Οι Παλαιοκαθολικοί (Old Catholics) είναι μία οικογένεια εθνικών εκκλησιών που προέκυψαν από τη ρήξη με τη Ρώμη μετά την Α’ Βατικανή Σύνοδο (1869–1870). Η διαμαρτυρία τους εστιάσθηκε στα νεοπαγή δόγματα του παπικού αλαθήτου και της παγκόσμιας δικαιοδοσίας του επισκόπου της Ρώμης — καινοτομίες που και η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει ρητά. Στη συνέχεια, ο θεολογικός διάλογος που άνοιξε ανάμεσα σε Παλαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους έδειξε αξιοσημείωτη σύγκλιση, προτού ανασταλεί εξαιτίας πρακτικών επιλογών που απομακρύνουν από την αρχαία παράδοση.

Η ρήξη με τη Ρώμη

Η Α’ Βατικανή Σύνοδος, στην τελευταία φάση της, ψήφισε το δόγμα της αλάθητης διδασκαλίας του Πάπα όταν ομιλεί εκ καθέδρας (ex cathedra) σε θέματα πίστεως και ηθών (18 Ιουλίου 1870) και την παγκόσμια και άμεση δικαιοδοσία του επισκόπου της Ρώμης επί του συνόλου της Εκκλησίας. Τα διατάγματα αυτά θορύβησαν βαθιά πολλούς ρωμαιοκαθολικούς, κυρίως στη Γερμανία, στην Ελβετία και στις Κάτω Χώρες, που είδαν σε αυτά μία μονομερή αλλοίωση της εκκλησιαστικής τάξεως.

Η πλέον εμβληματική φωνή αντιρρήσεων ήταν ο Ιγνάτιος von Döllinger, ιστορικός της Εκκλησίας στο Μόναχο. Αρνήθηκε να αποδεχθεί τα νέα δόγματα και, μετά από δημόσια τοποθέτηση, αφορίστηκε από τον αρχιεπίσκοπό του το 1871. Το ίδιο έτος, συνήλθε το Συνέδριο του Μονάχου, όπου ετέθησαν τα θεμέλια της κινήσεως που θα ονομαζόταν «Παλαιοκαθολική», επειδή οι οπαδοί της επιζητούσαν την επιστροφή στην πίστη και την τάξη της αρχαίας, αδιαίρετης Εκκλησίας.

Η οργάνωση και τα θεμέλια

Την 24η Σεπτεμβρίου 1889, οι ήδη συγκροτημένες εθνικές κοινότητες των Παλαιοκαθολικών συνήλθαν στην Ουτρέχτη και σύστησαν την Ένωση της Ουτρέχτης. Με τη Δήλωση της Ουτρέχτης (1889) απέρριψαν ρητώς τα βατικάνεια διατάγματα του 1870 και διεκήρυξαν την πιστότητά τους στην «πίστη της αδιαίρετης Εκκλησίας των δέκα πρώτων αιώνων». Βάση της ενώσεως απετέλεσε η αυτόνομη —από την ιανσενιστική εποχή— αρχιεπισκοπική έδρα της Ουτρέχτης, η οποία είχε διατηρήσει αποστολική διαδοχή και ανεξαρτησία έναντι της Ρώμης.

Με την πάροδο του χρόνου συγκροτήθηκαν εθνικές εκκλησίες στην Ολλανδία, τη Γερμανία, την Ελβετία, την Αυστρία, την Πολωνία και αλλού, οι οποίες, ενώ διατηρούν αυτοκέφαλη διοίκηση, παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους μέσω της Διεθνούς Συνδιασκέψεως των Παλαιοκαθολικών Επισκόπων.

