Η Παλαιά Διαθήκη για τον δανεισμό, το χρέος και τον τόκο
Αναφορές για τον δανεισμό και τον τόκο
Στην Παλαιά Διαθήκη η τοκογλυφία εμφανίζεται στις βιβλικές περικοπές με δύο έννοιες: είτε ως neshekh που σημαίνει «δάγκωμα» και αφορά την απαίτηση τόκου –η οποία δυσχεραίνει τα μέγιστα τον οφειλέτη– είτε ως marbit ή tarbit που σημαίνει «αύξηση» και αφορά στην επιδίωξη τόκου από πλευράς δανειστή1.
Οι κύριες διατάξεις που απαγόρευαν τον τόκο ή βοηθούσαν στην κατανόηση της απαγόρευσής του, εμφανίζονται στο Δευτερονόμιον, στην Έξοδον και στο Λευιτικόν2.
Στο Δευτερονόμιο (19, 21) αναφέρεται:
21 οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ· ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος, χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός.
δηλαδή3:
21 Κανένα δεν θα λυπάστε. Θ’ ανταποδίδετε ζωή αντί ζωής, οφθαλμόν αντό οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χέρι αντί χεριού και πόδι αντί ποδιού.
Στο 23, 20-21:
20 Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καὶ τόκον βρωμάτων καὶ τόκον παντὸς πράγματος, οὗ ἐὰν ἐκδανείσῃς.
21 τῷ ἀλλοτρίῳ ἐκτοκιεῖς, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου οὐκ ἐκτοκιεῖς, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν.
δηλαδή4:
20 μη δανείσεις στο συμπατριώτη σου χρήματα με τόκο ή τρόφιμα με τόκο ή οτιδήποτε άλλο δανειστεί από σένα.
21 Από τον ξένο να παίρνεις τόκο, αλλά από τον ομοεθνή σου δεν θα πάρεις, για να σε ευλογεί ο Κύριος, ο Θεός σου, σε οτιδήποτε επιχειρείς, στη χώρα που πηγαίνετε για να την πάρετε για ιδιοκτησία σας.
Στην Έξοδο (21, 22-25), και σε συνάφεια –ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης– με το Δευτερονόμιο, αναφέρεται:
22 ἐὰν δὲ μάχωνται δύο ἄνδρες καὶ πατάξωσι γυναῖκα ἐν γαστρὶ ἔχουσαν καὶ ἐξέλθῃ τὸ παιδίον αὐτῆς μὴ ἐξεικονισμένον, ἐπιζήμιον ζημιωθήσεται· καθότι ἂν ἐπιβάλῃ ὁ ἀνὴρ τῆς γυναικός, δώσει μετὰ ἀξιώματος·
23 ἐὰν δὲ ἐξεικονισμένον ᾖ, δώσει ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς,
24 ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος, χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός,
*25 κατάκαυμα ἀντὶ κατακαύματος, τραῦμα ἀντὶ τραύματος, μώλωπα ἀντὶ μώλωπος. *
Δηλαδή, αν προκληθεί σωματική βλάβη σε μια γυναίκα έγκυο τότε ο υπαίτιος μπορεί να τιμωρηθεί με υποχρεωτική καταβολή αποζημίωσης καθώς και να εφαρμοστεί η αρχή «ζωή αντί ζωής», «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», «οδόντα αντί οδόντος», «χέρι αντί χεριού», «πόδι αντί ποδιού», «έγκαυμα αντί εγκαύματος», «πληγή αντί πληγής», «χτύπημα αντί χτυπήματος»5.
Επίσης, στο Λευιτικόν (25, 35-38) αναφέρεται:
35 ᾿Εὰν δὲ πένηται ὁ ἀδελφός σου ὁ μετὰ σοῦ καὶ ἀδυνατήσῃ ταῖς χερσὶ παρὰ σοί, ἀντιλήψῃ αὐτοῦ ὡς προσηλύτου καὶ παροίκου καὶ ζήσεται ὁ ἀδελφός σου μετὰ σοῦ.
36 οὐ λήψῃ παρ᾿ αὐτοῦ τόκον, οὐδὲ ἐπὶ πλήθει· καὶ φοβηθήσῃ τὸν Θεόν σου, ἐγὼ Κύριος, καὶ ζήσεται ὁ ἀδελφός σου μετὰ σοῦ.
37 τὸ ἀργύριόν σου οὐ δώσεις αὐτῷ ἐπὶ τόκῳ καὶ ἐπὶ πλεονασμῷ οὐ δώσεις αὐτῷ τὰ βρώματά σου.
38 ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, δοῦναι ὑμῖν τὴν γῆν Χαναάν, ὥστε εἶναι ὑμῶν Θεός.
δηλαδή6:
35 Αν ένας συμπατριώτης σου, που ζει κοντά σου, φτωχύνει και δυστυχήσει, εσύ πρέπει να τον ενισχύσεις, όπως θα έκανες αν ήταν ξένος ή πάροικος, ώστε να μπορέσει να ζήσει κι αυτός μαζί σου.
36-37 Δεν επιτρέπεται να του πάρεις τόκο ή κάποιο πρόσθετο ποσό από τα χρήματα που θα του δανείσεις, ούτε θα βγάλεις κανένα κέρδος από την τροφή που θα του πουλήσεις. Να υπολογίζεις τον Θεό σου, ώστε να επιβιώσει κι ο συμπατριώτης σου μαζί σου.
38 Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σας που σας έβγαλα από την Αίγυπτο, για να σας δώσω τη χώρα της Χαναάν και να είμαι Θεός σας.
Από τα ως άνω χωρία, προβλέπεται η αντεκδίκηση ή ακόμη η ανταπόδοση, η οποία χρησιμεύει για να υποστηρίξει τη θέση της λήψης τόκων των Εβραίων από τρίτους, από εθνικούς. Εφόσον οι Εβραίοι πληρώνουν τόκο σε εθνικούς, δικαιούνται και αυτοί να λαμβάνουν τόκο όταν δανείζουν.
Παρατηρείται, λοιπόν, μια διαφοροποίηση πολιτικής ή μια διάκριση μεταξύ Ιουδαίων και τρίτων (εθνικών). Ένας Ιουδαίος απαγορεύεται να λάβει τόκο από έναν ομοεθνή του, αλλά είναι νόμιμο και ηθικό να λαμβάνει τόκο από έναν ξένο, έναν αλλόθρησκο δανειζόμενο.
Μία άλλη διάσταση του ζητήματος παραδίδεται στις Παροιμίες Σολομώντος (19, 17):
17 δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ.
δηλαδή7:
17 Όποιος σπλαχνίζεται φτωχό, τον Κύριο δανείζει, κι αυτός ανάλογα με το έργο του θα του το ανταποδώσει.
Στο δε 28, 8:
8 ὁ πληθύνων τὸν πλοῦτον αὐτοῦ μετὰ τόκων καὶ πλεονασμῶν, τῷ ἐλεῶντι πτωχοὺς συνάγει αὐτόν.
