Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2024 ἡ ἑλληνικὴ Πολιτεία θέσπισε νόμο ποὺ καθιερώνει τὸν πολιτικὸ γάμο μεταξὺ προσώπων τοῦ ἰδίου φύλου, μαζὶ μὲ τὴ δυνατότητα υἱοθεσίας. Ἡ ρύθμιση αὐτὴ ἄνοιξε ἕναν εὐρὺ δημόσιο διάλογο καὶ ἔθεσε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον ἑνὸς ζητήματος ποὺ ἀγγίζει ὄχι ἁπλῶς μιὰ νομικὴ διάταξη, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ θεολογία της γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν Γάμο καὶ τὴν οἰκογένεια. Ἡ Ἱεραρχία ἀπάντησε μὲ νηφαλιότητα καὶ ὁμοφωνία, καὶ ἡ θέση της ἀποτυπώθηκε σὲ δύο κατ’ ἐξοχὴν κείμενα: στὴν ἐπίσημη Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ στὴν ἐκτενῆ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικολάου.
Ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Στὴν Ἐγκύκλιο ὑπ’ ἀριθμ. 3085, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη στοὺς ἱεροὺς ναοὺς τὴν Κυριακὴ 4 Φεβρουαρίου 2024, ἡ Ἐκκλησία διατυπώνει τὴ θεολογία της γιὰ τὸν Γάμο. Αὐτὸς δὲν νοεῖται ὡς «ἁπλῆ συμφωνία συμβίωσης», ἀλλὰ ὡς ἱερὸ Μυστήριο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα λαμβάνουν τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ προχωρήσουν πρὸς τὴ θέωσή τους. Ἡ διάκριση τῶν δύο φύλων καὶ ἡ συμπληρωματικότητά τους, σημειώνει ἡ Σύνοδος, «δὲν ἀποτελοῦν κοινωνικὲς ἐπινοήσεις, ἀλλὰ παρέχονται ἀπὸ τὸν Θεό», μὲ ἀναφορὰ στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως: «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. α΄, 27).
Πάνω σὲ αὐτὴ τὴ βάση ἡ Ἐγκύκλιος δηλώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδεχθῇ κάθε ἄλλη μορφὴ Γάμου, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸν λεγόμενο ὁμοφυλοφιλικὸ γάμο». Ταυτόχρονα ὅμως διασαφηνίζει τὸ ποιμαντικό της ἦθος: ἡ Ἐκκλησία, ὡς «πνευματικὸ Νοσοκομεῖο», ἀγαπᾷ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους χωρὶς νὰ ἀποκλείει κανέναν — «ἑτεροφύλους καὶ ὁμοφυλοφίλους» — καὶ διακρίνει πάντοτε ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία καταδικάζει, καὶ στὸν ἁμαρτωλό, τὸν ὁποῖο δὲν παύει νὰ ἀγαπᾷ, «διότι καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ».
Οἱ ἐπιφυλάξεις γιὰ τὸ παιδὶ καὶ τὴν οἰκογένεια
Πέρα ἀπὸ τὴ θεολογικὴ θεμελίωση, ἡ Σύνοδος ἐκφράζει συγκεκριμένες ποιμαντικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀνησυχίες. Ἐπικεντρώνεται κυρίως στὸ συμφέρον τοῦ παιδιοῦ: ἡ θέσπιση τῆς υἱοθεσίας ἀπὸ ὁμόφυλα ζευγάρια, ὑποστηρίζει, «καταδικάζει τὰ μελλοντικὰ παιδιὰ νὰ μεγαλώνουν χωρὶς πατέρα ἢ μητέρα», ἐνῷ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴν παρένθετη κύηση καὶ τὴν «ἐκμετάλλευση εὐάλωτων γυναικῶν». Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἡ Ἐκκλησία συνδέει τὸ ζήτημα μὲ τὴ μείζονα ἐθνικὴ πρόκληση τοῦ δημογραφικοῦ, καλώντας τὴν Πολιτεία νὰ στηρίξει ἐμπράκτως τὶς πολύτεκνες οἰκογένειες.
Ἡ Σύνοδος ἀποσαφηνίζει ἐπίσης τὴ σχέση της μὲ τὴν Πολιτεία: ἡ Ἐκκλησία «οὔτε συμπολιτεύεται οὔτε ἀντιπολιτεύεται», ἀλλὰ θεωρεῖ καθῆκον της νὰ μὴ σιωπήσει σὲ ἕνα ζήτημα ποὺ θεωρεῖ ὅτι ἀλλοιώνει τὸν θεσμὸ τῆς οἰκογενείας. Ἡ ἀντίθεσή της, ὅπως τονίζει, δὲν πηγάζει ἀπὸ ἐχθρότητα πρὸς κανέναν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν εὐθύνη της νὰ «ἀληθεύῃ ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. δ΄, 15).
Ἡ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτη Μεσογαίας
Τὴ συνοδικὴ ἀπόφαση προετοίμασε, μεταξὺ ἄλλων, ἡ ἐκτενὴς εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτη Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου πρὸς τὴν Ἱεραρχία. Ὁ Μητροπολίτης Νικόλαος, ἰατρὸς καὶ ἐπιστήμονας πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχιερωσύνη, ἐπιχειρεῖ μιὰ προσέγγιση ποὺ συνδυάζει τὴ θεολογία μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ καὶ ποιμαντικὴ ἐμπειρία, διακρίνοντας προσεκτικὰ ἀνάμεσα στὴν ὁμοφυλοφιλικὴ τάση καὶ στὴ θεσμικὴ κατοχύρωσή της ὡς γάμου. Πρόκειται γιὰ προσωπικὴ εἰσήγηση ἑνὸς ἱεράρχη — ἐδῶ παραπέμπεται καὶ δὲν ἀναδημοσιεύεται — ποὺ ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ αὐτοτελῶς ἀπὸ ὅποιον θέλει νὰ ἐμβαθύνει στὸ ζήτημα.
Ἕνας λόγος εὐθύνης
Τὸ συνολικὸ μήνυμα τῶν δύο κειμένων δὲν εἶναι μήνυμα ἀπόρριψης προσώπων, ἀλλὰ ὁμολογίας πίστεως καὶ ποιμαντικῆς μέριμνας. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει ὅτι ὁ Γάμος καὶ ἡ οἰκογένεια, ὅπως τὰ παρέλαβε ἀπὸ τὴν ἁγιογραφικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ἀποτελοῦν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀνθρώπινη σύμβαση ὑποκείμενη σὲ ἀναθεώρηση. Καὶ ἐνῷ καταθέτει τὸν λόγο της μὲ σαφήνεια, τὸν συνοδεύει πάντοτε μὲ τὴν ὑπενθύμιση ὅτι ἡ ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας πρὸς κάθε ἄνθρωπο παραμένει ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀγάπη — «ἀγαπᾷ ἐν ἀληθείᾳ» (Β΄ Ἰω. α΄, 1).