Λόγος Η΄
Περὶ τάξεως λεπτῆς τῆς διακρίσεως
Περίληψη
Ο Λόγος Η΄ των Ασκητικών του Αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί μια πυκνή πνευματική πραγματεία αυτογνωσίας και διάκρισης. Απευθυνόμενος σε κάθε αγωνιστή της ερήμου, ο άγιος ασκητής προτρέπει σε έναν ακατάπαυστο, νηφάλιο αυτοέλεγχο, ώστε ο μοναχός να γίνει ο ίδιος γιατρός της ψυχής του, αναγνωρίζοντας τα φάρμακα των πειρασμών που χορηγεί ο αληθινός Ιατρός. Με τη μεταφορά του τραύματος που είτε πυορροεί είτε επουλώνεται, ο Ισαάκ παραδίδει μια λεπτομερή κλίμακα πνευματικής διάγνωσης, ανιχνεύοντας το στάδιο υγείας των παθών, τον βαθμό εσωτερικής ειρήνης και την ποιότητα της προσευχητικής σχέσης. Το κείμενο κορυφώνεται στην περιγραφή της απερίγραπτης πνευματικής ηδονής που αποτελεί πρόγευση της Βασιλείας και στην ακλόνητη βεβαιότητα που γεννά η εμπειρία της αγάπης του Χριστού, έναντι της οποίας ωχριούν όλα τα δεινά.
Η διαρκής αυτοεξέταση και οι ιαματικές αντινομίες της ασκήσεως Ο Ισαάκ δεν αφήνει τον αγωνιστή σε μια αφηρημένη πνευματικότητα· τον καλεί να «προσέχει εαυτώ» διαρκώς, εξετάζοντας όχι μόνο τα έργα του, αλλά και το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων που συνυφαίνουν την άσκησή του.
Πρόσεχε σεαυτώ, ώ αγαπητέ, αεί και ίδε εν τη συνεχεία των έργων σου και τάς θλίψεις τάς συναντώσας σοι και την χωράν της ερήμου της διαγωγής σου και την λεπτότητα του νοός σου μετά της στρυφνότητος της γνώσεως σου και το μήκος το πολύ της ησυχίας σου μετά των φαρμάκων των πολλών, ήτοι των πειρασμών, των εκ του αληθινού ιατρού επαγόμενων προς υγείαν εκείνου του έσω ανθρώπου Μέσα από αυτή την ολιστική θεώρηση, ο ασκητής καλείται να δει τα αντιθετικά στοιχεία ως συστατικά μιας ενιαίας θεραπευτικής αγωγής: η χωρά της ερήμου και η λεπτότητα του νου συμπορεύονται με την τραχύτητα της γνώσης, η εκτεταμένη ησυχία με τα φάρμακα των πειρασμών. Ο Ιατρός είναι ο Χριστός, ο έσω άνθρωπος ο ασθενής, και η ανάρρωση κρίνεται από το αν το τραύμα των παθών αρχίζει να κλείνει και να επουλώνεται.
Η χαρτογράφηση των παθών: εξασθένηση, αποδρομή, σιωπή και φυσικά πάθη Στη συνέχεια, ο λόγος προχωρεί σε μια συστηματική διακρίβωση των εσωτερικών κινήσεων. Ποιο πάθος έχει εξασθενήσει, ποιο έχει εξαφανιστεί, ποιο σωπαίνει επειδή η ψυχή απέκτησε υγεία και όχι επειδή απλώς απουσιάζουν τα ερεθίσματα; Ποιο ενισχύεται από την αποστέρηση των αιτίων και ποιο κατανικήθηκε από τον λογισμό;
Ουχί πάντα τα πάθη εν προσβολή πολεμούσιν. Έστι γαρ πάθη, τάς θλίψεις μόνον δεικνύοντα τη ψυχή αμέλεια και ακηδία και λύπη, ουκ εν προσβολή ουδέ εν ανέσει προσβάλλουσιν, αλλά βάρος μόνον επιτιθέασι τη ψυχή Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, γιατί αποκαλύπτει ότι οι βαρύθυμες καταστάσεις της αμέλειας, της ακηδίας και της λύπης δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια στρατηγική όπως οι δυναμικές προσβολές της φιλοδοξίας ή της φιλαργυρίας. Ο ασκητής οφείλει να γνωρίζει αν τα πάθη του είναι σωματικά, ψυχικά ή μικτά, αν ενεργούν με εικονισμούς ή χωρίς, αν η μνήμη τους είναι ζωντανή αλλά απαθής, και πώς αντιδρά ο νους‑βασιλέας που εξουσιάζει τις αισθήσεις. Από τη λεπτομέρεια αυτή κρίνεται το ακριβές μέτρο της ψυχής.