δηλαδή8:
8 Όποιος πληθαίνει τ’ αγαθά του με τοκογλυφίες, τα βλέπει να περνούν σ’ εκείνον που τους φτωχούς σπλαχνίζεται.
Αναφορά για τον δανεισμό και τον τόκο συναντάμε επίσης στο βιβλίο τού Ιεζεκιήλ (18, 7-8) όπου αναφέρεται:
7 καὶ ἄνθρωπον οὐ μὴ καταδυναστεύσῃ, ἐνεχυρασμὸν ὀφείλοντος ἀποδώσει καὶ ἅρπαγμα οὐχ ἁρπᾶται, τὸν ἄρτον αὐτοῦ τῷ πεινῶντι δώσει καὶ γυμνὸν περιβαλεῖ
*8 καὶ τὸ ἀργύριον αὐτοῦ ἐπὶ τόκῳ οὐ δώσει καὶ πλεονασμὸν οὐ λήψεται καὶ ἐξ ἀδικίας ἀποστρέψει τὴν χεῖρα αὐτοῦ, κρίμα δίκαιον ποιήσει ἀνὰ μέσον ἀνδρὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πλησίον αὐτοῦ *
δηλαδή9:
7 Δεν καταπιέζει άνθρωπο, αλλά δίνει πίσω το ενέχυρο στον οφειλέτη, μοιράζεται το ψωμί του μ’ εκείνον που πεινάει και δίνει ρούχα στον γυμνό να σκεπαστεί.
8 Δεν δανείζει τοκογλυφικά, δεν παίρνει καν τόκο, δεν κάνει αδικίες, αλλά κρίνει δίκαια τις διαφορές των άλλων.
Ενώ στο 18,13 αναφέρεται:
13 μετὰ τόκου ἔδωκε καὶ πλεονασμὸν ἔλαβεν, οὗτος ζωῇ οὐ ζήσεται, πάσας τὰς ἀνομίας ταύτας ἐποίησε, θανάτῳ θανατωθήσεται, τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν ἔσται.
δηλαδή10:
13 Δανείζει τοκογλυφικά και ζητάει τόκο. Αυτός ο γιος δεν θα ζήσει, θα τιμωρηθεί και εξάπαντος θα πεθάνει, γιατί έκανε όλες αυτές τις βδελυρές πράξεις.
Αυτή η παράθεση των κειμένων με την ερμηνεία τους βοηθά ουσιαστικά να αντιληφθούμε ότι στην Παλαιά Διαθήκη απαγορεύεται ο έντοκος δανεισμός μεταξύ Εβραίων, αλλά επιτρέπεται όταν Εβραίος δανείζει χρήματα σε μη Εβραίο. Επιβεβαιώνεται μέσα από την αντίληψη αυτή, η σημασία που είχε στον Μωσαϊκό Νόμο η ενότητα της κοινότητας και η προστασία και η ασφάλεια των μελών της φυλής, με απώτερο σκοπό την βέβαιη ειρήνη τοι κοινωνικού συνόλου, της κοινότητας.
Η αδελφότητα στην εβραϊκή φιλοσοφική αντίληψη έχει έννοια αμιγώς φυλετική, σε αντίθεση με τη χριστιανική κοινότητα που έχει οικουμενική διάσταση αλλά και την ισλαμική που έχει θρησκευτική υπερ-φυλετική διάσταση11.
Διαγραφή χρεών κατά το Σαββατικό και το Ιωβηλαίο έτος
Η εβραϊκή λέξη sabbat που σημαίνει Σάββατο, χρησιμοποιείται στη Παλαιά Διαθήκη δηλώνοντας κυρίως την ημέρα του Σαββάτου, την εβδομάδα και το σαββατικό έτος. Το Σάββατο οι Ισραηλίτες έπρεπε να καταπαύουν οποιαδήποτε εργασία και αντίστοιχα κατά το σαββατικό έτος η γη έπρεπε να αναπαύεται (αγρανάπαυση). Θεωρείτο ως ένας θεσμός κοινωνικής δικαιοσύνης12.
Το σαββατικό έτος γνωστό ως semittah στα εβραϊκά, όπως παρουσιάζεται στο Λευ. 25, τελεί σε συνάφεια με το ιωβηλαίο έτος13. Το σαββατικό έτος στηρίζεται στον θεσμό της αργίας του Σαββάτου. Η αργία του Σαββάτου είχε γενική ισχύ για όλους ανεξαιρέτως τους Ισραηλίτες· οποιαδήποτε δραστηριότητα έπαυε κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας.
Πέραν της αγρανάπαυσης κατά το Σαββατικό έτος, δεύτερο ιερά θεσμικό στοιχείο ήταν η παραγραφή όλων των χρεών. Τόσο το Ιωβηλαίο όσο και το Σαββατικό έτος αφορούσαν και αφορούν σαφώς στην ιδιοκτησία γαιών και δούλων, σκλάβων.
Ο υπολογισμός του Ιωβηλαίου έτους, το οποίο στηρίζεται στο Σαββατικό, θα ήταν αδύνατος, αν κατά το σαββατικό έτος ο κάθε γεωργός καθόριζε μόνος του το πρόγραμμα αγρανάπαυσης14. Το Ιωβηλαίο έτος (στα εβραϊκά yobel) εορταζόταν κάθε πεντηκοστό έτος και, σύμφωνα με τους Ισραηλίτες, σε όλη τη χώρα η εορτή τελείτο διά δυνατών σαλπισμάτων κατά την ημέρα της εορτής του Εξιλασμού15. Επρόκειτο για έναν κοινωνικό μηχανισμό με τον οποίο κάθε ιδιοκτησία που στο πέρασμα του χρόνου είχε πωληθεί λόγω χρεών, επέστρεφε στον αρχικό της ιδιοκτήτη. Ειδικότερα κατά το Ιωβηλαίο έτος ίσχυαν τα εξής16: α) αποχή από την καλλιέργεια για έναν ολόκληρο χρόνο (αγρανάπαυση), β) απελευθέρωση όλων των δούλων, γ) επιστροφή κάθε ιδιοκτησίας στον αρχικό ιδιοκτήτη και δ) παραγραφή κάθε χρέους.
Το ιωβηλαίο είναι πιθανώς ο πιο ολοκληρωμένος «θεσμός» κοινωνικής δικαιοσύνης του αρχαίου Ισραήλ17. Ιδίως για το τέταρτο στοιχείο, η παραγραφή των χρεών δεν μνημονεύεται στο Λευιτικό, μνημονεύεται όμως: α) στο Δτ. 15:1-11, όπου φαίνεται πως πρόκειται για ταυτόχρονη γενική παραγραφή, β) στο Β΄ Έσδ. 20:32 και γ) στον Ιώσηπο.
