Λόγος ΛΓ΄

Περὶ τοῦ τρόπου τῆς εὐχῆς

Περίληψη

Ο ΛΓ’ Λόγος του αββά Ισαάκ του Σύρου, προερχόμενος από τα καλούμενα «Ασκητικά», συμπυκνώνει θεμελιώδεις αρχές της νηπτικής παράδοσης. Με γλώσσα εμπειρική και πρακτική, ο Σύρος πατήρ καθοδηγεί τον αγωνιζόμενο χριστιανό στην τέχνη της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού, της διακρίσεως των λογισμών και της καθαρότητος της καρδίας. Οι σύντομες αυτές παραινέσεις δεν αποτελούν θεωρητική διδασκαλία, αλλά αποστάλαγμα αγιοπνευματικής πείρας, προσφέροντας οδηγίες για την απερίσπαστη προσευχή, τη φύλαξη των αισθήσεων και την εν Χριστώ αγάπη.

Η αληθής βεβαίωση της πίστεως Ο Ισαάκ τονίζει ότι η βεβαίωση στην προσευχή δεν προέρχεται απλώς από την ορθή ομολογία, αλλά από μια ψυχή που εποπτεύει την αλήθεια του Θεού μέσω της δυνάμεως της χριστιανικής πολιτείας. Η πληροφορία της πίστεως αποκαλύπτεται σε όσους υψώνουν τον νου τους και ανταποκρίνονται στην κλήση της χάριτος. Παράλληλα, η διηνεκής μελέτη των Γραφών χαρακτηρίζεται φως της ψυχής, ικανό να εντυπώσει ωφέλιμες μνήμες, να προστατεύσει από τα πάθη και να οδηγήσει στον θείο πόθο.

Βεβαίωσις δε της εις Θεόν πίστεως ουκ εστίν η υγεία της ομολογίας, ει και μήτηρ εστί της πίστεως, αλλά ψυχή η θεωρούσα την αλήθειαν του Θεού εκ της της πολιτείας δυνάμεως

Με τη φράση αυτή ο Σύρος πατήρ υπερβαίνει τη στείρα διανοητική πίστη και στρέφει τον αναγνώστη στη μεταμόρφωση του βίου ως κριτήριο της γνησιότητας. Δεν αρκεί η υγιής ομολογία, αν αυτή δεν συνοδεύεται από την εσωτερική θέα του Θεού, που γεννιέται από την τήρηση των εντολών.

Η φύλαξη των μνημών και η διάκριση των λογισμών Εκτεταμένη αναφορά γίνεται στον ρόλο των μνημών και των φαντασιών. Ο Ισαάκ εξηγεί πως οι καλές ενθυμήσεις ανακαινίζουν την αρετή, ενώ η ανάμνηση της ακολασίας εξάπτει αισχρές επιθυμίες. Δεν είναι μόνον η μελέτη που βλάπτει ή ωφελεί, αλλά και η θεωρία και η μνήμη που ενεργοποιούν τα αντίστοιχα πάθη ή τις αρετές.

Εάν γαρ η μνήμη των αγαθών ανακαινίζη εν ημίν την αρετήν, όταν ταύτα διαλογιζώμεθα, δήλον ότι και η μνήμη της ακολασίας ανακαινίζει εν τη διάνοια ημών επιθυμίαν αισχράν, όταν αυτής μνημονεύσωμεν

Αυτή η παρατήρηση φανερώνει τη βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχολογίας: η διάνοια εικονίζει συνεχώς όσα τρέφει στο κρυπτό της. Οι άγιοι άγγελοι, προσθέτει, λαμβάνουν ομοιώματα αγίων και τα παρουσιάζουν στην ψυχή κατά τον ύπνο ή την ημέρα, προκαλώντας χαρά και ελαφρύνοντας την εργασία των αρετών. Αντίθετα, οι δαίμονες εκμεταλλεύονται τη ροπή προς τα πάθη και προσβάλλουν τη φαντασία με τρομακτικές ή αποπροσανατολιστικές εικόνες. Γι’ αυτό προτρέπει σε διάκριση: να εξετάζουμε ποιες μνήμες προέρχονται από τη θεία πρόνοια, ποιες από τα πάθη και ποιες από τους αγγέλους, ώστε να οικειωνόμαστε τις ωφέλιμες και να αποδιώκουμε τις βλαβερές.

