Οι Ντοστογιέφσκι κατάγονταν από ένα παλιό λιθουανικό γένος, οι εκπρόσωποι του οποίου από τον 16ο αιώνα αναφέρονταν σε διάφορα έγγραφα της νοτιοδυτικής Ρους1.
Ο Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, (1821-1881) γεννήθηκε στη Μόσχα και μοιράζεται μαζί με τον Λ.Ν. Τολστόι, την εύγλωττη προσωνυμία που τους έδωσε η κριτική: οι δύο ελέφαντες της Ρωσικής γης2.
Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της Ρωσικής λογοτεχνίας, η οποία για λόγους γεωγραφικούς, φυλετικούς, ιστορικούς και οικονομικούς διαπλάστηκε με ιδιότυπα χαρακτηριστικά, τα οποία της δίνουν βάθος πανανθρώπινο και γοητεία ιδιαίτερη3.
Κατά τον Καζαντάκη4, τα κύρια χαρακτηριστικά της Ρωσικής λογοτεχνίας, είναι επτά: 1) επιδιώκει πέρα από την απλή ωραιότητα, θρησκευτικούς, ηθικούς, φιλοσοφικούς σκοπούς, 2) είναι δημοκρατική, 3) είναι φιλελεύθερη και επαναστατική, 4) έχει ηρωικό και μαρτυρικό χαρακτήρα, 5) ενώνει, κατά τρόπο μοναδικό, την οξύτατη ψυχολογική ανάλυση με την ακριβέστατη παρατήρηση και περιγραφή της εξωτερικής ζωής, 6) είναι λυτρωμένη από βαριά παράδοση, 7) ιδίως η τελευταία σοβιετική φάση της Ρωσικής λογοτεχνίας αποτελεί απόπειρα δημιουργίας μιας νέας τέχνης.
Ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι είναι ο βυθοσκόπος της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος περιέγραψε με συγκλονιστική ενάργεια και δύναμη, τον ανθρώπινο πόνο, το ψυχικό μαρτύριο του «μικρού ανθρώπου» μέσα σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί ο νόμος του λύκου, όπως ήταν η Ρωσική κοινωνία της φεουδαρχικής δουλοπαροικίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εποχής του.
Έγγραψε πολλά έργα, όπως ενδεικτικά: Ο Φτωχόκοσμος, Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι, Ο Παίκτης, Το Παλτό, Ο Ηλίθιος, Έγκλημα και Τιμωρία, η Συνεσταλμένη, οι Λευκές Νύχτες, Οι Δαιμονισμένοι και οι Αδελφοί Καραμάζοφ. Ιδίως στο έργο του Αδελφοί Καραμάζοφ (κυκλοφόρησε το 1880, ένα έτος πριν το θάνατό του) του οποίου αποτελεί μέρος ο Μέγας Ιεροεξεταστής και θα εξεταστεί στη παρούσα σύντομη εργασία, ο Ντοστογιέφσκι, αντιπαραθέτει στις δύο «πηγές του κακού», στον καθολικισμό της Δύσης και στις σοσιαλιστικές αθεϊστικές και ανατρεπτικές ιδέες, τη μόνη διέξοδο σωτηρίας: τη Ρωσική Ορθοδοξία5.
Στη Ρωσία, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία από τη μεταβυζαντινή περίοδο, είναι το ισχυρότερο παράδειγμα στην Ορθοδοξία υποταγής και σχεδόν ταύτισης της Εκκλησίας με την κοσμική εξουσία και το κράτος6.
Ο Ντοστογιέφσκι, πέρασε με εγκαρτέρηση τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία, μαζί με κακούργους, όπου μόνο βιβλίο, τα τρία πρώτα χρόνια, του είχε παραχωρηθεί, μονάχα το Ευαγγέλιο7. Τότε ο Ντοστογιέφσκι εμβάθυνε στη ζωή του Χριστού και αυτό πέρασε και στα έργα του, όπως στο Μέγα Ιεροεξεταστή.
Η στροφή του προς τον Θεό και την Εκκλησία άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή και η πίστη του στο Θεό δοκιμάζεται και θα διαρκέσει ως το τέλος της ζωής του. Οι χριστιανοί και οι κληρικοί τον πλησίαζαν με συγκίνηση και έκπληξη ενώ οι διανοούμενοι τον απέρριπταν και τον κατέταξαν στη τάξη των ηλιθίων8.
