Η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη παραδίδεται από τον Λουκά μέσα σε ένα διαλογικό πλαίσιο: ένας νομικός ζητά να δοκιμάσει τον Διδάσκαλο, ρωτώντας πώς θα κληρονομήσει αιώνια ζωή. Ο Κύριος, αφού ανακαλεί τη διπλή εντολή της αγάπης, του διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και έπεσε σε ληστές. Ένας ιερέας και ένας λευίτης τον προσπερνούν· ένας Σαμαρείτης, μέλος δηλαδή ενός λαού περιφρονημένου από τους Ιουδαίους, σταματά, τον φροντίζει και αναλαμβάνει το κόστος της θεραπείας του.
Τὸ νόημα
Η παραβολή ανατρέπει την ίδια την ερώτηση του νομικού. Εκείνος ζητούσε να μάθει «ποιος είναι ο πλησίον μου», δηλαδή σε ποιον οφείλει αγάπη. Ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα: το ζήτημα δεν είναι ποιος δικαιούται την αγάπη μας, αλλά αν εμείς γινόμαστε πλησίον σε όποιον μας χρειάζεται. Η εκλογή του Σαμαρείτη ως πρωταγωνιστή είναι σκάνδαλο: εκείνος που θεωρητικά απέχει από τον Νόμο, εκπληρώνει το βαθύτερο πνεύμα του.
Στο αλληγορικό επίπεδο, ο πληγωμένος ταξιδιώτης είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση μετά την πτώση· ο ιερέας και ο λευίτης είναι ο Νόμος και οι Προφήτες, που δεν μπορούν να σώσουν· ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος κατεβαίνει στον τόπο της πληγής, αλείφει με έλαιο και οίνο —το χρίσμα και την Ευχαριστία—, και αναθέτει τη συνέχιση της θεραπείας στον πανδοχέα, εικόνα της Εκκλησίας.
Πατερικὲς προσεγγίσεις
Στην παράδοση των Πατέρων, η αλληγορική ανάγνωση είναι κεντρική. Ο Ωριγένης πρώτος αναπτύσσει συστηματικά την ταύτιση του Σαμαρείτη με τον ίδιο τον Χριστό· η ανάγνωση αυτή υιοθετείται και από τον Αμβρόσιο και τον Αυγουστίνο. Το πανδοχείο, λένε οι ερμηνευτές, είναι η Εκκλησία, όπου ο πληγωμένος αναρρώνει· τα δύο δηνάρια είναι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη ή, αλλιώς, η αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον.
Ο Ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ο Σαμαρείτης δεν αρκείται σε παροδική συμπόνια, αλλά αναλαμβάνει το κόστος και υπόσχεται επιστροφή. Έτσι αποκαλύπτεται το ήθος της γνήσιας ελεημοσύνης: δεν είναι συναισθηματική κίνηση της στιγμής, αλλά σταθερή ευθύνη.
Ἐφαρμογή
Η παραβολή μάς ζητά να εξετάσουμε αν περνάμε «από την άλλη πλευρά του δρόμου» όταν συναντούμε πληγωμένους —στον τόπο εργασίας, στη γειτονιά, στον ψηφιακό χώρο. Η αγάπη που διδάσκει ο Κύριος είναι συγκεκριμένη, υλική και υπομονετική, όχι αφηρημένη ευγένεια.