Η δοκιμασία του νοός στην προσευχή και η πρόγευση της Βασιλείας Μετά την ανάλυση των παθών, ο Ισαάκ στρέφεται στην ώρα της προσευχής ως τον δείκτη της πνευματικής κατάστασης. Ερωτά: υπάρχει μετεωρισμός του λογισμού; Ποιο πάθος ταράσσει την διάνοια όταν πλησιάζουμε στον Θεό; Αισθάνεται ο ασκητής τη δύναμη της ησυχίας να επισκιάζει την ψυχή με επιείκεια, γαλήνη και ειρήνη; Αρπάζεται ο νους σε έννοιες ασωμάτων που οι αισθήσεις αδυνατούν να περιγράψουν; Η γλώσσα σιγεί ξαφνικά, μπροστά σε μια ανείπωτη χαρά, και μια γλυκιά ηδονή αναβλύζει ακατάπαυστα από την καρδιά, τραβώντας όλη την ύπαρξη.
Όταν δε επιδημήση τω ανθρώπω εκείνη η τρυφή η σφύζουσα εν όλω τω σώματι αυτού, ούτω νομίζει ότι ο τοιούτος εν εκείνη τη ώρα, ως ουκ εστίν άλλο τι ή των ουρανών βασιλεία ή τούτο Αυτή η σωματοποιημένη τρυφή, που συμβαίνει ενίοτε έξω από τις καθορισμένες ώρες της προσευχής ή της μελέτης, ακόμη και στο μεταίχμιο ύπνου και εγρήγορσης, σημαδεύει τόσο ανεξίτηλα τον άνθρωπο, ώστε κάθε επίγειο να θεωρείται σκύβαλο. Είναι η στιγμή που η ψυχή, έστω και φευγαλέα, αγγίζει τη δόξα του μέλλοντος αιώνος.
Η ελευθερία από τα αισθητά και η αδιάκοπη αναφορά στον Σωτήρα Η πνευματική αυτή εμπειρία συνοδεύεται από μια βαθύτερη απεξάρτηση: η ψυχή αποκτά «δύναμιν ψιλούσαν τας αισθητάς μνήμας», ξεγυμνώνοντας τα φαντάσματα του κόσμου μέσα από την ελπίδα που κατέχει την καρδιά. Οι εσωτερικές αισθήσεις γίνονται ισχυρές, πείθοντας με μια υπέρ λόγο πληροφορία ότι τίποτα από τα γήινα δεν μπορεί να αιχμαλωτίσει την καρδιά. Αντίθετα, η καρδιά είναι πλέον ξύπνια και συνομιλεί αδιαλείπτως με τον Σωτήρα. Ωστόσο, ο Ισαάκ δεν παραλείπει την απαραίτητη νηφάλια υπόμνηση: τα δώρα αυτά χάνονται εύκολα εξαιτίας της αμέλειας εκείνων που τα έλαβαν, και μπορεί να απαιτηθεί μακρύς χρόνος για να ξαναβρεθούν. Η διηνεκής αγρυπνία, η ανάγνωση και οι συνεχείς μετάνοιες αποτελούν τα δοκιμασμένα μέσα που ελκύουν ξανά τη χάρη.