Στη πλειονότητά τους τα έργα του Ντοστογιέφσκι αναδεικνύουν την χαοτική κοινωνικοπολιτική δομή της εποχής εκείνης, η οποία είναι αναστατωμένη από τις ιδέες του Μπακούνιν και άλλων επαναστατικών κινημάτων και οργανώσεων9.
Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν βρίσκονται σε αγώνα με το καθεστώς, δεν αρνιούνται το κράτος, την εκκλησία, τον εθνισμό αλλά αντίθετα αναγνωρίζουν όλες τις δεσποτικές δυνάμεις και προσπαθούν να βρουν το μυστικό τους νόημα10. Υπερασπίζεται την εκκλησία γιατί δίνει μορφή στο σκοτεινό αίσθημα του Θεού, είναι θιασώτης της μοναρχίας, όχι βέβαια του Νικολάου Α’, αλλά της παλιάς Ρωσικής, της προταταρικής, όταν ο μονάρχης ήταν πατέρας του λαού11.
Για το Ντοστογιέφσκι, η ανθρωπότητα εάν στηριχθεί μόνο στην επιστήμη, θα εξαγριωθεί και θα πεθάνει ενώ ο άνθρωπος δεν αρκεί να ζει αλλά πρέπει να ξέρει γιατί ζει. Δεν πρέπει να παραμερίζεται και να αρνείται ο Θεός12.
Το έργο του Αδελφοί Καραμάζοφ, δημοσιεύεται στον Ρώσο Αγγελιοφόρο και σε ξεχωριστή έκδοση, στις αρχές Δεκεμβρίου 188013. Στους Αδελφούς Καραμάζοφ, ένα από τα εκπληκτικότερα μέρη του είναι ο μύθος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Σύμφωνα με τα κείμενά του, ο Χριστός εμφανίζεται στην Ισπανία, τότε που μεσουρανούσε η Ιερά Εξέταση. Ο Ντοστογιέφσκι κατατρύχεται από την ανάγκη του κολοσσιαίου γεγονότος, ανάγκη ευνόητη για ένα συγγραφέα που μυθιστορούσε θεολογώντας14.
Σε άλλα έργα του Ντοστογιέφσκι, ο Χριστός «μιλάει» μέσα από το δράμα του Ρασκόλνικοβ, του Μίσκιν και του Στάρετς Ζωσιμά αλλά τώρα στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή, ανοίγει διάπλατα τις σελίδες του βιβλίου του στον Θεάνθρωπο15. Εικάζεται ότι ο Ντοστογιέφσκι είχε υπόψη του αρκετά γραπτά που επιχείρησαν την εμφάνιση του Θεανθρώπου αφού το 1847 δημοσιεύθηκαν τα Carmina Burana, ενώ ήδη υπήρχαν τα έργα, Ταξίδι στην Ιταλία του Γκαίτε και ο Ιησούς Χριστός στη Φλάνδρα του Μπαλζάκ. Επίσης, ο Δον Κάρλος του Σίλλερ εμπεριείχε την ιδέα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή καθώς και ο Μύθος της Ισπανικής Ιεράς Εξετάσεως του Μάικοφ.
Βέβαια, το έργο του Ντοστογιέφσκι δεν είναι εγχειρίδιο ορθόδοξης δογματικής και ηθικής για να κριθεί με ανάλογο τρόπο αλλά μπορεί να εξεταστεί ώστε να αναδειχθούν οι ηθικές και ιδεολογικές του διαστάσεις καθώς και το κοσμοείδωλό του. Μπορεί να επιχειρηθεί μια θεολογική αξιολόγηση, αποτίμηση και ανάδειξη της θεολογικής σημασίας της λογοτεχνικότητας, των εκφράσεων και των αφηγηματικών μορφών16. Αυτό θα εξαρτηθεί βέβαια από την οπτική γωνιά του αναγνώστη, τις προδιαθέσεις του αναγνώστη και το βαθμό στον οποίο είναι κοντά στο Θεό, όπως υποστηρίζει ο Γρηγόριος Νύσσης17.