Τα δύο είδη αγάπης Σε μια σύντομη αλλά περιεκτική παραβολή, ο Ισαάκ διακρίνει την ανθρώπινη αγάπη από τη θεία. Η πρώτη μοιάζει με λυχνάρι που συντηρείται από λίγο λάδι ή με χείμαρρο που τροφοδοτείται από την εποχική βροχή – η λάμψη και η ροή της εξαρτώνται από εξωτερικές αιτίες και στερεύουν εύκολα.

Η αγάπη δε, η τον Θεόν αίτιον έχουσα, ως πηγή εστί βρύουσα και ουδέποτε τα ρεύματα αυτής ανακόπτεται αυτός γαρ μόνος εστί της αγάπης πηγή και ανελλιπής η ύλη αυτής

Επομένως, ο ασκητής καλείται να ανυψώνεται από τα εμπαθή ανθρώπινα κίνητρα στη θεοκίνητη αγάπη, η οποία μόνη εξασφαλίζει σταθερότητα και αδιάκοπη καρποφορία. Αυτή η θεία αγάπη δεν στηρίζεται σε πρόσκαιρα αίτια, αλλά πηγάζει από τον ίδιο τον Χριστό, παραμένοντας ανεξάντλητη ακόμη και στις δυσκολίες της ησυχαστικής ζωής.

Η τέχνη της απερίσπαστης προσευχής Ο Ισαάκ προσφέρει πολύτιμες συμβουλές για την ψαλμωδία και τη μελέτη της Γραφής. Για να γευθεί κανείς την τρυφή των θείων λογίων, πρέπει να εγκαταλείψει την ποσοτική προσέγγιση και τον μηχανικό εκστηθισμό. Η διάνοια οφείλει να εμβαθύνει στα ιστορικώς ειρημένα, ώσπου η ψυχή να εξυπνισθεί σε έκπληξη για τη θεία οικονομία και να κινηθεί είτε σε δοξολογία είτε σε επωφελή λύπη.

Μη γίνου εν τοις στίχοις της ψαλμωδίας σου ως παρ’ άλλου δεχόμενος τους λόγους, ίνα μη οιηθής το έργον της μελέτης πληθύνειν αδιαλείπτως, και της κατανύξεως και της χαράς της εν αυτοίς παρέλθης τελείως αλλ’ ως εξ εαυτού, ίνα λέγης τους λόγους σου εν τη δεήσει σου εν κατανύξει και κατανοήσει της διακρίσεως, ως ο συνιων το έργον αυτού αληθώς

Με άλλα λόγια, η προσευχή γίνεται προσωπικό έργο του νου, ο οποίος με διάκριση προσλαμβάνει τα νοήματα και τα μεταποιεί σε καρδιακή κατάνυξη. Ο άγιος τονίζει ότι η σύγχυση είναι όχημα του διαβόλου, διότι αφαιρεί τη γεύση της συνέσεως και καταποντίζει την ψυχή. Αντίθετα, η ειρήνη της διανοίας είναι καρπός της ελευθερίας των τέκνων του Θεού και όχι της δουλικής εργασίας. Έτσι η κατανυκτική ανάγνωση οδηγεί στη χαρά και την πνευματική γαλήνη.

Η αντιμετώπιση των λογισμών και το δώρο των δακρύων Ο Σύρος πατήρ συμβουλεύει να μην αντιμάχεται κανείς απευθείας τους εχθρικούς λογισμούς, αλλά να ρίχνει εαυτόν στον Θεό με προσευχή.

