αγιασμού αποτελούν συνήθη πράξη, χωρίς ενιαία κανονική πηγή.

Ο αγιασμός δεν είναι φυλακτό, δεν «πιάνει» μαγικά, δεν πίνεται «για το κακό μάτι». Η δύναμή του έγκειται στη χάρη του Θεού και στην πίστη εκείνου που τον λαμβάνει. Κάθε μαγική αντίληψη αλλοιώνει τον χαρακτήρα του και τον καθιστά απλό έθιμο.

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Ο αγιασμός είναι δώρο της Εκκλησίας που μας υπενθυμίζει ότι ο Θεός προσέλαβε την κτίση για να την αγιάσει. Ας τον δεχόμαστε με ευλάβεια, προσευχή και ταπείνωση, χωρίς δεισιδαιμονίες, και ας τον χρησιμοποιούμε ως μέσο ενισχύσεως στον πνευματικό αγώνα, πάντοτε σε αναφορά προς τη Θεία Ευχαριστία, που είναι η πηγή και το τέλος της ζωής μας.