Το ποίημα που περιγράφει ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι δημιούργημα του Ιβάν Καραμάζοφ, ενός δεδηλωμένου άθεου, ο οποίος δεν κρατάει καν ένα κείμενο αλλά το ανασυνθέτει ελεύθερα18. Στο ποίημα, ο Ντοστογιέφσκι συνεχίζει την αντιπαράθεσή του με τον Μπελίνσκι, διατυπώνοντας την αντίρρησή του στην άποψη ότι ο άνθρωπος εξαιτίας των οικονομικών συνθηκών οδηγείται στο κακό19.
Η δράση του ποιήματος τοποθετείται στο 16ο αιώνα στη Σεβίλλη, εποχή που μαίνεται η Ιερά Εξέταση και προς δόξα του Θεού ανάβουν πυρές σε όλη τη χώρα καίγοντας τους αιρετικούς. Η εποχή είναι κρίσιμη αλλά ο Ιβάν δεν κατεβάζει το Χριστό επί της γης σαν Σωτήρα που επαληθεύει την επαγγελία της Δευτέρας Παρουσίας Του. Η έλευση του Χριστού είναι πέρα για πέρα φανταστική. Εμφανίζεται στο ποίημα να κατεβαίνει ο Χριστός αθόρυβα και χωρίς επίδειξη στους δρόμους της πολιτείας της Σεβίλλης, όπου όλοι τον αναγνώρισαν.
Την προηγούμενη ημέρα είχαν καεί στη πυρά σχεδόν εκατό άτομα ως αιρετικοί, μπροστά στο Βασιλιά, μέλη της Αυλής, το Καρδινάλιο, το Μέγα Ιεροεξεταστή και πλήθος κόσμου. Η σκηνή δείχνει ότι ο κόσμος συρρέει και ο Χριστός θαυματουργεί δείχνοντας την απόσταση που τον χωρίζει από τον άνθρωπο20. Τότε η Εκκλησία και οι άνθρωποί της, χάνουν το νόημά τους, μειώνεται το κύρος τους και κανείς πλέον δεν τους χρειάζεται.
Στη συνέχεια στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή, ο Χριστός συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο δια πυρός. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής δικαιολογεί τη θανατική καταδίκη: Γιατί δεν υπέκυψε στους τρεις πειρασμούς.
Ο Ιβάν περιγράφει το Μέγα Ιεροεξεταστή ως γέρο σχεδόν ενενήντα ετών, με βαθουλωμένα μάτια, μεγαλόσωμο, ευθυτενή, με στεγνό πρόσωπο και ντυμένο με καλογερικό ράσο, ο οποίος παρακολουθεί καχύποπτα την έκσταση του πλήθους. Διατάζει τους φρουρούς να συλλάβουν το Χριστό.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής παρουσιάζεται ως ο σύγχρονος σοσιαλιστής διακηρύσσει ότι οι ύψιστες ηθικές απαιτήσεις του Ευαγγελίου δεν αντιστοιχούν στις δυνάμεις των ανθρώπων και ότι ο θεμελιωτής αυτής της διδασκαλίας υπερεκτίμησε την αδύναμη φύση και τον μικρόψυχο χαρακτήρα τους, απαιτώντας από αυτούς έναν ηρωισμό τον οποίο δεν μπορούν να επιδείξουν21.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, με το σκοτεινό και απειλητικό του πορτραίτο θυμίζει τις ανελέητες μορφές των παλιών Ισπανών αρχόντων στους πίνακες του Γκρέκο22. Έχει κακότητα και εκδικητικότητα στη συμπεριφορά του ενώ αντιπαρατίθεται στις σελίδες του Ευαγγελίου με την αναγκαιότητα των ενστίκτων. Αντιπαραθέτει στην εσωτερική ελευθερία, τους νόμους του «άρτου»23.
Αν ο Χριστός μετέτρεπε τις πέτρες σε ψωμιά, θα απαλλασσόταν ο κόσμος από τη δυστυχία και όλοι θα τον αναγνώριζαν σαν Θεό24. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν εξαναγκασμός στην ανθρώπινη βούληση να τον δεχτεί ως Θεό. Και ο Χριστός δεν το έκανε. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός το έκανε. Γιατί πιστεύει ότι αυτός που θα θελήσει να διδάξει με επιτυχία και να διαδώσει τις ιδέες του, πρέπει να αντικαταστήσει την ελευθερία με την εξουσία.
