Πρὶν διαβῇ τὸν χείμαρρο τῶν Κέδρων καὶ ἀνέβῃ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὁ Κύριος ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς Του στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε μὲ φωνὴ ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ μαθητὴς ποὺ ἀνέπιπτε στὸ στῆθος Του. Ἡ προσευχὴ αὐτή, ἡ μεγαλύτερη συνεχόμενη προσευχὴ τοῦ Κυρίου ποὺ διέσωσαν τὰ Εὐαγγέλια, ἀποτελεῖ τὴν διαθήκη Του πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν.

Τὸ νόημα

Ἡ προσευχὴ διαρθρώνεται σὲ τρεῖς κύκλους. Στὸν πρῶτον (στ. 1-5) ὁ Υἱὸς προσεύχεται γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν Υἱόν». Ἡ ὥρα τοῦ Πάθους εἶναι ταυτόχρονα ὥρα τῆς δόξης. Στὸν δεύτερον (στ. 6-19) προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητάς ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Πατήρ. Δὲν ζητᾷ νὰ τοὺς ἄρῃ ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλὰ νὰ τοὺς διαφυλάξῃ ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. Στὸν τρίτον (στ. 20-26) ἐπεκτείνει τὴν προσευχή Του «καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» — δηλαδὴ γιὰ ὅλους ἐμᾶς, σὲ κάθε ἐποχή. Τὸ κεντρικὸ αἴτημα εἶναι ἡ ἑνότης: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί». Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὀργανωτικὸ ζήτημα οὔτε συναισθηματικὴ ὁμοψυχία· εἶναι μετοχὴ στὴν ἑνότητα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ὁ σκοπός της εἶναι μαρτυρία στὸν κόσμο: «ἵνα ὁ κόσμος γινώσκῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας».

Πατερικὲς προσεγγίσεις

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τὴν προσευχήν, παρατηρεῖ ὅτι ὁ Κύριος προσεύχεται «οὐχ ὡς δεόμενος, ἀλλὰ διδάσκων»· ἡ προσευχὴ Του ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητὰς τὴν ἐσωτερικὴ Του σχέση μὲ τὸν Πατέρα. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀφιερώνει σημαντικὲς σελίδες στὸ θέμα τῆς ἑνότητος, βλέποντας στὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀντανάκλαση τῆς τριαδικῆς ἑνότητος. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἑρμηνεύει τὸν ἁγιασμόν τῶν μαθητῶν «ἐν τῇ ἀληθείᾳ» ὡς πορεία θεώσεως μέσα στὸν κόσμο, ὄχι ἔξω ἀπὸ αὐτόν. Στοὺς πατέρες ἡ Ἀρχιερατικὴ Προσευχὴ ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ ὑψηλότερη χριστολογικὴ καὶ τριαδολογικὴ διδαχή τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου.

Ἐφαρμογή

Ὅταν προσευχόμεθα, μπαίνουμε στὴν ἴδια κίνηση: ἀπὸ τὴν αὐτοαναφορὰ πρὸς τὴν ἑνότητα. Ἡ προσευχὴ ἑνὸς Χριστιανοῦ δὲν εἶναι ποτὲ μόνον γιὰ τὸν ἑαυτόν του.