Η παύλειος διακήρυξη: τίποτα δεν χωρίζει από την αγάπη του Χριστού Η πληρότητα της πνευματικής ζωής συμπυκνώνεται από τον Ισαάκ με μια παράλληλη αναφορά στην κλασική περικοπή του Αποστόλου Παύλου. Όταν τα σημάδια της θείας αγάπης εγκατασταθούν στην ψυχή, ο ασκητής μπορεί να αναφωνήσει μαζί με τον Παύλο: «Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα… ούτε άγγελοι ούτε δυνάμεις… δεν μπορούν να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού». Σε αυτή την κατάσταση, οι εξωτερικές θλίψεις, ο λιμός, ο διωγμός, η μόνωση, η συκοφαντία, ακόμη και η μάχαιρα, χάνουν κάθε δύναμη· η ψυχή έχει πια θεμελιωθεί στην ασάλευτη αγάπη του Θεού. Ο Ισαάκ τονίζει με δραματικό τρόπο ότι χωρίς αυτά τα προσωπικά βιώματα, όλοι οι κόποι, οι σωματικές θλίψεις και η άσκηση της ησυχίας παραμένουν κενοί και ανώφελοι, όσα θαύματα κι αν επιτελούν τα χέρια μας.
Η μαρτυρία της πείρας έναντι των λόγων
Ο εν τη ησυχία καθήμενος και πείραν της χρηστότητος λαβών του Θεού, ου χρήζει πολλής πιθανότητας, αλλ’ ουδέ κατά τίνα τρόπον απιστίας νοσεί η ψυχή αυτού, ως οι διστάζοντες τη αληθεία. Η μαρτυρία γαρ της εαυτού διανοίας ικανοί πείσαι εαυτόν υπέρ απείρους λόγους, πείρας όντας χωρίς Αυτός ο λόγος, που κλείνει την πραγματεία, αποτελεί την επιτομή της διδασκαλίας του Αββά. Ο ησυχαστής που έχει γευτεί την αγαθότητα του Θεού δεν χρειάζεται πολλές αποδείξεις ούτε πιθανολογήσεις· έχει μέσα του την αψευδή μαρτυρία της συνειδήσεως, η οποία πείθει πιο βαθιά από μυριάδες επιχειρήματα. Η προσωπική πείρα γίνεται το ακλόνητο έρεισμα της πίστης, και ο νους αναπαύεται όχι σε ανθρώπινες διαβεβαιώσεις αλλά στην ίδια την αισθητή επίσκεψη της χάρης.
Ο Λόγος Η΄ του Αββά Ισαάκ λειτουργεί ως κλασικό εγχειρίδιο ορθόδοξης πνευματικής διακρίσεως. Με ασκητική ακρίβεια και νηφάλια ποιμαντική φροντίδα, καθοδηγεί τον πιστό από την πρώτη αυτοπαρατήρηση έως την κορυφαία εμπειρία της εν Χριστώ αγάπης. Η αξία του έγκειται στο ότι δεν προσφέρει απλώς μια θεωρητική ανάλυση των παθών, αλλά καλεί σε έναν διαρκή και συγκεκριμένο έλεγχο των εσωτερικών φαινομένων, συνδέοντας οργανικά την άσκηση με τη χάρη. Έτσι, ο κάθε αναγνώστης μπορεί να μετρήσει το πνευματικό του ανάστημα, να αναγνωρίσει τα φάρμακα που του δίνονται και να προσδοκά εκείνη την ανέκφραστη χαρά που αποτελεί ήδη από τώρα απτή μαρτυρία της ουράνιας Βασιλείας.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.
