Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου είναι από τις λίγες όπου ένα πρόσωπο φέρει όνομα. Ένας πλούσιος ντύνεται πορφύρα και βύσσο και ευφραίνεται καθημερινά λαμπρά. Στην πύλη του κείται ένας πτωχός με όνομα Λάζαρος, καλυμμένος με πληγές, που επιθυμεί να χορτάσει από τα ψίχουλα του πλουτίου. Πεθαίνουν και οι δύο. Ο Λάζαρος μεταφέρεται από τους αγγέλους «εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ»· ο πλούσιος βρίσκεται «ἐν τῷ ᾅδῃ ἐν βασάνοις». Ζητά μια σταγόνα δροσιάς, αλλά «χάσμα μέγα» τους χωρίζει.

Τὸ νόημα

Η παραβολή δεν καταδικάζει την περιουσία αυτή καθαυτή ούτε εξιδανικεύει τη φτώχεια. Καταδικάζει την αδιαφορία απέναντι στον πλησίον που κείται «πρὸς τὸν πυλῶνα». Ο πλούσιος δεν περιγράφεται ως κλέπτης ή σκληρός· δεν διώχνει τον Λάζαρο, δεν τον υβρίζει. Απλώς τον αγνοεί. Ζει σε δικό του κόσμο όπου ο Λάζαρος είναι αόρατος, ένα κομμάτι του τοπίου. Αυτή ακριβώς η αορατοποίηση είναι η αμαρτία.

Είναι σημαντικό ότι ο φτωχός έχει όνομα και ο πλούσιος όχι. Στην ορατή κοινωνία ο πλούσιος έχει όνομα και ο Λάζαρος είναι ένα νούμερο. Ενώπιον του Θεού η σχέση αντιστρέφεται. Όνομα έχει αυτός που γνωρίζεται από τον Θεό, όχι αυτός που έχει αναγνώριση από τους ανθρώπους.

Το «χάσμα» που χωρίζει τον πλούσιο από τον Λάζαρο μετά θάνατον δεν είναι αυθαίρετη ποινή. Είναι η συνέπεια ενός χάσματος που είχε ήδη χτιστεί στη γη: η πύλη που τους χώριζε. Η αιωνιότητα δεν δημιουργεί νέους χωρισμούς· επικυρώνει αυτούς που εμείς διαλέξαμε.

Πατερικὲς προσεγγίσεις

Ο Ιερός Χρυσόστομος, σε σειρά ομιλιών στον Λάζαρο, προβάλλει το θέμα της ευθύνης. Δεν αρκεί, λέει, να μην αδικούμε ενεργά· οφείλουμε να βλέπουμε. Η περιφρόνηση είναι μορφή αδικίας. Στις ίδιες ομιλίες αναπτύσσει την ιδέα ότι ο πλούσιος δεν παίρνει μαζί του στον τάφο τίποτε από όσα κατείχε, ενώ τα έργα της ελεημοσύνης μένουν.

Στην πατερική παράδοση η εικόνα του Αβραάμ που υποδέχεται τον Λάζαρο στον κόλπο του γίνεται εικόνα της Εκκλησίας ως ξενοδοχείου, ως τόπου ανάπαυσης των ταπεινών. Παράλληλα, η αδυναμία του πλουσίου να ωφεληθεί από όσα είχε κατακτήσει διδάσκει την οριστικότητα της παρούσης ζωής: ο χρόνος της μετανοίας είναι το «τώρα», όχι το «τότε».

Η τελευταία στροφή της παραβολής —«Μωϋσέα ἔχουσι καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν»— είναι ιδιαίτερα οξεία. Ο πλούσιος ζητά θαύμα για να πιστέψουν τα αδέλφια του· ο Αβραάμ απαντά ότι όποιος δεν πείθεται από τις Γραφές, δεν θα πειστεί ούτε αν αναστηθεί νεκρός. Η πίστη δεν είναι θέμα εντυπωσιακών αποδείξεων, αλλά ταπεινής ακρόασης του λόγου.

Ἐφαρμογή

Πόσοι Λάζαροι κείτονται σήμερα στις «πύλες» μας, σε φυσικές ή ψηφιακές μορφές; Η παραβολή μας προστάζει να ανοίξουμε τα μάτια προτού η πύλη γίνει χάσμα.