Καθὼς ὁ Ἰησοῦς ἔβγαινε ἀπὸ τὴν Ἱεριχὼ συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του καὶ ἀπὸ ἱκανὸ πλῆθος, ἕνας τυφλὸς ζητιάνος, ὁ Βαρτίμαιος, υἱὸς τοῦ Τιμαίου, καθόταν παρὰ τὴν ὁδό. Ἀκούγοντας ὅτι περνᾷ ὁ Ναζωραῖος, ἄρχισε νὰ κράζῃ: «Υἱὲ Δαυίδ, Ἰησοῦ, ἐλέησόν με». Πολλοὶ τὸν ἐπέπληττον γιὰ νὰ σιωπήσῃ, ἐκεῖνος ὅμως ἐφώναζε ἀκόμη δυνατώτερα.
Τὸ νόημα
Ἡ ἐπίκλησις τοῦ Βαρτίμαιου εἶναι ἀπὸ τὶς πληρέστερες ὁμολογίες πίστεως στὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον. Ὁ τυφλὸς βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς αὐτὸ ποὺ οἱ βλέποντες δὲν διακρίνουν: ὅτι ὁ διερχόμενος εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ ἀναμενόμενος Υἱὸς Δαυίδ. Ἡ φωνή του διαπερνᾷ τὸν θόρυβο τοῦ πλήθους. Ὅταν ὁ Κύριος τὸν καλεῖ, ἐκεῖνος πετᾷ τὸ ἱμάτιό του — τὸ μόνο ἴσως ὑπάρχον του — καὶ τρέχει. Στὴν ἐρώτηση «τί σοι θέλεις ποιήσω;» ἀπαντᾷ ἁπλά: «Ραββουνί, ἵνα ἀναβλέψω». Δὲν ζητᾷ χρήματα οὔτε τιμή· ζητᾷ τὸ φῶς. Ὁ Κύριος ἀποδίδει τὴν θεραπεία στὴν πίστη του καὶ ὁ Βαρτίμαιος ἀκολουθεῖ τὸν Ἰησοῦ στὴν ὁδὸ — εἰκόνα τῆς μαθητείας ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν εὐγνωμοσύνη.
Πατερικὲς προσεγγίσεις
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος βλέπει στὴν ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ τὸ ὑπόδειγμα τῆς προσευχῆς ποὺ δὲν παραιτεῖται ἀπὸ ἀντιδράσεις. Ὅσοι τοῦ ζητοῦσαν νὰ σιωπήσῃ ἔγιναν ἄθελά τους ἀφορμὴ νὰ φωνάξῃ ἐντονώτερα. Παρόμοια, στὴν πνευματικὴ ζωή, οἱ ἀντιστάσεις — ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς — δὲν ἀναιροῦν τὴν προσευχή· τὴν δοκιμάζουν καὶ τὴν θερμαίνουν. Στοὺς ἀσκητικοὺς πατέρες, ἡ φωνὴ «Ἰησοῦ, ἐλέησόν με» τοῦ Βαρτίμαιου ἀναγνωρίζεται ὡς πρωτότυπον τῆς μονολόγιστης εὐχῆς. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος βλέπει στὴν ρίψη τοῦ ἱματίου τὴν ἀπεκδυσία τῶν παθῶν: ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ προσέλθῃ στὸ φῶς ἀφήνει πίσω ὅ,τι τὸν βαρύνει.
Ἐφαρμογή
Ὁ Βαρτίμαιος μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ πίστη συχνὰ ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν συναίσθηση τῆς πενίας. Ὅποιος γνωρίζει τὴν τυφλότητά του εἶναι ἕτοιμος νὰ ζητήσῃ τὸ φῶς.