Ο άγιος Νικόλαος αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας είναι από τους πλέον αγαπημένους αγίους της χριστιανικής οικουμένης. Ωστόσο, ο βίος του θέτει με ιδιαίτερη οξύτητα το ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στον ιστορικό πυρήνα, την αγιολογική παράδοση και τις μεταγενέστερες προσθήκες. Η νηφάλια ακρίβεια δεν μειώνει την τιμή προς τον άγιο· αντίθετα, βοηθά τον πιστό να διακρίνει την ουσία από τα επουσιώδη και να στέκεται με σεβασμό μπροστά σε ό,τι πραγματικά παραδίδει η Εκκλησία.
Ο ιστορικός πυρήνας
Ο Νικόλαος διετέλεσε επίσκοπος Μύρων της Λυκίας, στη σημερινή Demre της Τουρκίας, κατά το α΄ μισό του 4ου αιώνα. Για τη συμμετοχή του στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325) δεν έχουμε βέβαιη μαρτυρία: το όνομά του δεν περιλαμβάνεται στους αρχαιότερους σωζόμενους καταλόγους των Πατέρων. Εμφανίζεται μόνο σε μεταγενέστερο κατάλογο του Θεοδώρου Αναγνώστη, στο έργο «Historia Tripartita» (περί το 515), δηλαδή σχεδόν 190 χρόνια μετά τη Σύνοδο· η αξιοπιστία του για το σημείο αυτό αμφισβητείται. Η αρχαιότερη εκτενής βιογραφία του αγίου είναι ο Βίος που συνέταξε ο Μιχαήλ Αρχιμανδρίτης κατά το α΄ μισό του 9ου αιώνα (814-842), ο οποίος βασίστηκε σε παλαιότερο υλικό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ιστορικός πυρήνας του βίου είναι σχετικά περιορισμένος, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των γνωστών λεπτομερειών ανήκει στην αγιολογική παράδοση.
Η σύγχυση με τον Νικόλαο της Σιών
Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα στη μελέτη του βίου του αγίου Νικολάου είναι η τεκμηριωμένη σύγχυση με τον Νικόλαο της Σιών (6ος αι.), ηγούμενο της μονής της Σιών και μετέπειτα επίσκοπο Πινάρων της Λυκίας. Πολλά στοιχεία που συνήθως αποδίδονται στον άγιο Νικόλαο των Μύρων, όπως η ορφάνια, το ότι ήταν μονογενής ευσεβών γονέων και η νηστεία του ως βρέφους κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, ανήκουν στην πραγματικότητα στον Βίο του Σιωνίτη. Η σύγχυση αυτή παγιώθηκε κατά τον 9ο-10ο αιώνα και διαλευκάνθηκε επιστημονικά από τον Gustav Anrich στο έργο του «Hagios Nikolaos» (1913 και 1917), ενώ επανεξετάστηκε συστηματικά από τον Gerardo Cioffari στο «San Nicola nella critica storica» (1987). Συνεπώς, όταν διαβάζουμε τον παραδοσιακό βίο, οφείλουμε να έχουμε κατά νου ότι ορισμένα βιογραφικά στοιχεία ενδέχεται να προέρχονται από τον άλλον Νικόλαο. Οι ημερομηνίες γέννησης και θανάτου «270-343» αποτελούν μεταγενέστερη συμβατική εκτίμηση και όχι αυστηρά τεκμηριωμένη χρονολόγηση.
Τα θαύματα της παραδόσεως
Η αγιολογική παράδοση αποδίδει στον άγιο Νικόλαο πλήθος θαυμάτων, από τα οποία τα σημαντικότερα είναι τέσσερα. Πρώτον, η διάσωση τριών πένητων θυγατέρων ενός πατέρα, ο οποίος λόγω ακραίας φτώχειας σκεφτόταν να τις εκδώσει· ο άγιος παρείχε μυστικά την προίκα τους ρίχνοντας χρυσά βαλάντια, αποτελώντας έτσι αρχέτυπο της κρυφής ελεημοσύνης. Δεύτερον, η σωτηρία τριών αδίκως καταδικασμένων πολιτών: ο άγιος εμπόδισε τον ξιφισμό τους από τον διεφθαρμένο έπαρχο Ευστάθιο και στη συνέχεια εμφανίστηκε σε όνειρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου για να αποκαλυφθεί η αθωότητά τους. Τρίτον, η κατάπαυση τρικυμίας, γεγονός που τον ανέδειξε προστάτη των ναυτικών. Τέταρτον, ο σιτισμός της πόλης των Μύρων από σιτηγά πλοία που πορεύονταν προς την Αλεξάνδρεια. Αυτά τα θαύματα, ανεξαρτήτως της ακριβούς ιστορικής τους βάσης, εκφράζουν τη βαθιά πίστη της Εκκλησίας στον άγιο ως προστάτη των φτωχών, των αδικουμένων και των θαλασσινών.