Πρόσεχε σεαυτώ, ώ αγαπητέ, αεί και ίδε εν τη συνεχεία των έργων σου και τάς θλίψεις τάς συναντώσας σοι και την χωράν της ερήμου της διαγωγής σου και την λεπτότητα του νοός σου μετά της στρυφνότητος της γνώσεως σου και το μήκος το πολύ της ησυχίας σου μετά των φαρμάκων των πολλών, ήτοι των πειρασμών, των εκ του αληθινού ιατρού επαγόμενων προς υγείαν εκείνου του έσω ανθρώπου, εν καιρώ δη, εκ των δαιμόνων και εν καιρώ εν νόσοις και εν πόνοις του σώματος και εν καιρώ, εν πτοήσει των νοημάτων της ψυχής σου εν ταίς μνήμαις ταίς δειναίς ταίς μελλούσαις είναι εις τα έσχατα εν καιρώ δε, εν τω κεντρισμώ και περιδέσμω της χάριτος της θερμής και των γλυκέων δακρύων και της χαράς του πνεύματος μετά των λοιπών, ίνα μη πληθύνω τους λόγους. Άρα εν πασι τούτοις εντελώς καθοράς, ότι το έλκος σου ήρξατο υγιαίνειν και σφραγίζεσθαι; Τούτο δε εστίν, άρα τα πάθη ήρξαντο ασθενείν; Θού τεκμήριον και είσελθε εν έαυτώ διαπαντός και ίδε ποια μεν των παθών οράς, ότι ησθένησαν κατενώπιον σον, ποια δε εξ αυτών απώλοντο και απέστησαν παντελώς, και ποία εξ αυτών ήρξαντο σιωπάν εκ της υγιείας της ψυχής σου και ουχί εκ της αποστάσεως των πτοούντων, και ποια εκ της διανοίας έμαθε κραταιούσθαι και ουχί εκ της στερήσεως των αίτιων. Και πρόσεχε πάλιν εί άρα βλέπεις παντελώς εντός της σήψεως του έλκους σου, ότι ήρξατο σάρξ ζώσα ανέρχεσθαι, όπερ εστίν η ειρήνη της ψυχής και ποία μεν των παθών ακολούθως και ηπειγμένως εκβιάζονται, και εν ποίω καιρώ και καιρώ και ει είσι ταύτα σωματικά ή ψυχικά ή σύνθετα και σύμμικτα, και εί ως ασθενή εν τη μνήμη κινούνται σκοτεινώς ή ισχυρώς κατά της ψυχής επανίστανται, και εί άρα ως εξουσιάζοντα ή κλεψιμαίω τρόπω, και πώς προσέχει αυτοίς ο νους ο βασιλεύς, ο εξουσιάζων των αισθήσεων. Όταν κύψωσι και συνάψωσι πόλεμον, πολεμεί μετ’ αυτών και εξατονείν αυτά ποιεί εν τη ισχύϊ εαυτού ή ουδέ πάλιν εν οράσει καθορά αυτά και ψηφίζει αυτά; Και ποια μεν αυτών απηλείφησαν εκ των παλαιών, ποια δε νεωστί επλάσθησαν; Και τα πάθη δε εν εικονισμώ κινούνται ή εν αισθήσει χωρίς εικονισμών, και εν μνήμη χωρίς πάθους και διαλογισμώ εκτός ερεθισμού; Και εκ τούτων πάλιν δυνατόν γνώναι το μέτρον της ψυχής, πώς ίσταται. Εκείνα μεν τα πρώτα κατάστασιν ου πεφθάκασι. Διότι ακμήν άγων επίκειται τη ψυχή, καν και ισχυρότητα κατ’ αυτών δεικνύει. Ταύτα δε, καθώς είπεν η Γραφή, εν χρήσει «εκάθισε», λέγουσα, «Δαβίδ εν τω οίκω αυτού, και ανέπαυσεν αυτόν ο Θεός εκ των περικύκλω αυτού πάντων». Ταύτα ου περί ενός των παθών νοήσεις, αλλά και μετά των παθών των φυσικών, της επιθυμίας και του θυμού, και τα πάθη της φιλοδοξίας της εικονιζούσης τα πρόσωπα και φανταζούσης και είς επιθυμίαν και έφεσιν διεγειρούσης και το