Ο διάλογος με την Ορθοδοξία

Η κοινή απόρριψη των παπικών καινοτομιών και η προγραμματική αναφορά στην Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας δημιούργησαν φυσιολογική προσέγγιση με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο θεολογικός διάλογος που ξεκίνησε επισήμως το 1975, με τη σύσταση Μικτής Θεολογικής Επιτροπής, εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον υποσχόμενους διμερείς διαλόγους των Ορθοδόξων. Μέχρι το 1987, η Επιτροπή επεξεργάσθηκε και ενέκρινε —χωρίς να επικυρώσει ποτέ εκκλησιαστική κοινωνία— συμφωνημένα κείμενα σε όλα σχεδόν τα μείζονα θέματα: την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, τις Οικουμενικές Συνόδους, το δόγμα της Αγίας Τριάδος και την ενσάρκωση, τα μυστήρια, την ιεροσύνη και τη διαδοχή, μέχρι και την εκκλησιολογία και τη λειτουργική ζωή. Επρόκειτο για ένα σπάνιο επίτευγμα θεολογικής συναντήσεως στον σύγχρονο οικουμενικό στίβο.

Γιατί η πορεία ανεκόπη

Παρά τη θεολογική σύγκλιση, δύο παράγοντες οδήγησαν στο πάγωμα του διαλόγου. Αφενός, η πλήρης κοινωνία που συνήψαν οι Παλαιοκαθολικοί με την Αγγλικανική Κοινωνία διά της Συμφωνίας της Βόννης (2 Ιουλίου 1931) δημιούργησε αμηχανία, καθώς οι Αγγλικανοί δεν διατήρησαν ενιαία πίστη και πράξη και προχώρησαν σε καινοτομίες που η Ορθοδοξία δεν μπορεί να δεχθεί. Αφετέρου, και κυριότερα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 (συνήθως το 1996 ή 1997, αναλόγως της εθνικής εκκλησίας) ορισμένες τοπικές Παλαιοκαθολικές Εκκλησίες εισήγαγαν τη χειροτονία γυναικών και υιοθέτησαν φιλελεύθερες θέσεις σε ζητήματα ηθικής και εκκλησιαστικής πειθαρχίας — επιλογές που αντιβαίνουν ευθέως στη μακραίωνη πρακτική και διδασκαλία της αδιαίρετης Εκκλησίας, στην οποία οι ίδιοι διακηρύσσουν ότι αναφέρονται.

Ορθόδοξη αποτίμηση

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη στάση των Παλαιοκαθολικών έναντι των παπικών καινοτομιών του 1870. Αναγνωρίζει σε αυτούς μία ειλικρινή επιθυμία να παραμείνουν συνεπείς με την εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας, και ο διάλογος του 1975–1987 απέδειξε ότι σε δογματικό επίπεδο η απόσταση ήταν ελάχιστη. Ωστόσο, η έμπρακτη διακοινωνία με τους Αγγλικανούς, η αποδοχή της χειροτονίας γυναικών και η διάβρωση της ηθικής διδασκαλίας έχουν ανεγείρει σοβαρά εμπόδια. Σήμερα οι Παλαιοκαθολικοί παραμένουν ολιγάριθμοι και με φθίνουσα δημογραφική τάση· το ζωηρότερο τμήμα τους, δυστυχώς, εκδηλώνεται συχνά με μεταρρυθμιστικές εκκλήσεις που απομακρύνουν ακόμη περισσότερο από την πατερική γραμμή.

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Ἡ ἐξέλιξη τῶν σχέσεων μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς διδάσκει ὅτι ἡ συμφωνία σὲ κείμενα, ὅσο βαθειὰ καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἀρκεῖ ἂν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ταπείνωση καὶ συνέπεια βίου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσεύχεται διὰ «τὴν τῶν πάντων ἕνωσιν», ἀλλὰ γνωρίζει ὅτι ἡ ἑνότητα ἐν τῇ ἀληθείᾳ ἀπαιτεῖ νὰ δεχθοῦμε μόνον ἐκεῖνο ποὺ παραδίδεται «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους διὰ τῶν Πατέρων. Μέχρι νὰ ἀρθοῦν τὰ σημερινὰ ἐμπόδια, ἡ ἀμοιβαία ἐκτίμηση μπορεῖ νὰ παραμένει, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποτε ὁ λόγος τῶν συμφωνηθέντων θὰ γίνει στάση ζωῆς.