Ο Χριστός απέκρουσε τους τρεις πειρασμούς εν’ ονόματι της ελευθερίας του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν θέλησε να υποδουλωθεί το ανθρώπινο πνεύμα στο ψωμί, στο θαύμα και στην κοσμική εξουσία. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής δέχεται να υποκύψει στους τρεις πειρασμούς εν’ ονόματι της ευτυχίας και της γαλήνης του ανθρώπου. Θέλει δηλαδή να διορθώσει το έργο του Χριστού. Ο Χριστός δεν τα έκανε καλά.
Έτσι, ο Μέγας Ιεροεξεταστής αρνείται την ανθρώπινη ελευθερία. Υποκύπτει κυρίως στον πειρασμό του ψωμιού. Με το μύθο αυτό υπονοεί τον Ρωμαιοκαθολικισμό (που έφυγε) και τον σοσιαλισμό (που έρχεται)25. Για το Μέγα Ιεροεξεταστή, η αυθαίρετη βούληση οδηγεί στην απώλεια και την άρνηση της ελευθερίας του πνεύματος26. Ο σοσιαλισμός δέχεται τους τρεις πειρασμούς και αρνείται την ελευθερία του ανθρώπου εν’ ονόματι της ευτυχίας εκατομμυρίων ανθρώπων. Προπαντός υποκύπτει στον πειρασμό του ψωμιού (τα αγαθά της γης) που η στέρησή του κάνει δυστυχείς τους ανθρώπους.
Το σημαντικό όμως είναι η συζήτηση που ακολουθεί στη φυλακή μεταξύ ενός επίγειου εκπρόσωπου του Θεού με τον ίδιο το Θεό. Εμφανίζεται ως ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μια πρωτοφανής συνάντηση. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, αναγνωρίζει και δεν αμφισβητεί τον Χριστό ακόμα και όταν λέει «Είσαι εσύ Αυτός; Εσύ;»27. Σκοπεύει να καταδικάσει και να κάψει τον Χριστό στη πυρά ενώ τον ρωτάει γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής οργίζεται γιατί θεωρεί ότι ο Χριστός δεν έχει δικαίωμα να «ξαναμπεί» στην Ιστορία28.
Η λογική του στηρίζεται στο γεγονός ότι μετά την εμφάνισή του Χριστού, ανέλαβε η Εκκλησία τη συνέχιση του έργου του και συγκεκριμένα ο Ρωμαιοκαθολικισμός. Εξηγεί ότι όλα μεταβιβάστηκαν στο Πάπα, ο οποίος έχει αναλάβει να συντηρήσει την ιδέα του Θεού μέσα στο κόσμο και τώρα ο Μέγας Ιεροεξεταστής αισθάνεται να παρεμβαίνει δόλια και απροειδοποίητα ο Χριστός στο έργο του Πάπα29. Υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται ελευθερία στους ανθρώπους, αλλά ένας αρχηγός στον οποίο θα υποτάσσονται τυφλά, ένας καθοδηγητής και δεν μπορεί να είναι άλλος από την Εκκλησία30. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής αγωνιά να αποδείξει τη θεωρία του και να πείσει το συνομιλητή του ενώ στο ποίημα αυτό, ο Χριστός σ’ όλο το διάστημα μένει σιωπηλός, μέσα στη σκιά31.