πάθος της φιλαργυρίας αύθις, όταν κοινωνή αυτώ η ψυχή κρυπτώς, καν και ου πείθηται είς έργον ελθείν, αλλά τα είδωλα των της φιλαργυρίας πραγμάτων εν τη όλη της συναγωγής του πλούτου εικονίζη εν τω νοί και την ψυχήν πείθη μελετήσαι εν αυτοίς και πόθον εμποιή κτήσασθαι αυτά μετά των λοιπών. Ουχί πάντα τα πάθη εν προσβολή πολεμούσιν. Έστι γαρ πάθη, τάς θλίψεις μόνον δεικνύοντα τη ψυχή αμέλεια και ακηδία και λύπη, ουκ εν προσβολή ουδέ εν ανέσει προσβάλλουσιν, αλλά βάρος μόνον επιτιθέασι τη ψυχή. Η δε ισχύς της ψυχής εν νίκη κατά των εν προσβολή πολεμούντων δοκιμάζεται, και τούτων πάντων γνώσιν λεπτήν και τεκμήρια χρή τω άνθρώπω έχειν, όπως αισθηθή είς έκαστον βήμα, ο τίθησι, που έφθασε και εν ποία χώρα ήρξατο η ψυχή αυτού πατήσαι, εν τη γη του Χαναάν ή έξωθεν του Ιορδάνου. Πρόσεχε δε και τούτο. Εάν δια του φωτός της ψυχής ικανή η γνώσις προς διάκρισιν τούτων ή εν σκότει διακρίνη αυτά ή παντελώς εστέρηται εκ των τοιούτων, ευρίσκεις άρα παντελώς, ότι ήρξατο ο λογισμός καθαρεύεσθαι; Δίδωσι τόπον ο μετεωρισμός εν τη διανοία κατά την ώραν της προσευχής; Και ποιον άρα πάθος ταράσσει εν τω προσεγγίσαι τη προσευχή την διάνοιαν; Αισθάνη εν σεαυτώ, ότι ή δύναμις της ησυχίας επεσκίασεν επί την ψυχήν εν επιεικείς και γαλήνη και ειρήνη, ην παρά το έθος είωθε γεννάν τη διανοία; Αρπάζεται ο νους αεί έξωθεν του θελήματος εις τάς εννοίας των ασωμάτων, εις άπερ ουκ επετράπησαν αί αισθήσεις ερμηνεύσαι αυτά; Εξάπτεται εν σοι εξαίφνης χαρά, η κατασιγάζουσα την γλώσσαν; Εν τη ανομοίω τρυφή εαυτής βρύει εκ της καρδίας αεί ηδονή τις και έλκει τον νουν όλον εξ όλου; Ανεπαισθήτως κατά καιρόν και καιρόν εμπίπτει εις όλον το σώμα τρυφή τις και αγαλλίασις, άπερ γλώσσα σαρκίνη ου δύναται αυτά εξειπείν, έως αν πάντα τα επίγεια σποδόν και σκύβαλα ηγήσηται, εν τη μνήμη ταύτη. Εκείνη γαρ η πρώτη η της καρδίας· εν καιρώ εν ώρα της προσευχής και εν καιρώ εν τη αναγνώσει και εν καιρώ πάλιν εκ της διηνεκούς μελέτης και του μήκους της διανοίας θερμαίνεται ο νους. Αύτη δε η εσχάτη, ως τα πολλά έξωθεν τούτων και ποσάκις εν έργω παρέργω, και είς τα πολλά των νυκτών εν τω αυτώ τρόπω ότε μεταξύ του ύπνου και της εγρηγόρσεως, ως υπνών και ως μη υπνών και ως εγρηγορώς και ουκ εγρηγορώς επισυμβαίνει. Όταν δε επιδημήση τω ανθρώπω εκείνη η τρυφή η σφύζουσα εν όλω τω σώματι αυτού, ούτω νομίζει ότι ο τοιούτος εν εκείνη τη ώρα, ως ουκ εστίν άλλο τι ή των ουρανών βασιλεία ή τούτο. Βλέπε πάλιν εί η ψυχή εκτήσατο δύναμιν ψιλούσαν τάς μνήμας τάς αισθητάς εν τη δυνάμει της ελπίδος της κατακρατούσης της καρδίας, και κραταιούσαν τάς αισθήσεις τάς εσωτικάς εν ανερμηνεύτω πληροφορίας πείθοι και εί εξυπνίσθη η καρδία, χωρίς της περί