Στὴν τελευταία βραδιὰ πρὸ τοῦ Πάθους, στὸ μέγα ἐστρωμένο ὑπερῷον τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Κύριος καθίζει μὲ τοὺς δώδεκα γιὰ νὰ φάγουν τὸ Πάσχα. Μέσα στὸ τυπικὸ τοῦ ἰουδαϊκοῦ Πάσχα — μὲ τὰ ἄζυμα, τὸν ἀμνόν, τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας — εἰσάγει κάτι ἀπολύτως νέο. Λαβὼν ἄρτον, εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ἔδωκεν τοῖς μαθηταῖς Του.
Τὸ νόημα
«Λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου». Δὲν λέγει «αὐτὸ συμβολίζει» οὔτε «αὐτὸ θυμίζει»· λέγει «ἐστί». Καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον, εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων: «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Στὸ ὑπερῷον αὐτὸ συντελεῖται ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν Παλαιὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ ἀμνὸς τοῦ ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸν ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ἡ Εὐχαριστία δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀνάμνηση παρελθόντος γεγονότος, ἀλλὰ μυστηριακὴ συμμετοχὴ στὴν θυσία ποὺ ἤδη προαναγγέλλεται καὶ ποὺ θὰ τελεσθῇ τὴν ἑπομένη στὸν Σταυρό. Ἡ ἐσχατολογικὴ ὑπόσχεση κλείνει τὸ ἐπεισόδιο: «οὐ μὴ πίω ἀπ’ ἄρτι ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ’ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου». Κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται γέφυρα ἀνάμεσα στὸν Δεῖπνον ἐκεῖνον καὶ τὴν ἔσχατη Βασιλεία.
Πατερικὲς προσεγγίσεις
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, στὶς ὁμιλίες του εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, ἐπιμένει στὴν ρεαλιστικὴ ἑρμηνεία τῶν λόγων: ὁ Κύριος δὲν δίδει σύμβολον, ἀλλὰ τὸν ἑαυτόν Του. «Πιστεύσωμεν παντοῦ τῷ Θεῷ καὶ μὴ ἀντιλέγωμεν αὐτῷ, κἂν παρὰ τὸν λογισμὸν τὸν ἡμέτερον τὸ λεγόμενον φαίνηται». Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀναπτύσσει τὴν θεολογία τῆς εὐχαριστίας ὡς μέθεξης τῆς θεώσεως: στὸ μυστήριον ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώει ἁπλῶς, ἀλλὰ μεταβάλλεται. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος ὁμιλεῖ μὲ συγκλονιστικὲς εἰκόνες γιὰ τὴν ἕνωση τοῦ μετέχοντος μὲ τὸν Χριστὸν διὰ τῆς θείας μεταλήψεως. Στοὺς πατέρες, ἡ Εὐχαριστία εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας».
Ἐφαρμογή
Ἡ προσέλευσις στὴν Θεία Κοινωνία προϋποθέτει προετοιμασία — μετάνοια, νηστεία, καταλλαγὴ μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ὄχι ὡς νομικὴ συμμόρφωση, ἀλλὰ ὡς προσδοκία τῆς συναντήσεως.