Η ηθική του Μέγα Ιεροεξεταστή είναι ότι κηρύσσει ένα διαστρεβλωμένο Χριστό, έναν Χριστό που τον έχει κατασυκοφαντήσει και καθυβρίσει, έναν Χριστό αντίθετο του Χριστού. Είναι ουσιαστικά ένας αθεϊσμός. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, δεν πιστεύει στο Θεό ούτε και στον άνθρωπο. Δύο κοσμικές αρχές αντιτίθενται και συγκρούονται ισχυρά32: ελευθερία και βία, πίστη στο νόημα της ζωής και άρνηση αυτού του νοήματος, θεία αγάπη και αθεϊστική συμπόνια για τον άνθρωπο, Χριστός και Αντίχριστος.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής αρνείται την ιδέα του Θεανθρώπου, την προσέγγιση και την ανάκραση του θείου και του ανθρώπινου στοιχείου στην ελευθερία. Ο άνθρωπος κατ’ αυτόν δεν είναι ικανός να υποστεί τη μεγάλη δοκιμασία των πνευματικών του δυνάμεων, της πνευματικής του ελευθερίας και της κλήσεώς του να ακολουθήσει μια ανώτερη και υψηλότερη ζωή33. Τίθεται το δίλημμα: ελευθερία με οδύνη ή ευτυχία χωρίς ελευθερία. Όμως ο Μέγας Ιεροεξεταστής επιδιώκει να ιδρύσει μια κοσμική τάξη, χωρίς οδύνη, χωρίς ελευθερία πνεύματος, επιδιώκοντας την εξασφάλιση της επίγειας ζωής, πεπεισμένος ότι ο άνθρωπος δεν είναι κεκλημένος να πραγματοποιήσει καμιά ανώτερη ζωή34. Για το Μέγα Ιεροεξεταστή, ο Χριστιανισμός έγινε ένα σύστημα σαν τα άλλα ανθρώπινα συστήματα, μια κοσμική εξουσία που έχει στην εξουσία της, τους πιστούς της και που τους διοικεί, τους κρίνει και τους καταδικάζει όπως η πολιτική εξουσία35.
Δικαιολογεί με τον τρόπο του, τους τρεις πειρασμούς του Χριστού στην έρημο. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής πειράζοντας το Χριστό για πρώτη φορά, θέτει το θέμα του άρτου, δηλαδή των υλικών αγαθών. Αντί να περιορίσει το νόημα αυτού του πειρασμού στο ζήτημα της υλικής ευημερίας, ο ντοστογιεφσκικός Ιεροεξεταστής, το συναρτά με το ζήτημα της ελευθερίας, αναφέροντας36: «θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις με άδεια χέρια, με κάποια αόριστη υπόσχεση μιας ελευθερίας, την οποία οι άνθρωποι με την απλοϊκότητά τους και τη φυσική τους αμβλύνοια, δεν μπορούν καθόλου να καταλάβουν και που τη φοβούνται, γιατί για τους ανθρώπους και την κοινωνία τους δε δόθηκε ποτέ τίποτε περισσότερο αφόρητο από την ελευθερία».
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής έχοντας τη γνώση δεκαετιών, όπως ο Διάβολος τη γνώση αιώνων από ιστορικά διδάγματα, θυμίζει ότι η ανθρωπότητα θα ξεσηκωθεί εναντίον του φωνάζοντας να χορτάσει πρώτα τους πεινασμένους και μετά να μιλήσει για το μάταιο μήνυμα της ελευθερίας και της σωτηρίας37. Ζητάει να γίνουν σκλάβοι, να χάσουν την ελευθερία τους αλλά πρώτα να χορτάσουν.
Δεν υπάρχει δυσκολότερο πρόβλημα από την αρμονική επίλυση του προβλήματος της ελευθερίας και του προβλήματος του ψωμιού38.
Είναι το ασύμβατο μεταξύ ελευθερίας και άρτου. Μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της ελευθερίας, στερώντας απ’ τον άνθρωπο το ψωμί. Το ψωμί γίνεται υποδούλωση του ανθρώπου. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει και θα είναι λανθασμένη ερμηνεία του μύθου εάν θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα του ψωμιού δεν απαιτεί θετική επίλυση και ότι πρέπει να υπάρχει μόνο ελευθερία χωρίς ψωμί39.
Η ελευθερία είναι ένα βάρος για τους ανθρώπους, το οποίο βάρος της ελευθερίας υποτίθεται ότι ανέλαβε ο Ιεροεξεταστής και το ιερατείο στο οποίο ανήκει. Η ανθρωπότητα εμφανίζεται πρόθυμη να προσκυνήσει όχι όποιον την ελευθερώσει αλλά αυτόν που της στερεί την ελευθερία της εν’ ονόματι του επίγειου άρτου40. Η κατάθεση της ελευθερίας από τους ανθρώπους στα πόδια του Μέγα Ιεροεξεταστή είναι εκούσια και για την Ιερά Εξέταση και την κάθε παρόμοια εξουσία αποτελεί θρίαμβο η κατάργηση της ελευθερίας, έπειτα από τη συνεχή και εργώδη προσπάθειά τους για κάτι τέτοιο41.
