Πρὸς τὸ ἑσπέρας τῆς ἡμέρας ποὺ ὁ Κύριος εἶχε διδάξει διὰ τῶν παραβολῶν, εἶπε στοὺς μαθητάς Του: «Διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν». Καθὼς ἔπλεαν, σηκώθηκε λαίλαψ ἀνέμου μεγάλη καὶ τὰ κύματα ἔπιπταν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε νὰ γεμίζῃ. Ὁ Ἰησοῦς, ἐν τοσούτῳ, κοιμᾶτο εἰς τὴν πρῷραν, ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου. Οἱ μαθηταί, κατατρομαγμένοι, Τὸν ξύπνησαν: «Διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;».
Τὸ νόημα
Ἡ θάλασσα, στὴ βιβλικὴ συμβολική, παριστᾷ τὸ ἀκαταστάλακτο, τὶς δυνάμεις τοῦ χάους ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ζωή. Ἡ τρικυμία αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπεισόδιο ναυτικοῦ κινδύνου· εἶναι εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως ὅταν τὴν δαρθῇ ὁ φόβος καὶ ἡ ἀβεβαιότης. Ὁ Χριστὸς ποὺ κοιμᾶται δὲν εἶναι ἀδιάφορος· εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ μετέχει πλήρως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ συγχρόνως διατηρεῖ τὴν θεϊκή Του εἰρήνη. Ὅταν ἐγείρεται, δὲν προσεύχεται γιὰ νὰ καταπαύσῃ ὁ ἄνεμος· ἐπιτιμᾷ τὸν ἄνεμο καὶ λέγει στὴ θάλασσα «σιώπα, πεφίμωσο», μὲ τὴν ἴδια ἐξουσία ποὺ ἀπευθύνεται στὰ δαιμόνια. Καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Τὸ ἐρώτημα ποὺ ἀκολουθεῖ — «τίς ἄρα οὗτος ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουν αὐτῷ;» — εἶναι τὸ καίριο ἐρώτημα τοῦ εὐαγγελίου. Ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός;
Πατερικὲς προσεγγίσεις
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ ὅτι ὁ Κύριος ἐπέτρεψε τὴ θύελλα γιὰ νὰ φανερώσῃ ταυτόχρονα τὴν ἀνθρωπίνη ἀσθένεια τῶν μαθητῶν καὶ τὴν θεϊκή Του δύναμη. Ὁ ὕπνος Του φανερώνει τὴν πραγματικότητα τῆς ἐνσαρκώσεως· ἡ ἐπιτίμησις τῶν στοιχείων φανερώνει τὴν θεότητα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θεωρεῖ τὴν ψυχὴν ὡς πλοῖον ποὺ διασχίζει τὴ θάλασσα τοῦ βίου, καὶ τὸν Χριστὸν ὡς τὸν ἀκοίμητο κυβερνήτη ποὺ φαίνεται κάποτε νὰ κοιμᾶται μόνον γιὰ νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστη μας. Ὅταν Τὸν ἐπικαλεσθοῦμε, ἡ γαλήνη ἐπιστρέφει.
Ἐφαρμογή
Στὶς τρικυμίες τῆς ζωῆς, ἡ ἀπορία «οὐ μέλει σοι;» γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία. Ἡ ἀπάντηση δὲν δίδεται μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐπιτιμᾷ τὸν ἄνεμο.