Ο μη αντιλέγων τοις εν ημίν υποσπειρομένοις υπό του εχθρού λογισμοίς, αλλά δια της προς τον Θεόν ικεσίας την προς αυτούς ομιλίαν εκόπτων, τούτο σημείον εστίν, ότι εύρεν ο νους σοφίαν παρά της χάριτος

Η άμεση αντιλογία συχνά προκαλεί πληγές και μολυσμό του νου, ενώ η καταφυγή στη θεία βοήθεια συντομεύει τον μακρύ δρόμο του πνευματικού αγώνα. Αυτή η «σύντομος τρίβος» είναι καρπός σοφίας που χαρίζεται από τη χάρη. Όσον αφορά τα δάκρυα, ο Ισαάκ τα παρουσιάζει ως σημείο του θείου ελέους και της προσωπικής μετάνοιας της ψυχής, τα οποία οδηγούν στην πεδιάδα της καθαρότητος. Προϋπόθεση είναι η απομάκρυνση από τους παρερχομένους λογισμούς, η εκκοπή της ελπίδας του κόσμου και η απασχόληση του νου με τα αγαθά της μελλούσης ζωής. Τότε οι οφθαλμοί πλημμυρίζουν από την ακλινή και αμετεώριστη μνήμη του Θεού, και τα δάκρυα πληθύνονται, αυξάνοντας την πνευματική επίγνωση.

Το εργόχειρο και η ελευθερία από τη φιλαργυρία Τέλος, ο λόγος αγγίζει την πρακτική του εργοχείρου στην ησυχαστική ζωή. Ο Ισαάκ προτρέπει ο ασκητής να μην επιτρέψει στη φιλαργυρία να κρύβεται πίσω από την εντολή των Πατέρων για εργασία. Το εργόχειρο πρέπει να είναι μικρό, μόνο για την αντιμετώπιση της ακηδίας και των βιοτικών αναγκών, χωρίς να ταράσσει τον νου. Η προσευχή είναι ανώτερη από κάθε έργο, και ο Θεός δεν εγκαταλείπει τους εργάτες Του σε ένδεια. Ο λόγος επιστεγάζεται με την υπόμνηση ότι το κελλί του αναχωρητή δεν είναι ξενοδοχείο ούτε κέντρο φιλανθρωπικής δράσεως, διότι η τάξη της πολιτείας του είναι η φύλαξη του νου στην προσευχή και όχι ο περισπασμός στα ορώμενα.

Κατακλείωντας, ο ΛΓ’ Λόγος του Ισαάκ του Σύρου αποτελεί έναν πνευματικό οδοδείκτη που παραμένει επίκαιρος. Σε μια εποχή όπου η υπερπληροφόρηση και η διάσπαση κυριαρχούν, οι νηπτικές υποθήκες του Σύρου πατρός προσφέρουν αντίδοτο: τη μονίμως στραμμένη στον Θεό διάνοια, που μέσω της διακρίσεως, της προσευχής και της θείας αγάπης κατακτά την εσωτερική ειρήνη. Το κείμενο δεν απευθύνεται μόνο σε μοναχούς, αλλά σε κάθε ψυχή που διψά την εμπειρική γνώση του Θεού και την ενότητα του νοός στην καρδία, σύμφωνα με την αδιάσπαστη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.

ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΤΩΝ ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΗΝΕΚΟΥΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΠΟΑΥΜΕΡΩΣ ΩΦΕΛΟΥΜΕΝΩΝ, ΕΑΝ ΤΙΣ ΕΝ ΛΙΑΚΡΙΣΕΙ ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΩΝ ΦΥΛΑΤΤΗι ΑΥΤΑ