Στο Ντοστογιέφσκι όλα βρίσκονται στο οντολογικό και όχι στο ηθικό επίπεδο. Ο άνθρωπος δεν θέλει να θυσιάσει το είναι για το ευ είναι και ο Χριστός δίνοντάς του ελευθερία και όχι ψωμί ή δύναμη ή καλοπέραση, σέβεται τη θεόσδοτη αυτή επιθυμία του ανθρώπου42.
Όμως η αρχή του ευδαιμονισμού αναπότρεπτα αντιτίθεται στην ελευθερία του πνεύματος. Και ο Μέγας Ιεροεξεταστής πιστεύοντας ότι ο Χριστός δεν αγαπά τους ανθρώπους και γι’ αυτό τους φόρτωσε με το βάρος της ελευθερίας, η οποία τους ξεπερνά, εμφανίζεται ως ο σωτήρας που αγαπά τους ανθρώπους και επιδιώκει να τους αφαιρέσει την ελευθερία, δίνοντάς τους την ησυχία τους43. Το μυστικό του Μεγάλου Ιεροεξεταστή εκφράζεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν ακολουθούν το Χριστό αλλά το σύστημα της βίας, τοποθετώντας στη θέση του Χριστού τον Αντίχριστο44. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής παρουσιάζεται ως γεμάτος συμπόνοια, δημοκράτης και σοσιαλιστής για τον άνθρωπο, έχοντας υποκύψει ολοκληρωτικά στον πειρασμό του κακού που έχει πάρει τη μορφή του καλού, όπως δηλαδή είναι η φύση του πειρασμού που ενσπείρει ο Αντίχριστος45. Είναι ένα νέο εκλεπτυσμένο και ελκυστικό κακό, που παρουσιάζεται με τη μορφή του καλού, όπου σταδιακά ο Χριστός αντικαθίσταται από τον Αντίχριστο. Ο Αντίχριστος για το Μέγα Ιεροεξεταστή είναι το Μέγα, Ισχυρό και Σοφό Πνεύμα.
Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, δεν διάγει ζωή ευδαίμονα αλλά όπως ο ίδιος ομολογεί, φυλάει το ένοχο μυστικό των υπηκόων του, σηκώνοντας αυτός το συνολικό βάρος των τύψεων, βιώνοντας τη δυστυχία46.
Αρνείται το μυστήριο της χριστιανικής ελευθερίας, του εσταυρωμένου Θεού. Όμως, το μυστήριο της χριστιανικής ελευθερίας είναι το μυστήριο του Γολγοθά και του σταυρού. Η σταυρωθείσα αλήθεια δεν βιάζει κανέναν, δεν οδηγεί κανέναν στον εξαναγκασμό47. Η λογικοποίηση της χριστιανικής αλήθειας είναι απόκλιση από το δρόμο της ελευθερίας στο δρόμο της βίας. Το πνεύμα αυτό του Μεγάλου Ιεροεξεταστή δείχνει ότι μια πολύ μικρή μερίδα ανθρώπων, η ελίτ μιας κοινωνίας, θα έχει το απεριόριστο δικαίωμα εξουσίας σε όλους, οι οποίοι θα μεταβάλλονται σε αγέλη, χάνοντας την ελευθερία τους και μαθαίνοντας την απόλυτη υπακοή48.
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής θεωρεί ότι οι χριστιανοί φοβήθηκαν ότι η αναζήτηση της Βασιλείας του Θεού, θα αποδειχθεί καταστροφική για το βασίλειο του κόσμου και για το λόγο αυτό διορθώνει το έργο του Χριστού49.
Τα στοιχεία αυτά τα συναντάμε και στη σύγχρονη εποχή όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως άχρηστες μάζες, ως άχρηστοι αργόσχολοι, όπου οι μη απαραίτητοι άνθρωποι μπορούν να παίρνουν ναρκωτικά και να παίζουν παιχνίδια στον υπολογιστή ή να ζουν σε τρισδιάστατους εικονικούς κόσμους50. Οι υπεράνθρωποι, θα είναι απαραίτητοι και μη αποκωδικοποιήσιμοι αλλά θα έχουν πρωτάκουστες ικανότητες και πρωτοφανή δημιουργικότητα, αποτελώντας μια μικρή και προνομιούχα ελίτ αναβαθμισμένων ανθρώπων51. Διαχωρίζεται η νοημοσύνη από τη συνείδηση52. Δηλαδή ότι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι θεοί (Homo Deus).