Συγκεκριμένα, στο Δτ. 15:1-1118 αναφέρεται ευσυνόπτως ότι πρέπει κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει την οικονομική δύναμη (ευρωστία), να δανείζει τον ενδεή πλησίον, αλλά με μία διαφορά: στον ομόφυλο-αδελφό κάθε επτά έτη ο δανειστής θα παρέχει άφεση χρεών, διότι δεν επιτρέπεται μεταξύ των Ισραηλιτών να υπάρχει φτωχός και μάλιστα εξαιτίας χρέους. Ο αλλοεθνής, όμως, να δανείζεται με τόκο και να αποπληρώνει κανονικά. Στην πρώτη περίπτωση ο Ισραηλίτης θα έχει την ευλογία του Θεού και θα αμειφθεί στη ζωή του με αγαθά και χρήματα. Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να λυπηθεί η καρδιά του δανειστή από το χάρισμα της οφειλής. Ολοπρόθυμα θα πρέπει να δανείσει και ολοπρόθυμα να χαρίσει το χρέος. Τότε ο Θεός θα τον ικανώσει ώστε ο λαός του Ισραήλ να είναι άρχων και να δανείζει πολλούς άλλους λαούς χρεώνοντάς τους.
Ουσιαστικά στο εν λόγω χωρίο περιγράφονται οι διατάξεις για την παραγραφή των χρεών, ενώ στη συνέχεια (Δτ. 15:12-18) αναφέρονται οι διατάξεις για τη παραγραφή των δούλων. Οι διατάξεις παραγραφής των χρεών είχαν γενική ισχύ, για όλον το λαό.
Γενικά, θεωρείται ότι το Δτ. (15, 1-11), ακολουθεί το μοτίβο τού Εξ. (23, 10-11) και ασφαλώς το νέο στοιχείο που προστίθεται είναι η παραγραφή των χρεών στο έτος της αγρανάπαυσης της Εξόδου19. Ο ξένος, στην Έξοδο και στο Λευιτικό, εξαιρείται των διατάξεων φιλανθρωπίας· δηλαδή, από τον ξένο μπορεί σαφώς και ρητώς να απαιτηθεί το δάνειο. Εξόχως σημαντικό επί του παρόντος είναι το γεγονός ότι η παραγραφή αφορούσε το σύνολο του χρέους και οριστικό τρόποo· δεν γινόταν λόγος για παράταση ορισμένου χρόνου προς εξόφληση του χρέους.
Στην Έξοδο (21, 1-11) περιγράφεται και η απελευθέρωση των δούλων στο έβδομο έτος. Η δουλεία αυτή είχε σχέση, δευτερογενώς, με τα χρέη. Δεν προερχόταν από δούλους πολέμου, αλλά, αντίθετα, επρόκειτο για ομοεθνείς που, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών, αναγκάζονταν να πωληθούν οι ίδιοι ως δούλοι, προκειμένου να εξαγοράσουν με την εργασία τους τα χρέη20. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η περίοδος εργασίας ενός Εβραίου δούλου διαρκούσε έξι χρόνια, καθώς, κατά το έβδομο έτος, θα έπρεπε αυτός να ελευθερωθεί.
Η απελευθέρωση του δούλου αφορούσε μόνο στον ίδιο και όχι στη γυναίκα του και τα παιδιά του, αν αποκτήθηκαν αργότερα. Είχε επίσης τη δυνατότητα να παραμείνει μόνιμα, αν το επιθυμούσε, με τον κύριό του ακολουθώντας την απαιτούμενη διαδικασία.
Η απελευθέρωση από τα χρέη και από τη δουλεία ήταν γνωστή και στην Αρχαία Ελλάδα μέσα από τη μεταρρύθμιση του Σόλωνα, τη γνωστή «σεισάχθεια». Η λέξη σεισάχθεια (σείω + ἄχθος) δηλώνει ξεκούραση, όπως ακριβώς και η εβραϊκή λέξη semittah. Παρόμοια ο ακκαδικός όρος subarru σημαίνει αφήνω από το χέρι και είναι συνώνυμος με τον εβραϊκό semittah.
Η Καινή Διαθήκη για τον δανεισμό, το χρέος και τον τόκο
Κυριακή Προσευχή: αίτημα στον Θεό για άφεση αμαρτιών και χρεών. Η δύναμη του συμβολισμού
Η Κυριακή Προσευχή (Μτθ. 6,9-13) κατέχει κεντρική και δεσπόζουσα θέση σε όλη την επί του όρους Ομιλία του Κυρίου. Η αναφορά του προσευχομένου πιστού στον Θεό ως Πατέρα δεν φανερώνει μόνο την στενή σχέση/εξάρτηση και οικειότητα, αλλά δείχνει και την ιδιαίτερη στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού ζωοδότη, μια στάση πλήρους υιότητας προς τη θεία πατρότητα21.
Στη «Κυριακή Προσευχή» με το αίτημα «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», μετατοπίζεται το ενδιαφέρον μας από τις προσωπικές πνευματικές και υλικές ανάγκες στο κύριο ηθικό θέμα των αμαρτιών, το οποίο χαρακτηρίζει τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας αλλά και με τον ίδιο τον Θεό22.
Όπως ο Θεός χάρισε την μεγάλη οφειλή των «μυρίων ταλάντων» στον δούλο της παραβολής, όμοια θα έπρεπε και εκείνος ο δούλος να διαγράψει το μικρό και ασήμαντο χρέος από τον ταλαίπωρο σύν-δουλό του που ήταν ανίκανος να εξοφλήσει τα ευτελή «ἑκατὸν δηνάρια» (Μτθ. 18,21-35). Τίθεται, δηλαδή, ως δίδαγμα ότι, αν εμείς συγχωρούμε τα απλά σφάλματα των άλλων, τότε ο Θεός θα συγχωρήσει τις βαριές δικές μας αμαρτίες.
Το ζητούμενο του αιτήματος αυτού της προσευχής δεν αναφέρεται στις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό αλλά στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων στην καθημερινή τους ζωή. Η έννοια του Θεού χρησιμοποιείται εδώ ως καταλύτης και κριτήριο για τις ανθρώπινες σχέσεις23.
Στις διαπροσωπικές σχέσεις έγκειται το μεγάλο ‘δράμα’ της πτώσης μας ή το λυτρωτικό γεγονός της σωτηρίας μας, το κριτήριο της συγγνώμης και της άφεσης των αμαρτιών μας.
Ο Θεός συγχωρεί, διότι κατανοεί και είναι Πανάγαθος. Στις αδυναμίες και τις ατέλειες των ανθρώπων απαντάει με αγάπη, έλεος και άφεση αμαρτιών. Εμείς δεν συγχωρούμε, επειδή δεν κατανοούμε την αδυναμία του ανθρώπου, τη συγγνώμη και την αγάπη των άλλων προς το πρόσωπό μας24.
Μέσα από την Κυριακή Προσευχή πρέπει να θυμόμαστε τα οφειλήματά μας, τα χρέη μας προς τους συνανθρώπους, τους πιστωτές μας και ιδιαίτερα στον Θεό. Να συγχωρούμε τα χρέη στους άλλους και να ελπίζουμε ότι και ο ίδιος ο Θεός θα συγχωρήσει, θα διαγράψει τα δικά μας.
Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από τη συγχώρηση του Θεού και προσεύχεται γι’ αυτή. Όλοι οι άνθρωποι είναι υπόχρεοι στον Θεό, καθώς τα εγκόσμια αγαθά είναι δώρα Του· αποτυγχάνουν, όμως, να προσφέρουν την οφειλόμενη ευχαριστία, το εγκώμιο, τον ύμνο και την αγαθότητα που απαιτούνται25.
Οι παραβολές του Ιησού Χριστού
Η παραβολή των δύο χρεοφειλετών (Λκ. 7,36-50)
Όταν ο Χριστός πήγε καλεσμένος στο σπίτι του Σίμωνα και συγχώρησε την αμαρτωλή γυναίκα, απάντησε στις σκέψεις του Σίμωνα, σχετικά με τη γυναίκα, λέγοντας μια ιστορία26. Συγκεκριμένα, ανέφερε την παραβολή των δύο χρεωφειλετών, για να δείξει ότι η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι καρπός της θεϊκής αγάπης27. Αναλυτικότερα (Λκ. 7,40-43):
40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησι· διδάσκαλε, εἰπέ.
41 δύο χρεωφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα.
42 μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο· τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον αὐτὸν ἀγαπήσει;
43 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὀρθῶς ἔκρινας.
δηλαδή28:
40 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Σίμωνα, έχω να σου πω κάτι. Αυτός είπε: Διδάσκαλε, λέγε.
41 Ένας δανειστής είχε δύο χρεοφειλέτες, ο ένας χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια και ο άλλος πενήντα.
42 Επειδή αυτοί δεν είχαν να τα επιστρέψουν, τα χάρισε και στους δύο. Λέγε, ποιος από αυτούς θα τον αγαπήσει περισσότερο;
43 Αποκρίθηκε ο Σίμων και είπε: Υποθέτω ότι εκείνος στον οποίο χάρισε τα περισσότερα.
Ο Σίμων δεν αντιλήφθηκε ότι η παραβολή αυτή απέβλεπε στον ίδιο ούτε και την σπουδαιότητα των διδαγμάτων της παραβολής, τα οποία έχουν ως εξής29:
Α) Όλοι οι άνθρωποι, ως δημιουργήματα του Θεού οφείλουμε υποταγή στους νόμους του και όταν δεν πληρώνουμε την υποταγή αυτή, τότε είμαστε οφειλέτες ένοχοι και αξιόποινοι. Μερικοί άνθρωποι είναι βαρύτεροι από άλλους ενόχους ενώπιον του Θεού. Άλλοι οφείλουν πεντακόσια, άλλοι πενήντα. Όμως, ακόμη και ο Φαρισαίος που όφειλε λιγότερα, ήταν πάντως και αυτός αμαρτωλός. Είναι εμφανής ο σχηματισμός πρότυπης ηθικής του χρέους.
Β) Οποιοδήποτε και εάν είναι το χρέος μας, είτε πολύ είτε λίγο, είναι ανώτερο των δυνάμεών μας και, επομένως, είμαστε ανίκανοι να το πληρώσουμε. Η παραμικρή αμαρτία μάς καθιστά ενώπιον του Θεού οφειλέτη, χρεώστη χρέους, το οποίο είναι αδύνατον να πληρωθεί, διότι το χρέος της αμαρτίας δεν μπορεί να το πληρώσει υλική αξία ούτε άργυρος, ούτε χρυσός, ούτε τα πλούτη και οι θησαυροί του κόσμου όλου, ούτε αυτή ακόμη η ζωή μας, εάν θυσιασθεί.
Γ) Ο Θεός, ο άπειρος, τον οποίο προσβάλλουμε και από τον οποί απομακρυνόμαστε με την αμαρτία, είναι έτοιμος να μας συγχωρήσει, οσοδήποτε μεγάλα και αν είναι τα αμαρτήματα, διότι χαρίζει το χρέος τόσο των πεντήκοντα όσο και των πεντακοσίων δηναρίων. Αρκεί μόνο να τηρηθούν οι όροι που ορίζει το Ευαγγέλιο, δηλαδή να μετανοήσουμε, να πιστέψουμε στον Χριστό, να ζητήσουμε με ταπείνωση και συντριβή τη χάρη και το έλεος του πανάγαθου Πατρός.
Δ) Όσοι έλαβαν την συγχώρηση, πρέπει να ευγνωμονούν και να αγαπούν τον Θεό, αφού, όσο βαρύτερες υπήρξαν οι αμαρτίες τους, τόσο βαθύτερη η αφοσίωση και η αγάπη που θα πρέπει να δείξουν (στον Θεό).
Ο Χριστός απάντησε στον Σίμωνα ότι ορθά έκρινε, όταν ο Σίμων ο Φαρισαίος, απάντησε ότι θα αγαπήσει περισσότερο τον δανειστή του εκείνος ο χρεοφειλέτης στον οποίο χαρίστηκε το μεγαλύτερο χρέος. Έτσι και η αμαρτωλή γυναίκα, συγχωρήθηκε για τις πολλές αμαρτίες της. Η μεγάλη αγάπη που έδειξε προς τον Κύριο είναι αποτέλεσμα της συγχώρησης του μεγάλου χρέους, των αμαρτιών της. Είναι δε ασφαλής η άφεση αυτή, όπου η μετάνοια, η ταπείνωση, η ομολογία της αμαρτίας, είναι πραγματικά, όπως ήταν της αμαρτωλής γυναίκας. Κανένας δεν υπάρχει που να μην χρωστάει λόγω της αμαρτίας. Δεν υπάρχει άλλη οδός σωτηρίας από εκείνον που έδειξε η αμαρτωλή γυναίκα: η οδός της ειλικρινούς μετάνοιας, η οποία οδηγεί στα πόδια του Ιησού Χριστού.
Η παραβολή του άσπλαχνου οφειλέτη ή του αχάριστου δούλου (Μτθ. 18, 21-35)
Ο Χριστός μίλησε επίσης για το καθήκον της συγνώμης μέσα από την παραβολή του άσπλαχνου οφειλέτη ή αχάριστου ή αγνώμονος δούλου (Μτθ. 18,21-35) 30.
Μεταξύ άλλων ηθικών διδαγμάτων, προκύπτει από την παραβολή αυτή ότι μία από τις μεγαλύτερες αρετές του αληθινού Χριστιανού και από τα εξοχότερα γνωρίσματα του χριστιανικού χαρακτήρα είναι η ανεξικακία, η οποία οδηγεί σε ανεξάντλητη συγχωρητικότητα. Δεν μπορεί να νοηθεί Χριστιανός, ο οποίος δεν είναι έτοιμος και πρόθυμος να συγχωρεί, κάθε σφάλμα, κάθε προσβολή, κάθε αδικία, στις οποίες υπέπεσε ο πλησίον του31.
Ο φιλάνθρωπος αυτός βασιλιάς της παραβολής είναι ο Θεός και οι δούλοι, οι οποίοι διαχειρίζονται τα αγαθά του, οι υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν τις εντολές του, είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Ο πρώτος δούλος που έφεραν ενώπιον του βασιλιά, όφειλε ογκωδέστατο ποσό, μυρίων ταλάντων32. Φυσικά, τόσο μεγάλο χρέος, ποιος είναι δυνατόν να το εξοφλήσει; Επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να το εξοφλήσει, ο κύριός του διέταξε να πουλήσουν αυτόν, την οικογένειά του και ό,τι άλλο είχε, ώστε να του αποδοθούν τα οφειλόμενα. Με τον τρόπο αυτόν ο κύριος δεν έδειχνε σκληρότητα· απεναντίας, η απειλή πώλησης έδειχνε στον δούλο το βάρος του χρέους του33 και την δυσμένεια της θέσης του.
Ουσιαστικά ο άνθρωπος φαίνεται ότι είναι αδύναμος να ‘εξοφλήσει’ την παραμικρή αμαρτία του. Ακόμη και όταν ο δούλος ζήτησε προθεσμία για την εξόφλησή του, ο κύριος έδειξε μεγαλοδωρία και γενναιοψυχία και του χάρισε το χρέος, παρ’ ότι γνώριζε το δυσβάσταχτο βάρος του χρέους του δούλου του. Χάρισε ουσιαστικά το μέγα χρέος των αμαρτιών του, ένεκα της μεγάλης του ευσπλαχνίας34. Λέγοντας «ἀπέλυσεν αὐτὸν» διακρίνεται ότι το χρέος, η αμαρτία, είναι μία δουλεία, μία δέσμευση, μία «σκλαβιά», από την οποία μόνον ο Θεός ελευθερώνει τον άνθρωπο35 και, μάλιστα, διά μιάς.
Έπειτα, όμως, από τη θαυμαστή εκείνη ενέργεια ευσπλαχνίας του Κυρίου, ο ίδιος δούλος έδειξε στον συν-δούλο του μνησικακία, ασπλαχνία και αχαριστία· φάνηκε στην ουσία άσπλαχνος και αχάριστος στον κύριό του.
Ο πρώτος δούλος, για ένα σημαντικά μικρότερο χρέος από το δικό του, μόλις εκατό δηναρίων (έναντι των δικών του μυρίων ταλάντων), φέρθηκε βίαια προς τον συν-δούλο του, ο οποίος είχε φερθεί όπως και αυτός προς τον κύριό του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το χρέος των μυρίων ταλάντων υπολογιζόταν σε άνω των 2,3 εκατομμυρίων λιρών στερλινών, ενώ των εκατό δηναρίων σε μόλις τρεις περίπου λίρες στερλίνες,36 συγκριτικο-αναφορικά πάντα. Ίσως εδώ προσδιορίζεται μία οικονομική συνθήκη της εποχής, η οποία μπορεί να ιδωθεί από την σκοπιά ότι ο Ματθαίος εμφανίζει στο Ευαγγέλιό του κοινότητα με ανεπτυγμένη οικονομία.37
Η ασπλαχνία του οφειλέτη προς τον συν-δούλο του, τον οποίο πίεζε, έπνιγε, σε ανυπόφορο βαθμό και οδήγησε στη φυλακή, προκάλεσε την αντίδραση των άλλων δούλων, οι οποίοι ενημέρωσαν τον Κύριο. Τότε ακολούθησε ο έλεγχος και η καταδίκη του μνησίκακου δούλου.
Καθένας από εμάς, ο οποίος χάνει τη συναίσθηση του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού –ο Οποίος τόσο πρόθυμα μάς συγχωρεί–, γίνεται σκληρός, εκδικητικός και άσπλαχνος, λησμονώντας ότι τα αίτια της έχθρας και της μνησικακίας μας κατά των άλλων είναι κατ’ ουσίαν μηδαμινά, ανάξια λόγου, επουσιώδη.
Η παραβολή του άδικου οικονόμου (Λκ. 16,1-13)
Σε άλλο σημείο του Κατά Λουκά Ευαγγελίου, ο Χριστός αναφέρει την παραβολή του οικονόμου της αδικίας, η οποία αφορά τόσο στον άδικο διαχειριστή όσο και στην καλή χρήση του πλούτου. 38
Η ιδιαιτερότητα της εν λόγω παραβολής σε σχέση με το θέμα μας είναι ότι διατυπώνει ρητά την ηθική επιλογή της αρετής ή της κακίας, του Θεού ή του μαμωνά. Η παραβολή γενικώς έχει δυσκολίες ως προς την ορθή ερμηνεία της, όπως παραδέχονται και έμπειροι υπομνηματογράφοι της,39 διότι αναφέρεται στο θέμα του πλούτου, των υλικών αγαθών και της διαχείρισης αυτών. Οι άνθρωποι δείχνουν ότι αγνοούν ή ξεχνούν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και τα υπάρχοντά τους ανήκουν στον Θεό και ότι αυτοί είναι απλοί διαχειριστές (οικονόμοι)· κάποια ημέρα θα δώσουν λόγο για τον τρόπο της διαχείρισής τους.
Στην παραβολή, γεγονός είναι ότι ο διαχειριστής του πλουσίου κατηγορήθηκε για κακή διαχείριση, επειδή διασκόρπιζε τα υπάρχοντα του κυρίου του, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι δεν ήταν κύριος των χρημάτων, αφού δεν έχουμε ουσιαστικά τίποτε που να μας ανήκει αλλά είμαστε διαχειριστές των δωρημάτων που μας εμπιστεύθηκε ο Κύριος, για να τα διαθέσουμε με σύνεση40.
Η ενημέρωση του κυρίου του σχετικά με την κακοδιαχείριση και την απόδοση λογαριασμού, αμέσως οδήγησε τον διαχειριστή σε δίλημμα. Δεν είχε συνηθίσει στην κοπιαστική χειρωνακτική εργασία (να σκάβω δεν μπορώ) και ντρεπόταν την επαιτεία. Αυτά τα στοιχεία έδειχναν την ύπαρξη υπερηφάνειας και μαλθακότητας και προσθέτονταν στην ανεντιμότητά του (αφού είχε διασκορπίσει τα υπάρχοντα του κυρίου του).
Αναζητώντας διέξοδο ώστε να τον δέχονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους, ήρθε γρήγορα σε συνεννόηση με τους χρεοφειλέτες, ώστε χαριστικά να τους μειώσει, να τους «κουρέψει» (haircut) με τη σύγχρονη ορολογία, την οφειλή τους. Τα εκατό βαρέλια λάδι, τα μείωσε σε πενήντα και τα εκατό σακιά σιτάρι σε ογδόντα· πρόκειται για πράξη η οποία δημιουργεί εμφατική αντιστοιχία μεταξύ οικονομικής και ηθικής έκπτωσης.
Ο κύριός του επαίνεσε τον οικονόμο, ο οποίος είχε προβεί σε συνεννοήσεις απάτης με τους οφειλέτες. Τον επαίνεσε, όμως, για τη δεξιότητα, την άμεση αντίδραση και την ευφυία του, αλλά όλα αυτά χαρακτηρίζονταν ως αδικία, “ο οικονόμος της αδικίας” από την άποψη της ηθικής41. Είναι σαν να έλεγε ο κύριος: «ο οικονόμος μου ήταν έξυπνος. Αλλά κρίμα που δεν χρησιμοποίησε την εξυπνάδα του για το καλό»42.