Το βεβαιωθήναι τινα εν τη αιτήσει της ευχής αυτού εν τη ελπίδι του Θεού, τούτο μέρος άριστον της χάριτος της πίστεως. Βεβαίωσις δε της εις Θεόν πίστεως ουκ εστίν η υγεία της ομολογίας, ει και μήτηρ εστί της πίστεως, αλλά ψυχή η θεωρούσα την αλήθειαν του Θεού εκ της της πολιτείας δυνάμεως. Όταν εύρης εν ταίς αγίαις Γραφαίς την πίστιν μεμιγμένην ταίς πολιτείαις, ουχί περί της ορθής ομολογίας θήσεις την περί αυτής θεωρίαν. Ουδέποτε γαρ καταλαμβάνεται η πίστις, η παρέχουσα πληροφορίαν της ελπίδος, εκ των αβαπτίστων ή εκ των εφθαρμένων την διάνοιαν εκ της αληθείας. Πληροφορία γαρ της πίστεως αποκαλύπτεται τοις υψηλοίς εν τη ψυχή, κατά την αναλογίαν των τρόπων των προσεχόντων εις την δι Η διηνεκής μελέτη εν τη Γραφή το φως εστί της ψυχής. Αύτη γαρ ενσημαίνει τη ψυχή μνήμας ωφελίμους, του παραφυλάξασθαι εκ των παθών, του διαμένειν τε εν τω προς Θεόν πόθω, εν τη αγνεία της προσευχής, αλλά και κατευθύνει έμπροσθεν ημών οδόν ειρήνης των ιχνών των αγίων. Όμως μή διστάσης εις τάς ευχάς ημών των στίχων, ότε ουκ ακολουθεί αυταίς πολύ εξυπνισμός και κατάνυξις διηνεκής, ή εν ταίς ευχαίς ή εν τη αναγνώσει κατά πάσαν ώραν. Λόγους από πείρας λεγομένους εξ ανάγκης δέχου, ει και ο λαλών αυτούς ιδιώτης εστί. Διότι οι θησαυροί των βασιλέων οι μεγάλοι των επί της γης ου καταφρονούσι δέξασθαι προσθήκην αβόλου απαιτητού και εκ των ρυάκων των μικρών πλημμυρούνται οι ποταμοί και μεγαλύνονται εν τη ρύσει αυτών. Περι φυλακής μνημών Εάν γαρ η μνήμη των αγαθών ανακαινίζη εν ημίν την αρετήν, όταν ταύτα διαλογιζώμεθα, δήλον ότι και η μνήμη της ακολασίας ανακαινίζει εν τη διάνοια ημών επιθυμίαν αισχράν, όταν αυτής μνημονεύσωμεν. Διότι η έκαστου τούτων μνήμη διαφοράν των πραγμάτων ενσημαίνει και διαγράφει εν τοις διαλογισμοίς ημών και δεικνύει ημών ώσπερ εν δακτύλω, ή των λογισμών ημών αισχρότητα ή το της πολιτείας της ημετέρας υψηλόν, και κραταιοί εν ημίν τους λογισμούς και τάς κινήσεις, ήτοι των δεξιών ή των αριστερών. Και γινόμεθα μελετώντες εν τω κρυπτώ της διανοίας ημών, και εικονίζεται ο μερισμός της πολιτείας ημών εν τη μελέτη της διανοίας ημών, ίνα εξ ανάγκης θεωρώμεν εαυτούς διαπαντός. Λοιπόν, ουχί η μελέτη μόνη βλάπτει τον έχοντα αυτήν, αλλά συν αυτή και η θεωρία και η μνήμη πάλιν η ταύτα αναπληρούσα. Και ου μόνη η εργασία της αρετής βοηθεί τω τελειούντι αυτήν μεγάλως, αλλά καί η φαντασία της διανοίας, η εικονιζόμενη εκ της μνήμης των προσώπων των εργασαμένων αυτήν. Καί εκ τούτου γνωστόν εστίν, ότι οι πλείστοι, οι την τάξιν της καθαρότητος φθάσαντες προς θεωρίαν τινών αγίων, αξιούνται