Η ελευθερία όμως είναι ένα μεγάλο αγαθό, που αναπτύσσει και καταξιώνει το ανθρώπινο πρόσωπο, μόνο αν είναι κατάσταση και δυνατότητα ανεξαρτησίας από τη δουλεία του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος53.
Με τον δεύτερο πειρασμό όπου ο Διάβολος επιδιώκει να εκθέσει σε κίνδυνο και δοκιμασία το Χριστό, σύμφωνα με τον Ιεροεξεταστή, η άρνηση αυτή του Χριστού μεγάλωσε τη σκλαβιά του ανθρώπου54. Επειδή ακριβώς δεν ήθελε να δεσμεύσει τον άνθρωπο με το θαύμα, τον άφησε ελεύθερο να διαλέξει και δεν τον καθυπέταξε. Αλλά κατά τον Ιεροεξεταστή, τι να την κάνει την ελευθερία της εκλογής ένα πλάσμα που στο μόνο που αρέσκεται είναι η ανελευθερία.
Τέλος με τον τρίτο πειρασμό φαίνεται κατά τον Ιεροεξεταστή ότι ο άνθρωπος πλάστηκε πιο αδύναμος και πιο ταπεινός και αφήνοντάς τον ελεύθερο, το ιερατείο δηλαδή ο Ρωμαιοκαθολικισμός, διόρθωσε το έργο του θεμελιώνοντάς το στην ανελευθερία: στο θαύμα, στο μυστήριο και στην εξουσία.
Ο συλλογισμός στο έργο είναι αρκετά σαφής: η Δυτική Εκκλησία πρόδωσε το Χριστό, εγκολπώθηκε το επίγειο μήνυμα, λησμόνησε το ουράνιο, συνέχισε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία επιδιώκοντας κοσμική εξουσία, μεταδίδοντας τα στοιχεία αυτά και στο χώρο των πολιτικών και ηθικών ιδεών, με αποτέλεσμα τα ριζοσπαστικά κινήματα να είναι παραφθορές και μεταμορφώσεις του Πάπα55.
Συμπεράσματα
Η ελευθερία του πνεύματος είναι δυνατή μόνο και μόνο γιατί ο Χριστός αρνείται κάθε δύναμη του κόσμου. Η θέληση για δύναμη εξορίζει την ελευθερία τόσο από εκείνους που κυριαρχούν όσο και από εκείνους που είναι σκλάβοι56. Ο Χριστός γνωρίζει μόνο τη δύναμη της αγάπης, η οποία είναι η μοναδική δύναμη που συνδέεται με την ελευθερία.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Σπ., (2008), Ορθοδοξία και λογοτεχνία, στο Συλλογικό Τόμο: ««Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου», τόμος Γ’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, σ.81-136.
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι: Βιογραφία, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα.
Ζηζιούλας, Ι., Μητροπολίτης Περγάμου, (2010), Ο Ντοστογιέφσκι και η ηθική, περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 3.
Harari, Y.N., (2022), Homo Deus: μια σύντομη ιστορία του μέλλοντος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Καζαντζάκης, Ν., (1980), Ιστορία της Ρωσικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα.
Κοκοσαλάκης, Ν., (2002), Ορθοδοξία και πολιτική, στο Συλλογικό Τόμο: «Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου», τόμος Β’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, σ.165-212.
Κόντογλου, Φ., (1965), Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, οι τρεις πειρασμοί, Ελευθερίαν, ανακτήθηκε από την ιστοσελίδα, http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/fwths_kontogloy/o_megas_ieroe3etasths.htm
Ματσούκας, Ν., (2017), Το πρόβλημα του κακού: Δοκίμιο πατερικής θεολογίας, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, β’ έκδοση, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη.
Μπερντιάγιεφ, Ν., (2019), Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα.
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Εκδόσεις Επιστροφή, Ναύπλιο.
Παπαγιώργης, Κ., (1990), Ντοστογιέφσκι, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.
Παπανδρέου, Ν., (1986), ο Ντοστογιέφσκι και το έργο του, πρόλογος στο βιβλίο: Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, (2021), Λευκές Νύχτες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Περιοδικό Διαβάζω, (1985), Αφιέρωμα στο Ντοστογιέφσκι, τεύχος 131, 20.11.1985.