Στην εποχή του Ιησού, ο οικονόμος είχε το νόμιμο δικαίωμα να διαχειρίζεται την περιουσία του δεσπότη με στόχο όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά την προσαύξησή της καθώς και να χαρίζει τον τόκο. Γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως έξυπνος οικονόμος43. Όμως, η αμαρτία, διαστρέφει και τυφλώνει τον οικονόμο τόσο πολύ, ώστε αντί να αισχύνεται για τα αισχρά έργα του, να αισχύνεται γιατί θα φορέσει κατώτερα ρούχα και θα πρέπει να επαιτεί για το ψωμί του44.
Ο Ιησούς πρόσθεσε την παρατήρηση με την οποία διέκρινε μεταξύ υιών του αιώνος τούτου δηλαδή αυτούς που επιδιώκουν τα υλικά και αποδεικνύονται πιο επιτήδειοι και των υιών του φωτός δηλαδή αυτούς που έχουν λάβει αποστάσεις από τα πρόσκαιρα και αναζητούν τα ουράνια και πνευματικά45.
Ο έπαινος στον οικονόμο δίδεται γιατί ως άνθρωπος κοσμικός γνώριζε να φροντίζει για το επίγειο μέλλον του, εκμεταλλευόμενος την παρούσα ευκαιρία46. Εννοεί ότι πρέπει οι άνθρωποι να είναι νοήμονες και προβλεπτικοί στα πνευματικά τους συμφέροντα, όπως οι κοσμικοί στα κοσμικά τους συμφέροντα. Θεωρείται ότι η καίρια σημασία αφορά στην επιτέλεση αγαθοεργίας. Ο Ιησούς αναφερόμενος, δηλαδή, στους πλουσίους, τους παραινεί να διαμοιράζουν τα πλούτη τους στους ενδεείς. Έτσι, δεν θα ομοιάζουν με τον οικονόμο της παραβολής, ο οποίος με κλοπή και κατάχρηση εξασφάλισε στην ουσία την “καλοπέρασή” του, αλλά θα καταστούν μέσω της ευεργετικής διάθεσης και διανομής του πλούτου αξιόπιστοι διαχειριστές και οικονόμου του Θεού, καθόσον ο Θεός τούς εμπιστεύθηκε τον υλικό πλούτο.
Τα χρήματα αυτά που δάνεισε ο οικονόμος, τα ονομάζει ο Ιησούς αδικίας χρήματα, διότι δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν προς εξυπηρέτηση των αδελφών και συνδούλων αλλά τελικά εμείς τα κρατάμε για τον εαυτό μας47. Όταν ο πλούτος δεν διαχειριστεί ορθά, θεωρείται και λογίζεται ως μαμωνάς. Ο άδικος αυτός πλούτος, ως πλουτισμός αθέμιτος ενίοτε, είναι και αλλότριος, δηλαδή ξένος, αφού κανένας από όσους είναι κάτοχοι αυτού, δεν είναι σίγουρο ότι θα τον έχουν για πάντα, καθότι δεν μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε μετά θάνατον. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί ο άνθρωπος να υπηρετεί δύο κυρίους, τον Θεό και το μαμωνά (το χρήμα), οι οποίοι έχουν διαφορετικά θελήματα, ασύμβατα μεταξύ τους. Ζητείται ουσιαστικά, παρ’ ότι χρησιμοποιούμε το χρήμα, να μένουμε ξένοι προς την αδικία, τη φιλαργυρία, την ασπλαχνία, την πολυτέλεια και την ασωτία· να μην γινόμαστε δούλοι του χρήματος αλλά θεοσεβείς διαχειριστές του. Άλλωστε, πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος.48
Ο άνθρωπος είναι πρωτίστως οφειλέτης προς τον Θεό και υποχρεούται να τηρεί τις εντολές του49. Είναι οφειλέτης και προς τον συνάνθρωπό του για λόγους οικονομικούς, ή γενικότερα και για κάποια υλική ή πνευματική ευεργεσία,50 καθώς η αγάπη προς τον πλησίον είναι αγάπη προς τον Θεό.
Όσοι εμπιστεύονται στο χρήμα και τα αγαθά του κόσμου την ευτυχία τους, απατώνται, διότι είναι πράγματα εφήμερα, φευγαλέα, διαβατικά, τα οποία διαψεύδουν όσους στηρίζονται σ’ αυτό51.
Εντέλει, ο Θεός εμφανίζεται ως πλούσιος άνθρωπος, κυρίαρχος· εμπιστεύεται την οικονομία του κόσμου στον άνθρωπο και του παραχωρεί ελευθερία και δύναμη διαχείρισης, αλλά όλα και όλοι εξαρτώνται από Αυτόν, ο οποίος μπορεί να απολύσει ανά πάσα στιγμή τον διαχειριστή,52 ένεκα κακοδιαχείρισης.
Η παραβολή των ταλάντων (Μτθ. 25,14-30)
Προκειμένου ο Κύριος να δείξει στους ακροατές του, ότι ο Θεός παρέχει σε κάθε άνθρωπο διάφορα χαρίσματα και δωρεές, με την υποχρέωση να χρησιμοποιηθούν και για όφελος των άλλων, είπε την παραβολή των ταλάντων (Μτθ. 25, 14-30).53
Στην παραβολή των ταλάντων του Ματθαίου κάθε δούλος λαμβάνει διαφορετικό ποσό ταλάντων (10, 5, 1) ενώ στον Λουκά, στην παραβολή των μνων (Λκ. 19,11-27) καθένας από τους δέκα σκλάβους λαμβάνει το ίδιο ποσό54. Και στις δύο παραβολές ο κύριός τους επανέρχεται από τον τόπο της απουσίας του και ζητεί λόγο για τη διαχείριση των δούλων, οι οποίοι, ανάλογα με το πώς αξιοποίησαν τα δοθέντα σ’ αυτούς, επαινούνται ή ψέγονται55.
Όταν ο Κύριος αναλήφθηκε στους ουρανούς, έδωσε δώρα στους ανθρώπους, όπως επισημαίνει ο απόστολος Παύλος: Στον καθένα μας έχει δοθεί κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, σύμφωνα με το μέτρο που δωρίζει ο Χριστός56. Το τάλαντο ήταν βάρος χρυσού ή ασημιού, με σημαντική αξία και στην παραβολή δείχνει τη δύναμη του καθενός σε κάποιον τομέα· είτε στα οικονομικά είτε στη διδασκαλία είτε σε άλλο αντικείμενο.
Ενώ, η κατανομή των ταλάντων έγινε ανισομερώς, όλοι οι δούλοι έλαβαν μέρος στην κατανομή, πράγμα που σημαίνει ότι ο Θεός σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους παρέχει χαρίσματα και δωρεές, οι οποίες ανάλογα προς τη δύναμη καθενός ποικίλλουν σε ποσότητα και ποιότητα57.