αυτής προνοίας αιχμαλωτισθήναι των επιγείων, εν τη απαύστω διηγήσει μετά της εργασίας αυτής της αδιαλείπτου, της ούσης μετά του Σωτήρος ημών. Κτήσαι γνώσιν της διαφοράς της κλήσεως αυτής και της διηγήσεως, όταν ακούσης. Ταχέως δε γεύσασθαι τούτων ποιεί τη ψυχή η μη διακοπτόμενη ησυχία εν τη αδιαλείπτω εργασία αυτής και διαμενούση. Απόλλυνται γαρ πάλιν μετά την εύρεσιν αυτών εκ της αμελείας των δεχόμενων, και εν μακρώ χρόνω αύθις ούχ ευρίσκονται. Εν τούτοις γαρ τολμά τις του ειπείν, τεθαρρηκώς τη μαρτυρία της συνειδήσεως αυτού, όπερ είπεν ο μακάριος Παύλος φάσκων, «πεπεισμαι, ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα, ούτε τα λοιπά άλλα, χωρίσαι με της αγάπης δύνανται του Χριστού» ούτε γαρ θλίψεις αί του σώματος και μετ’ αυτών αί της ψυχής, ούτε λιμός, , ου διωγμός, ου γυμνότης, ου μόνωσις, ουκ εγκλεισμός, ου κίνδυνος, ου μάχαιρα, αλλ’ ουδέ οι άγγελοι του Σατανά, ούτε αί δυνάμεις αυτού εν τοις κακοίς τρόποις των μηχανημάτων, ούτε η καταργουμένη δόξα εν τη εαυτής προσβολή, τη προσβαλλούση αυτώ, ούτε συκοφαντίαι και μέμψεις εν κολαφισμώ δωρεάν και μάτην γινόμεναι. Εαν δε ταύτα, ώ αδελφέ, κατά τίνα τρόπον πλεονάζειν ή υστερείν, θεωρείσθαι εν τη ψυχή σου ουκ ήρξαντο, οι κάματοι σον και αί θλίψεις και η ησυχία σου άπασα μόχθος εστίν ανόνητος και ουδέ, εάν θαυμάσια εν ταίς χερσί σου εργάζωνται και τους νεκρούς ανιστώσιν, είς ομοίωσιν τούτων λογίζονται. Και δη αρτίως κίνησον την ψυχήν σου και εν δάκρυσι πείσον τον σώζοντα τα πάντα αφαιρείν τον βήλον της θύρας της καρδίας σου και την σκότωσιν της καταιγίδος των παθών εκτίλαι του ένδοθεν στερεώματος, του αξιωθήναι σε ιδείν την ακτίνα της ημέρας, ίνα μη γένη ως νεκρός καθήμενος εν σκοτώσει είς τους αιώνας. Αγρυπνία διηνεκής μετά αναγνώσεως και μετάνοιαι συνεχείς εκ διαδοχής γινόμεναι υπό τίνος ου χρονίζουσι δούναι ταύτα τα αγαθά τοις ούσι σπουδαίοις. Και ο εύρων, εν τούτοις εύρεν αυτά, Καί οι θέλοντες πάλιν ταύτα ευρείν, χρήζουσιν εμμείναι τη ησυχία, συνάμα τη έργασίφ τούτων, και προς τούτοις μη δεσμευθήναι την αυτών διάνοιαν εν τινι, μηδέ εν ανθρώπω εκτός της ψυχής εαυτών, εν τη εργασία δε αυτής τη ένδον εράζεσθαι. Αλλά και εν αυτοίς τοις έργοις, επ’ ενίοις τούτων ευρίσκομεν μερικώς εγγύς ημών αίσθησιν ακριβή, δι’ ης και περί των λοιπών βεβαιούμεθα. Ο εν τη ησυχία καθήμενος και πείραν της χρηστότητος λαβών του Θεού, ου χρήζει πολλής πιθανότητας, αλλ’ ουδέ κατά τίνα τρόπον απιστίας νοσεί η ψυχή αυτού, ως οι διστάζοντες τη αληθεία. Η μαρτυρία γαρ της εαυτού διανοίας ικανοί πείσαι εαυτόν υπέρ απείρους λόγους, πείρας όντας χωρίς. Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και μεγαλοπρέπεια είς τους αιώνας. Αμήν.