Παραπομπές
-
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι: Βιογραφία, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, σ.14 ↩
-
Παπανδρέου, Ν., (1986), ο Ντοστογιέφσκι και το έργο του, πρόλογος στο βιβλίο: Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, (2021), Λευκές Νύχτες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σ.5 ↩
-
Καζαντζάκης, Ν., (1980), Ιστορία της Ρωσικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα, σ.7 ↩
-
Καζαντζάκης, Ν., (1980), ό.π., σ.7-10. ↩
-
Παπανδρέου, Ν., (1986), ό.π., σ.19 ↩
-
Κοκοσαλάκης, Ν., (2002), Ορθοδοξία και πολιτική, στο Συλλογικό Τόμο: «Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου», τόμος Β’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, σ.185 ↩
-
Καζαντζάκης, Ν., (1980), Ιστορία της Ρωσικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα, σ.216 ↩
-
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Εκδόσεις Επιστροφή, Ναύπλιο, σ.44 ↩
-
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), ό.π., σ.63 ↩
-
Καζαντζάκης, Ν., (1980), ό.π., σ.214 ↩
-
Καζαντζάκης, Ν., (1980), ό.π., σ.220-221 ↩
-
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), ό.π., σ.89 ↩
-
Περιοδικό Διαβάζω, (1985), Αφιέρωμα στο Ντοστογιέφσκι, τεύχος 131, 20.11.1985, σ.29 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), Ντοστογιέφσκι, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, σ.370 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.371 ↩
-
Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Σπ., (2008), Ορθοδοξία και λογοτεχνία, στο Συλλογικό Τόμο: ««Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου», τόμος Γ’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, σ.123 ↩
-
Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Σπ., (2008), ό.π., σ.123 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.372 ↩
-
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), ό.π., σ.102 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.373 ↩
-
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), ό.π., σ.611 ↩
-
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), ό.π., σ.612 ↩
-
Γκρόσσμαν, Λ., (2008), ό.π., σ.611 ↩
-
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), ό.π., σ.92 ↩
-
Νεκτάριος, Μητροπολίτης Αργολίδος, (2021), ό.π., σ.92 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, β’ έκδοση, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη σ.199 ↩
-
Dostoyevsky, F., (2019), Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία Α.Ε., Αθήνα, σ.28 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.375 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.375 ↩
-
Τσούτση, Στ., (2019), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στο βιβλίο Dostoyevsky Fyodor, (2019), Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία Α.Ε., Αθήνα, σ.16 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.200 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.200 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.201 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.202 ↩
-
Κόντογλου, Φ., (1965), Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, οι τρεις πειρασμοί, Ελευθερίαν. ↩
-
Dostoyevsky, F., (2019), ό.π., σ.34 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.376-377 ↩
-
Μπερντιάγιεφ, Ν., (2019), Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα, σ.273 ↩
-
Μπερντιάγιεφ, Ν., (2019), ό.π., σ.273-274 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.377 ↩
-
Πέτροβιτς – Χριστοπούλου, Ιβ., (2017), Η ελευθερία και το πρόσωπο στο έργο του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι, Διδακτορική Διατριβή, σ.135 ↩
-
Ζηζιούλας, Ι., Μητροπολίτης Περγάμου, (2010), Ο Ντοστογιέφσκι και η ηθική, περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τεύχος 3. ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.203 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.209 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.215 ↩
-
Πέτροβιτς – Χριστοπούλου, Ιβ., (2017), ό.π., σ.137 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.210 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.213 ↩
-
Μπερντιάγιεφ, Ν., (2019), ό.π., σ.190 ↩
-
Harari, Y.N., (2022), Homo Deus: μια σύντομη ιστορία του μέλλοντος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, σ.314 ↩
-
Harari, Y.N., (2022), ό.π., σ.332 ↩
-
Harari, Y.N., (2022), ό.π., σ.382 ↩
-
Ματσούκας, Ν., (2017), Το πρόβλημα του κακού: Δοκίμιο πατερικής θεολογίας, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σ.65 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.377 ↩
-
Παπαγιώργης, Κ., (1990), ό.π., σ.379 ↩
-
Μπερδιάγιεφ, Ν., (1999), ό.π., σ.218 ↩