Οι δύο πρώτοι δούλοι εμπορεύτηκαν τα πέντε και τα δύο αντίστοιχα τάλαντα, με αποτέλεσμα να τα διπλασιάσουν. Αυτό συμβαίνει στη πνευματική ζωή του Χριστιανού, καθώς, όταν εργάζεται με επιμέλεια, σύστημα και επιμονή, μπορεί να καταφέρει πολλά και να κερδίσει στο τέλος την αιώνια ζωή.
Ο τρίτος δούλος, παρ’ ότι είχε και αυτός ικανότητες, ήταν πονηρός και οκνηρός, επιλέγοντας να σκάψει και να το παραχώσει στη γη. Με την αδράνεια αυτή, ακυρώνει τις ικανότητές του, που του δόθηκαν από τον Θεό, και λησμονεί ότι θα έρθει η ώρα της λογοδοσίας. Δεν φέρνει σε πέρας τα καθήκοντά του, δημιουργεί απαράδεκτες δικαιολογίες, αποδίδοντας στον κύριό του βαριές κατηγορίες. Ο κύριος του δούλου, του αναφέρει ουσιαστικά ότι θα μπορούσε, αντί να κοπιάσει σκάβοντας για να παραχώσει στη γη το τάλαντο, ευκολότερα να το καταθέσει σε τραπεζίτη, δηλαδή σε τράπεζα, ώστε να αποδώσει έστω τον τόκο58.
Ασφαλώς, η αναφορά στην τράπεζα και στον τόκο δεν σημαίνει αποδοχή τους, όπως εννοούνται κατά την σύγχρονη οικονομική πρακτική. Εννοεί ότι είναι το ελάχιστο, το μηδαμινό που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να σωθεί. Η τράπεζα, στην οποία αναφέρεται μεταφορικά ο Κύριος, είναι ο θησαυρός του θείου ελέους59.
Στη συνέχεια ο Κύριος δίνει εντολή να πάρουν από το πονηρό δούλο το τάλαντο και να το δώσουν για αξιοποίηση στον πρώτο δούλο· δηλαδή, σε όποιον δείχνει επιμέλεια και προθυμία, θα δοθεί τιμή και μεγαλύτερη από αυτή που επιβάλλεται, ενώ από αυτόν που δεν δείχνει προθυμία και επιμέλεια, θα του αφαιρεθεί.
Μολονότι ο δούλος δεν καταχράστηκε το τάλαντο –ούτε το έχασε ούτε το σπατάλησε–, τιμωρήθηκε όχι διότι έκανε κάτι κακό, αλλά επειδή δεν έπραξε το καλό60. Θα μπορούσε να κάνει κάτι χωρίς να κοπιάσει, τοποθετώντας το τάλαντο στην τράπεζα· άλλωστε, το κάτι είναι ανώτερο του τίποτε61.
Αξιοσημείωτη είναι η απάντηση του Κυρίου όταν τον ρώτησαν τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε από την οργή της θείας κρίσεως, καθώς τους προέτρεψε: «ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω» (Λκ. 3,11), δηλαδή62: «Όποιος έχει δύο χιτώνες, να δώσει σε εκείνον που δεν έχει, και όποιος έχει τρόφιμα να κάνει το ίδιο». Η φράση αυτή αποτελεί ορισμό της δοτικότητας με έμφαση στην μη ανταμοιβή. Το ρ. «μεταδότω» δεν σχετίζεται ούτε με πώληση ούτε με υποχρέωση ούτε με ανταμοιβή είναι κατάθεση ψυχής, κίνηση δωρεάς, πράξη ανθρωπιάς και έκφραση αγάπης προς τον πλησίον· αυτή η αγάπη προς τον συνάνθρωπο ερμηνεύεται ως αγάπη προς τον Θεό, ως ένα σημαντικό βήμα από το «κατ’ εἰκόνα» προς το «καθ’ ὁμοίωσιν».
Παραπομπές
-
Σκανδάμης, Μαρίνος, (2007), Η τοκογφλυφία: διαχρονική – εγκληματολογική προσέγγιση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σ. 13. ↩
-
Σκανδάμης, Μαρίνος, (2007), Η τοκογλυφία: διαχρονική – εγκληματολογική προσέγγιση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σ. 14. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 238. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 242. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 96. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 156. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 979. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 988. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 1388. ↩
-
Η Παλαιά Διαθήκη, μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, (2003), Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα, σ. 1388. ↩
-
Σκανδάμης, Μαρίνος, (2007), Η τοκογλυφία: διαχρονική – εγκληματολογική προσέγγιση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σ. 15-16. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 62. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σσ. 62-63. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 66. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 68. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 68. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 69. ↩
-
ΔΙ᾿ ἑπτὰ ἐτῶν ποιήσεις ἄφεσιν. 2 καὶ οὕτω τὸ πρόσταγμα τῆς ἀφέσεως· ἀφήσεις πᾶν χρέος ἴδιον, ὃ ὀφείλει σοι ὁ πλησίον, καὶ τὸν ἀδελφόν σου οὐκ ἀπαιτήσεις, ἐπικέκληται γὰρ ἄφεσις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. 3 τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις ὅσα ἐὰν ᾖ σοι παρ᾿ αὐτῷ, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου ἄφεσιν ποιήσεις τοῦ χρέους σου· 4 ὅτι οὐκ ἔσται ἐν σοὶ ἐνδεής, ὅτι εὐλογῶν εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ κατακληρονομῆσαι αὐτήν. 5 ἐὰν δὲ ἀκοῇ εἰσακούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν φυλάσσειν καὶ ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, 6 ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου εὐλόγησέ σε, ὃν τρόπον ἐλάλησέ σοι, καὶ δανειεῖς ἔθνεσι πολλοῖς, σὺ δὲ οὐ δανειῇ, καὶ ἄρξεις ἐθνῶν πολλῶν, σοῦ δὲ οὐκ ἄρξουσιν. 7 ᾿Εὰν δὲ γένηται ἐν σοὶ ἐνδεὴς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐκ ἀποστέρξεις τὴν καρδίαν σου οὐδ᾿ οὐ μὴ συσφίγξῃς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ σου τοῦ ἐπιδεομένου· 8 ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καθότι ἐνδεεῖται. 9 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ γένηται ρῆμα κρυπτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα λέγων· ἐγγίζει τό ἔτος τὸ ἕβδομον, ἔτος τῆς ἀφέσεως, καὶ πονηρεύσηται ὁ ὀφθαλμός σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ ἐπιδεομένῳ, καὶ οὐ δώσεις αὐτῷ, καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία μεγάλη. 10 διδοὺς δώσεις αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καὶ οὐ λυπηθήσῃ τῇ καρδίᾳ σου διδόντος σου αὐτῷ, ὅτι διά τὸ ρῆμα τοῦτο εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις καὶ ἐν πᾶσιν, οὗ ἂν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου· 11 οὐ γὰρ μὴ ἐκλίπῃ ἐνδεὴς ἀπὸ τῆς γῆς σου. διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ρῆμα τοῦτο λέγων· ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ πένητι καὶ τῷ ἐπιδεομένῳ τῷ ἐπὶ τῆς γῆς σου.. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 95. ↩
-
Γκουτζιούδης, Μόσχος, (2006), Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους επιστολή, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 98. ↩
-
Πατρώνου, Γ., (2020), Η Κυριακή Προσευχή, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 25. ↩
-
Πατρώνου, Γ., (2020), Η Κυριακή Προσευχή, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 57. ↩
-
Πατρώνου, Γ., (2020), Η Κυριακή Προσευχή, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 58. ↩
-
Πατρώνου, Γ., (2020), Η Κυριακή Προσευχή, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 62. ↩
-
Χόπκο, Θ., (2014), Βίβλος και Πνευματικότητα, τόμος 2ος από τη σειρά Η Ορθόδοξη Πίστη, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, σ. 252. ↩
-
Στεφανίδου, Βασιλική, (1979), Καινή Διαθήκη, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα, σ. 92. ↩
-
Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, (1998), Οι Παραβολές του Κυρίου, μετάφραση Άγγελου Βλάχου, Αθήνα, σ. 38. ↩
-
Η Καινή Διαθήκη, (2020), Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, το πρωτότυπο κείμενο, κατά την έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με νεοελληνική απόδοση του Χρήστου Βούλγαρη, Αθήνα, σ. 357. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σσ. 138-139. ↩
-
21 Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;
22 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾿ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.
