«Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην». Μὲ αὐτὴν τὴν λιτὴ φράση ξεκινᾷ ὁ Μᾶρκος τὴν περιγραφὴ τοῦ γεγονότος ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου. Ἕνας τριαντάχρονος ἄνδρας ἀπὸ τὴν Γαλιλαία κατέρχεται στὸν Ἰορδάνη, ἀναμιγνύεται μὲ τὸ πλῆθος τῶν μετανοούντων καὶ ζητεῖ νὰ βαπτισθῇ ἀπὸ τὸν Πρόδρομο.
Τὸ νόημα
Τὸ ἐρώτημα γεννᾶται ἀβίαστα: γιατί νὰ βαπτισθῇ ὁ ἀναμάρτητος; Ἡ βάπτισις τοῦ Ἰωάννου ἦταν βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· ὁ Χριστὸς δὲν χρειάζεται οὔτε μετάνοια οὔτε ἄφεση. Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὴν φράση «πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Μτ 3, 15): ὁ Κύριος ταυτίζεται πλήρως μὲ τὴν ἀνθρωπίνη κατάσταση, μὲ ὅλη της τὴν ἁμαρτητικὴ βαρύτητα. Κατέρχεται στὰ νερά ὄχι γιὰ νὰ καθαρισθῇ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα, ἐγκαθιδρύοντας τὴν δυνατότητα τοῦ νέου βαπτίσματος ποὺ θὰ δοθῇ στοὺς πιστούς. Καὶ καθὼς ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ ὕδωρ, οἱ οὐρανοὶ σχίζονται καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καταβαίνει ἐπ’ αὐτὸν ὡς περιστερά, ἐνῶ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν διακηρύσσει: «Σὺ εἶ ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα». Στὰ ρεύματα τοῦ Ἰορδάνη φανερώνεται ἡ Ἁγία Τριάς: ὁ Πατὴρ μαρτυρεῖ, ὁ Υἱὸς βαπτίζεται, τὸ Πνεῦμα ἐπιφοιτᾷ. Ἐξ οὗ καὶ ἡ ὀνομασία «Θεοφάνια» ποὺ διέσωσε ἡ Ἐκκλησία.
Πατερικὲς προσεγγίσεις
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ βάπτισις τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς ἐπισήμου παρουσιάσεώς Του στὸν λαό. Πρὸ τοῦ Ἰωάννου ὁ Ἰησοῦς παρέμενε ἄγνωστος· ἡ μαρτυρία τοῦ Προδρόμου καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς Τὸν ἀναδεικνύουν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης βλέπει στὸ Ἰορδάνειο γεγονὸς τὴν ἀνακαίνισιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως: ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδὰμ διεφθάρη στὸν παράδεισο, ἔτσι ὁ νέος Ἀδὰμ ἀνακαινίζεται στὰ ὕδατα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς συνδέει τὴν κάθοδο τοῦ Πνεύματος μὲ τὴν χαρισματικὴ δωρεὰ ποὺ μεταδίδεται στοὺς βαπτιζομένους Χριστιανούς. Στὴ λειτουργικὴ παράδοση τὸ Θεοφάνειον εἶναι ἑορτὴ φωτὸς — γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἀρχαῖο ὄνομα τῆς ἑορτῆς εἶναι «τὰ Φῶτα».
Ἐφαρμογή
Κάθε βάπτισμα ξεκινᾷ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν Ἰορδάνη. Ὁ Χριστὸς κατέβηκε γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσῃ.