Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τῆς πρὸς Φιλιππησίους, καθὼς ὁ Παῦλος προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ μὴν ἐνεργοῦν ἀπὸ ἐριθεία ἢ κενοδοξία, ἀλλὰ νὰ ἔχουν ταπεινόφρονα διάθεση, παραθέτει ἕνα ὕμνον — προφανῶς προγενέστερον τῆς ἐπιστολῆς, λειτουργικοῦ ἴσως χαρακτῆρος — ποὺ συμπυκνώνει σὲ ἕξι στίχους τὴν πορεία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν προαιώνια δόξα στὸν Σταυρὸν καὶ ξανὰ στὴν ἐσχατολογικὴ ὕψωση.

Τὸ νόημα

«Ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ». Ὁ Χριστὸς προϋπάρχει «ἐν μορφῇ Θεοῦ» — ἡ φράση δηλώνει τὴν θεότητα. Δὲν θεώρησε τὴν ἰσοτιμία μὲ τὸν Θεὸν ὡς λάφυρον ποὺ πρέπει νὰ διεκδικῇ μὲ ἀξιώσεις, ἀντιθέτως «ἑαυτὸν ἐκένωσε». Ἡ κένωσις δὲν εἶναι ἀπώλεια τῆς θεότητος· εἶναι ἑκούσια ἀπόκρυψις τῆς δόξης γιὰ χάριν τοῦ ἀνθρώπου. Ἔλαβεν «μορφὴν δούλου, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος». Δὲν ἔγινε φαινομενικὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ πραγματικός, μετέχοντας πλήρως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πλὴν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ κένωσις δὲν σταματᾷ ἐκεῖ. «Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ἡ διπλὴ ἀναφορὰ στὸν θάνατο — γενικῶς πρῶτα, καὶ μὲ ἐπίταση «θανάτου σταυροῦ» — ὑπογραμμίζει ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ ὁποιονδήποτε θάνατο, ἀλλὰ γιὰ τὸν πιὸ ἀτιμωτικὸ ποὺ γνώριζε ἡ ἐποχή. Καὶ ἀκολουθεῖ ἡ θαυμαστὴ ἀντιστροφή: «διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ». Ἡ κάθοδος γίνεται ἄνοδος· ἡ κένωσις, ὕψωσις.

Πατερικὲς προσεγγίσεις

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑπενθυμίζει συνεχῶς ὅτι ἡ κένωσις δὲν ἀφαιρεῖ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ· ὁ Λόγος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι Θεὸς ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στὸν Λόγο 29, διατυπώνει τὴν περίφημη φράση «μένων ὃ ἦν, προσέλαβε ὃ οὐκ ἦν»: ὁ Υἱὸς ἔμεινε αὐτὸ ποὺ ἦταν προαιωνίως καὶ προσέλαβε αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, χωρὶς σύγχυση τῶν δύο φύσεων. Στὴν χριστολογικὴ διαμάχη τοῦ 5ου αἰῶνος, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας θεμελίωσε στὸν ὕμνον αὐτὸν τὴν θεολογία τῆς μιᾶς ὑποστάσεως: ὁ Ἕνας καὶ ὁ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ καὶ ποὺ ἔλαβε μορφὴν δούλου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀναπτύσσει συστηματικὰ τὸ νόημα τῆς κενώσεως: ὁ Χριστὸς ἀνέλαβε τὴν ἀνθρωπίνη φύσιν στὴν ὁλότητά της — διαβατὴ φύσις, ἀνθρώπινη θέληση, παθήματα — γιὰ νὰ τὴν θεραπεύσῃ ἐσωθεν. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος βλέπει στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ τὸ πρότυπο τῆς πνευματικῆς ζωῆς· ὅποιος δὲν ἀκολουθεῖ τὴν κενωτικὴν ὁδόν, δὲν φθάνει στὴν δόξα.

Ἐφαρμογή

«Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ἡ προτροπὴ εἶναι σαφής: ἡ ταπείνωσις τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνον γιὰ θαυμασμόν, ἀλλὰ γιὰ μίμησιν.