24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.
25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω.
27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.
29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι.
30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.
32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 216. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 219. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 223. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 223. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 224. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σσ. 219, 225. ↩
-
Ο Καθηγητής Σ. Δεσπότης αναφέρει ότι αυτή η κοινότητα είναι πιθανότατα η Αντιόχεια· σε κάθε περίπτωση, γίνεται αναφορά σε περιοχή/πόλη όπου ανθούσε ο τραπεζικός δανεισμός, ο τόκος, το εμπόριο. Βλ. σχετικά Σ. Δεσπότη, Ιερά Ευαγγέλια. Το μήνυμα της Καινής Διαθήκης στον σύγχρονο άνθρωπο, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2017, σ. 157. ↩
-
1 Έλεγε δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ οὗτος διεβλήθη αὐτῷ ὡς διασκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ
2 καὶ φωνήσας αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ; ἀπόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας σου· οὐ γὰρ δύνῃ ἔτι οἰκονομεῖν.
3 εἶπε δὲ ἐν ἑαυτῷ ὁ οἰκονόμος· τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριός μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ᾿ ἐμοῦ; σκάπτειν οὐκ ἰσχύω, ἐπαιτεῖν αἰσχύνομαι·4 ἔγνων τί ποιήσω, ἵνα, ὅταν μετασταθῶ ἐκ τῆς οἰκονομίας, δέξωνταί με εἰς τοὺς οἴκους ἑαυτῶν.
5 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα ἕκαστον τῶν χρεωφειλετῶν τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ ἔλεγε τῷ πρώτῳ· πόσον ὀφείλεις σὺ τῷ κυρίῳ μου;
6 ὁ δὲ εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου. καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.
7 ἔπειτα ἑτέρῳ εἶπε· σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ δὲ εἶπεν· ἑκατὸν κόρους σίτου. καὶ λέγει αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ γράψον ὀγδοήκοντα.
8 καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν εἰσι.
9 Κἀγὼ ὑμῖν λέγω· ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.
10 ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστι, καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν.
11 εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει;
12 καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει;
13 Οὐδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 65. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 65. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 66. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σσ. 66-67. ↩
-
Δεσπότης, Σωτήρης, Σημειώσεις στην ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης: Η οικονομία της Ανατολικής Μεσογείου και οι Οικονόμοι του Κατά Λουκάν, ανακτήθηκε στις 16/8/2022 από την ιστοσελίδα του Διαδικτύου: https://www.google.com/search?q=%CE%97+%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82+%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85+%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC+%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD&biw=1366&bih=625&ei=6bz6YtuTFrOO9u8P0NaoiA8&ved=0ahUKEwibrLo58n5AhUzh_0HHVArCvE4ChDh1QMIDg&uact=5&oq=%CE%97+%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82+%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85+%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC+%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD&gs_lcp=Cgdnd3Mtd2l6EANKBAhBGABKBAhGGABQAFiAJGDhLGgAcAB4AIABX4gB3AKSAQE0mAEAoAEBwAEB&sclient=gws-wiz ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 280. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 67. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 282. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 67. ↩
-
Πλάτων, Θεαίτητος, 170d. ↩
-
Δεσπότης Αθανάσιος και Σωτήριος, (2008), Η Αγία Γραφή στον 21ο αιώνα, τόμος Β’, Εκδόσεις Άθως, Αθήνα, σ. 235. ↩
-
Δεσπότης Αθανάσιος και Σωτήριος, (2008), Η Αγία Γραφή στον 21ο αιώνα, τόμος Β’, Εκδόσεις Άθως, Αθήνα, σ. 235. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 285. ↩
-
Δεσπότης Αθανάσιος και Σωτήριος, (2008), Η Αγία Γραφή στον 21ο αιώνα, τόμος Β’, Εκδόσεις Άθως, Αθήνα, σ. 245. ↩
-
14 ῞Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ,
15 καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως.
16 πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα.
17 ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο.
18 ὁ δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ.
19 μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον.
20 καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς.
21 ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου.
22 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς.
23 ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου.
24 προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε· ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας·
25 καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν.
26 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα!
27 ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ.
28 ἄρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα.
29 τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 30 καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. ↩
-
Δεσπότης, Σωτήρης, Σημειώσεις στην ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης: Η οικονομία της Ανατολικής Μεσογείου και οι Οικονόμοι του Κατά Λουκάν, ανακτήθηκε στις 16/8/2022 από την ιστοσελίδα του Διαδικτύου: https://www.google.com/search?q=%CE%97+%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82+%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85+%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC+%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD&biw=1366&bih=625&ei=6bz6YtuTFrOO9u8P0NaoiA8&ved=0ahUKEwibrL-o58n5AhUzh_0HHVArCvE4ChDh1QMIDg&uact=5&oq=%CE%97+%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82+%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85+%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC+%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD&gs_lcp=Cgdnd3Mtd2l6EANKBAhBGABKBAhGGABQAFiAJGDhLGgAcAB4AIABX4gB3AKSAQE0mAEAoAEBwAEB&sclient=gws-wiz ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 126. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 127. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 127. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 130. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 369. ↩
-
Λέκκος, Ευάγγελος, (2017), Οι παραβολές του Κυρίου, Εκδόσεις «Σαίτη», Αθήνα, σ. 131. ↩
-
Παπακώστας, Σεραφείμ, Αρχιμανδρίτης, (2002), Αί παραβολαί του Κυρίου, Έκδοση Αδελφότητος Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, σ. 369. ↩
-
Η Καινή Διαθήκη, (2020), Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, το πρωτότυπο κείμενο, κατά την έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με νεοελληνική απόδοση του Χρήστου Βούλγαρη, Αθήνα, σ. 325. ↩