Η μυροβλυσία και η μετακομιδή των λειψάνων στο Μπάρι
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τιμής του αγίου Νικολάου είναι η μυροβλυσία: η ετήσια συλλογή ευωδιαστού υγρού, γνωστού ως «μάννα», από τα λείψανά του. Η πρακτική αυτή συνδέεται παραδοσιακά με την ανακομιδή των λειψάνων το 1087. Συγκεκριμένα, Βαρεσανοί ναυτικοί και έμποροι που ταξίδευαν προς την Αντιόχεια έφθασαν στα Μύρα και, σύμφωνα με τις πηγές, βρήκαν τη σαρκοφάγο γεμάτη ευωδιαστό μύρο. Στις 20 Απριλίου 1087 έγινε η ανακομιδή του τάφου και τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο Μπάρι, όπου φυλάσσονται έκτοτε. Το γεγονός αυτό αποτελεί ιστορικά βεβαιωμένο σταθμό στην ιστορία της τιμής του αγίου και συνδέθηκε με την ανάπτυξη της μυροβλυσίας ως σημείου της παρουσίας του αγίου.
Το χαστούκισμα του Αρείου: μια μεταγενέστερη ευλαβική παράδοση
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η γνωστή σκηνή όπου ο άγιος Νικόλαος φέρεται να χαστούκισε τον Άρειο κατά τη διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Για το περιστατικό αυτό δεν υπάρχει καμία αρχαία μαρτυρία. Η πρώτη γραπτή αναφορά σε χτύπημα «κάποιου Αρειανού», χωρίς ονομαστική αναφορά, βρίσκεται στον Petrus de Natalibus, επίσκοπο Equilio, στο έργο του «Catalogus Sanctorum» (περί το 1370-1400). Η ονομαστική ταύτιση του θύματος ως «Άρειος» εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 16ο αιώνα, στο έργο του Δαμασκηνού Στουδίτη (1564). Η σκηνή εντάχθηκε στην εικονογραφική πρακτική μόλις τον 18ο αιώνα, μέσω της «Ἑρμηνείας τῆς Ζωγραφικῆς» του Διονυσίου εκ Φουρνά. Πρόκειται επομένως για μεταγενέστερη ευλαβική παράδοση, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορικό γεγονός. Ωστόσο, ούτε πρέπει να αντιμετωπίζεται ως γελοιοποιημένο ανέκδοτο: εκφράζει τον ζήλο του αγίου για την ορθή πίστη και τη σθεναρή αντίθεσή του στην αίρεση, με τον τρόπο που η λαϊκή ευσέβεια αντιλαμβάνεται την αγιοπνευματική παρρησία.
Η σύνδεση με τον Santa Claus
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ιστορικός άγιος Νικόλαος δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον σύγχρονο «Άγιο Βασίλη» ή τον Santa Claus. Η ολλανδική λαϊκή μορφή Sinterklaas, που εορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου, μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη τον 17ο αιώνα και εξελίχθηκε στη σημερινή Santa Claus· η εικαστική τυποποίηση με την κόκκινη στολή συνδέεται με διαφημιστικές καμπάνιες του 20ού αιώνα. Η σύνδεση αυτή είναι πολιτισμική και όχι αγιολογική· το θέμα εξετάζεται χωριστά στο άρθρο για την πλάνη των Χριστουγέννων. Εδώ αρκεί να διακρίνουμε τον άγιο επίσκοπο από τον λαϊκό μύθο.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ο άγιος Νικόλαος παραμένει ένας από τους πλέον αγαπητούς αγίους της Εκκλησίας, όχι εξαιτίας των θρύλων που συσσωρεύτηκαν γύρω από το πρόσωπό του, αλλά εξαιτίας της αδιάλειπτης μαρτυρίας της πίστεως, της κρυφής ελεημοσύνης και της προστασίας των αδυνάτων. Η διάκριση ανάμεσα στον ιστορικό πυρήνα και την αγιολογική παράδοση δεν αποδυναμώνει την τιμή προς τον άγιο· αντίθετα, την καθιστά πιο αληθινή, ώστε ο πιστός να εμπνέεται από το αυθεντικό μήνυμα του Ευαγγελίου που ο άγιος ενσάρκωσε.