εν τη θεωρία της νυκτός πάντοτε, και εν τη ημέρα κατά πάσαν ώραν ύλη αυτοίς χαράς εγγίνεται εν τη της διανοίας νοητή αδολεσχία η τούτων θεωρία σφραγισθέντων εν ταίς ψυχαίς αυτών. Και τούτου χάριν εν θερμότητι προσέρχονται τη εργασία των αρετών καί φλόξ περισσή εμπίπτει εν αυτοίς εις την επιθυμίαν αυτών. Καί λέγουσιν ότι οι άγιοι άγγελοι λαμβάνουσι τα ομοιώματα τίνων αγίων, των τιμίων και αγαθών, καί δεικνύουσιν αυτά εν τη φαντασία του ύπνου τη ψυχή εν τω μετεωρισμώ των διαλογισμών αυτής, εις χαράν και περιποίησιν και αγαλλίαμα. Και εν ημέρα κινούσιν αυτά αεί εν τη των λογισμών αυτών θεωρία, και ελαφρύνεται η εργασία αυτής εκ της χαράς των αγίων. Ούτω και εν τη συνεχεία των πολέμων. Ό έχων συνήθειαν μελετάν εν τοις κακοίς, υπό των δαιμόνων εν τη ομοιότητι ταύτη φαντάζεται. Λαμβάνουσι γαρ ομοίωσιν καί δεικνύουσι τη ψυχή φαντασίας πτοούσας αυτήν, πλέον εν τη μνήμη τη ημερινή εν τούτοις μεσάζοντες. Καί ποτέ μεν εν τη θεωρία ταύτη τη φοβερά, τη πτοούση την ψυχήν, ασθενείν αυτήν ποιουσι, ποτέ δε πάλιν δεικνύουσιν αυτή την δυσχέρειαν της πολιτείας, την εν τη ησυχία και τη μονώσει και έτερα τίνα. Καί ημείς ούν, αδελφοί, περί του προσέχειν ταίς μνήμαις και τούτων τεκμαίρεσθαι την κατάστασιν της ψυχής, λάβωμεν άρτι το διακρίνειν αεί εν ταίς μνήμαις της μελέτης ημών, ποίαις ομιλούμεν αυτών και ποίαις αποδιώκομεν αφ’ ημών ταχέως, όταν προσεγγίσωσι τω φρονήματι ημών, εάν ταίς εκ της προνοίας διαμονών των ριπτόντων την ύλην τοις πάθεσιν, είτε ταίς εκ της επιθυμίας και του θυμού, ή ταίς εκ των αγίων Αγγέλων των παρεχόντων το νεύμα της χαράς και της γνώσεως, τάς μνήμας τε τάς εν τοις λογισμοίς τάς εξυπνιζούσας ημάς εν τω προς ημάς αυτών πλησιασμώ, ή ταίς εκ των προλήψεων των προλαβουσών εν αισθήσει, εξ ων κινούνται εν τη ψυχή οι λογισμοί, οι αρπάζοντες εν τω μέρει τω ένι εξ αυτών. Την δε πείραν των δύο τούτων εν τη διαγνώσει της διακρίσεως κτησόμεθα, την θεωρίαν τε αυτών και την ομιλίαν και την εργασίαν των έργων αυτών, και εκάστη εξ αυτών ακολουθείν ποιήσομεν ευχήν αφωρισμένην. Περί διαφοράς της αγάπης Η αγάπη, ή εκ τίνων γινομένη πραγμάτων, ως λαμπάς εστί μικρά εκ του ελαίου εκτρεφομένη, και ούτω συνίσταται το φως αυτής ή και ως χείμαρρος ρέων εκ του υετού, ούπερ η ρεύσις καταπαύεται, της συνιστώσης αυτόν ύλης λείψιν παθούσης. Η αγάπη δε, η τον Θεόν αίτιον έχουσα, ως πηγή εστί βρύουσα και ουδέποτε τα ρεύματα αυτής ανακόπτεται αυτός γαρ μόνος εστί της αγάπης πηγή και ανελλιπής η ύλη αυτής. Πώς οφείλεις εύχεσθαι αρεμβάστως Θέλεις τρυφήσαι εν τη στιχολογία της λειτουργίας σου και λαβείν αίσθησιν των λογίων του Πνεύματος των υπό σου λεγομένων; Τελείως την ποσότητα άφες και την γνώσιν των μέτρων των εν αυτοίς μή στήσης και τους στίχους ίνα λέγης ως εν τοις τρόποις της ευχής, και τον εκστηθισμόν τον συνήθη κατάλειψαι, και νόησον όπερ σοι λέγω. Και όπερ ιστορικώς είρηται, ως εν αναγνώσει τινός των υπό Θεού κυβερνωμένων, έστω η διάνοια σου θεωρούσα εν τη μελέτη αυτών, έως αν εις τάς κατανοήσεις αυτών τάς μεγάλας εξυπνισθή σου η ψυχή τη εκπλήξει της οικονομίας και εκ τούτου κινηθήναι ή είς δοξολογίαν ή είς λύπην επωφεληθή. Και ει τι εστίν είς ευχήν, καθ’ εαυτού λάβε. Και όταν βεβαιωθή η διάνοια εν τούτοις, η σύγχυσις έκτοτε δίδωσι τόπον και απέρχεται. Ούκ έστι γαρ εν τη εργασία τη δουλική ειρήνη της διανοίας, ουδέ εν τη ελευθερία των τέκνων σύγχυσις της ταραχής.¨Εθος γαρ έχει η σύγχυσις αφαιρείν την γεύσιν της συνέσεως και της κατανοήσεως και σκυλεύσαι τα νοήματα τα εν αυτοίς, καθάπερ βδέλλα η συμπίνουσα την ζωήν των σωμάτων εν τω αίματι των μελών αυτών. Και γαρ όχημα διαβόλου, ει δυνατόν, πρέπει ονομάζεσθαι την σύγχυσιν. Διότι ό Σατανάς κατά την ομοίωσιν του ηνιόχου έθος έχει επιβαίνειν τω νω και λαμβάνειν το άθροισμα μετ’ αυτού των παθών και εισέρχεσθαι είς την ταλαίπωρον ψυχήν και καταποντίζειν αυτήν εν συγχύσει Και τούτο δε εν διακρίσει νόησον. Μη γίνου εν τοις στίχοις της ψαλμωδίας σου ως παρ’ άλλου δεχόμενος τους λόγους, ίνα μη οιηθής το έργον της μελέτης πληθύνειν αδιαλείπτως, και της κατανύξεως και της χαράς της εν αυτοίς παρέλθης τελείως αλλ’ ως εξ εαυτού, ίνα λέγης τους λόγους σου εν τη δεήσει σου εν κατανύξει και κατανοήσει της διακρίσεως, ως ο συνιων το έργον αυτού αληθώς. Σημείωσαι πόθεν τίκτεται η ακηδία και πόθεν ο μετεωρισμός Η ακηδία εκ του μετεωρισμού της διανοίας, και ούτος εκ της των έργων αργίας και της αναγνώσεως και της ματαίας συντυχίας ή γίνεται, της γαστρός πεπληρωμένης. Ότι ού δει αντιλέγειν τοις λογισμοίς, αλλά παραρριπτείν εαυτόν τω Θεώ Ο μη αντιλέγων τοις εν ημίν υποσπειρομένοις υπό του εχθρού λογισμοίς, αλλά δια της προς τον Θεόν ικεσίας την προς αυτούς ομιλίαν εκόπτων, τούτο σημείον εστίν, ότι εύρεν ο νους σοφίαν παρά της χάριτος και εκ πολλών έργων ηλευθέρωσεν αυτόν η γνώσις αυτού η αληθινή. Και εν τη εύρεσει της συντόμου τρίβου, ην έφθασε, τον πολύν μετεωρισμόν της μακράς οδού εξέκοψε. Διότι ουκ εν παντί καιρώ έχομεν δύναμιν αντιλέγειν πάσι τοις λογισμοίς, τοις αντικειμένοις ημίν, ώστε παύσαι αυτούς, αλλά πολλάκις λαμβάνομεν πληγήν εξ αυτών, την μη θεραπευομένην εν πολλώ καιρώ. Εξ εναντίας γαρ τούτων των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρει εαυτόν δογματίσαι. Και γίνεται τούτο αυτοίς παρασκευή, εν η δυνήσονται πλήξαί σε υπέρμετρα της σοφίας σου και της φρονήσεώς σου. Αλλά και ότε νικήσεις αυτούς συ, ο ρύπος των λογισμών μολύνει την διάνοιάν σου και η οσμή της δυσωδίας αυτών πολλήν εναπομένει καιρόν τη οσφρήσει σου. Εν τω πρώτω δε τρόπω εκ τούτων απάντων μετά του φόβου γίνη ελεύθερος. Διότι ουκ έστι βοήθεια άλλη, ως ο Θεός. Περί δακρύων Τά δάκρυα τα εν τη ευχή σημείον εστί του ελέους του Θεού, ούπερ ηξιώθη η ψυχή εν τη εαυτής μετάνοια, και ότι προσεδέχθη και ήρξατο εισέρχεσθαι εις πεδιάδα της καθαρότητος εν τοις δάκρυσιν. Εάν γαρ μη αρθώσιν οι λογισμοί των παρερχομένων και ρίψωσιν εξ εαυτών την ελπίδα του κόσμου και κινηθή εξ αυτών η καταφρόνησις αυτού και άρξωνται αγαθά εφόδια της εξόδου αυτών παρασκευάζειν και άρξωνται εν τη ψυχή λογισμοί κινείσθαι των όντων εκείσε, ου δύνανται οι οφθαλμοί δακρύειν. Τα δάκρυα γαρ εκ της ακραιφνούς αδολεσχίας και αμετεωρίστου, των λογισμών τε των πολλών και συνεχών και ακλινώς γινομένων, και εκ μνήμης τινός λεπτού γινομένου εν τη διάνοια και λυπούντος την καρδίαν εκ της μνήμης αυτού. Και εκ τούτων τα δάκρυα πληθύνονται και επί πλέον αυξάνονται. Περί εργόχειρου και φιλαργυρίας Όταν στραφης εις το έργον των χειρών εν τη διαμονή της ησυχίας σου, μη θήσης την εντολήν των Πατέρων κάλυμμα της φιλαργυρίας σου. ‘Έργον μικρόν έστω σοι χάριν της ακηδίας σου, το μη ταράσσον τον νουν. Εάν σύνην τω έργω χρήσασθαι πλέον επιθυμής, γνώθι, ότι η ευχή ανωτέρα ταύτης εστίν εν τη τάξει αυτής. Εάν δε δια την χρείαν του σώματος σου, ει μη άπληστος η, αρκεί σοι εις πλήρωσιν της χρείας σου εκείνο, όπερ ο Θεός οικονομεί σοι. Ουδέ ποτέ γαρ αφήκεν ο Θεός τους εργάτας αυτού ενδεείς γενέσθαι των παρερχομένων. «Ζητείτε γαρ πρώτον», είπεν ο Κύριος, «την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», προ του αιτήσασθαι υμάς. Είπε γαρ τις των άγιων, ότι ουχί αύτη εστίν η τάξις της πολιτείας σου, του κορέσαι τους πεινώντας και γενέσθαιτο κελλίον σου ξενοδοχείον των ξένων. Αύτη γαρ η πολιτείατων κοσμικών εστί και μάλλον αυτοίς πρέπει ως καλόν, ουχίτοις αναχωρηταίς και ελευθέροις των ορωμένων και φυλάττουσι τον νουν αυτών εν τη προσευχή.

Ἄντληση κειμένου: ψηφιακὸ κείμενο (HTML, μονοτονικό) ἀπὸ τὸ isaakosyros.blogspot.com — ἡ ἀρχαΐζουσα ἀπόδοση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (Λειψία 1770)· δὲν ἔγινε ψηφιακὴ μεταγραφὴ (OCR). Public domain.

http://isaakosyros.blogspot.com/2009/06/blog-post_9458.html