Λόγος ΜΔ΄

Περὶ τῶν αἰσθήσεων, ἐν ᾧ καὶ περὶ πειρασμῶν

Περίληψη

Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος (7ος αιώνας) είναι από τους σημαντικότερους ασκητικούς πατέρες της Εκκλησίας. Οι «Ασκητικοί λόγοι» του αποτελούν πυξίδα στην πνευματική ζωή. Ο υπ’ αριθμόν ΜΔ’ λόγος πραγματεύεται κεντρικές αρχές του εσωτερικού αγώνα: την εγρήγορση και φυλακή των αισθήσεων, την αναγκαία τάξη φόβου και αγάπης, την αυταπάρνηση ως μαρτυρία, την ουρανόφρονα προσευχή, και τη διάκριση των πειρασμών. Ο ιερός συγγραφέας κατευθύνει τον μοναχό και κάθε πιστό στη διαφύλαξη της καθαρότητας του νου και στην ορθή πορεία προς την ένωση με τον Θεό.

1. Η εγρήγορση των αισθήσεων και η φυλακή του νου Οι σώφρονες και συγκεντρωμένες αισθήσεις γεννούν την ειρήνη στην ψυχή και δεν την αφήνουν να δοκιμάζει τα πράγματα. Όταν όμως η ψυχή λάβει αίσθηση των εξωτερικών αντικειμένων, τότε η νίκη γίνεται χωρίς αγώνα· αν όμως ο άνθρωπος αμελήσει και επιτρέψει στις προσβολές να εισέλθουν μέσα του, αναγκάζεται να πολεμήσει και χάνει την πρώτη καθαρότητα, την απλούστατη και ομαλή. Οι περισσότεροι άνθρωποι εξαιτίας αυτής της αμέλειας εξέρχονται από τη φυσική και καθαρή κατάσταση. Γι’ αυτό, ο Ισαάκ υπογραμμίζει:

Δια τούτο χρη ασφαλώς τηρείν έκαστον άνθρωπον τάς αισθήσεις αυτού και την διάνοιαν εκ των προσβολών αεί. Νήψεως γαρ χρεία πολλής και φυλακής και τηρήσεως Με την παραπάνω προτροπή ο άγιος επισημαίνει ότι η διαρκής νήψη και η εσωτερική επαγρύπνηση είναι το απαραίτητο θεμέλιο για τη διατήρηση της ειρήνης και της πνευματικής ακεραιότητας. Η αμέλεια ανοίγει την πόρτα στους λογισμούς και οδηγεί στη σύγχυση, ενώ λίγοι κατορθώνουν να επιστρέψουν στην αρχική απλότητα της διάνοιας.

2. Η τάξη του πνευματικού βίου: φόβος, αγάπη και γνώση Η ανθρώπινη φύση χρειάζεται τον φόβο του Θεού για να τηρεί τα όρια της υπακοής, ενώ η αγάπη κινεί προς την αρετή. Η πνευματική γνώση έρχεται δεύτερη στη φύση της εργασίας των αρετών, και προηγούνται ο φόβος και η αγάπη, με τον φόβο να προηγείται και της αγάπης. Ο Ισαάκ προειδοποιεί:

Πάς τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τάς τελευταίας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απώλειας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν Αυτή η θεμελιώδης αρχή αποκαλύπτει ότι η πνευματική ζωή έχει οργανική ανάπτυξη: πρώτα ο υγιής φόβος που αποφεύγει την αμαρτία, έπειτα η αγάπη που πυρώνει την ψυχή, και τέλος η γνώση των θείων μυστηρίων. Η αλαζονική στάση που επιδιώκει την υψηλή γνώση χωρίς την ταπείνωση του φόβου και την καλλιέργεια της αγάπης οδηγεί σε πνευματική καταστροφή.

3. Η αυταπάρνηση και η αληθινή μαρτυρία Στη συνέχεια, ο λόγος στρέφεται στην αναγκαιότητα της απάρνησης της κοσμικής αγάπης: να μην αλλάζουμε την αγάπη του αδελφού με αγάπη πραγμάτων. Η άσκηση αυτή οδηγεί στο «γενέσθαι τεθνεώς εν τη ζωή σου, ίνα ζήσης μετά θάνατον». Ο συγγραφέας διευρύνει την έννοια του μαρτυρίου:

Ου μόνον γαρ οι δια την εις Χριστόν πίστιν δεξάμενοι τον θάνατον μάρτυρες είσιν, αλλά και οι δια την των εντολών αυτού τήρησιν αποθνήσκοντες Η τήρηση των εντολών του Χριστού, πολλές φορές με κόστος την ανθρώπινη άνεση ή ακόμη και την ίδια τη ζωή, αποτελεί καθημερινό μαρτύριο. Ο πιστός που νεκρώνει τα πάθη του και ζει μόνο για την αγάπη του Θεού γίνεται μέτοχος της αληθινής ζωής, που είναι κρυμμένη εν Χριστώ.

4. Η σοφή προσευχή: αίτηση των ουράνιων αγαθών Σημαντικό μέρος του λόγου είναι αφιερωμένο στη φύση της προσευχής. Ο Ισαάκ συμβουλεύει να μην είμαστε άφρονες στα αιτήματά μας, για να μην εξευτελίζουμε τον Βασιλέα με την ευτέλεια των ζητουμένων. Να ζητούμε τα τίμια από τον αφθόνητο Θεό, όπως ο Σολομών που ζήτησε σοφία και έλαβε και επίγεια βασιλεία. Ο λαός Ισραήλ, αντίθετα, ζήτησε τις επιθυμίες της σαρκός και δέχθηκε την οργή του Θεού. Σε μια συγκλονιστική εικόνα, ο άγιος παρουσιάζει τους αγγέλους να παρακολουθούν την προσευχή μας:

Ιδού γαρ άγγελος και Αρχάγγελοι, οίτινες είσι του βασιλέως μεγιστάνες, εις σε ατενίζουσιν εν τω καιρώ της προσευχής σου, οποίαν αίτησιν αυτη παρά τω Δεσπότη αυτών, και εκπλήττονται και αγάλλονται, όταν ίδωσι τον γεώδη καταλείψαντα την εαυτού σάρκα και τα ουράνια αιτούντα, ώσπερ δη ανιώνται αύθις προς τον εάσαντα τα ουράνια και αιτούντα την εαυτού κόπρον Με την εικόνα αυτή, ο ασκητικός πατήρ διασαφηνίζει ότι οι αιτήσεις μας αποκαλύπτουν το φρόνημά μας. Ο ουρανός αγάλλεται όταν οι γήινοι ζητούν τα ουράνια, ενώ λυπάται όταν παραμένουμε προσκολλημένοι στα υλικά. Η προσευχή του τέλειου δεν είναι απασχόληση με τον επιούσιο άρτο – τον οποίο ο Θεός προνοεί να δίνει ακόμα και σε όσους τον αγνοούν – αλλά αναζήτηση της Βασιλείας και της δικαιοσύνης Του, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου.

5. Οι πειρασμοί: ποιους να φεύγουμε και ποιους να αποδεχόμαστε Το τελευταίο τμήμα του λόγου πραγματεύεται το λεπτό ζήτημα των πειρασμών. Ο Ισαάκ εξηγεί ότι η θλίψη γεννά την επίγνωση της αλήθειας και ότι ο φόβος μπροστά τους δεν ωφελεί. Όμως, διακρίνει: υπάρχουν πειρασμοί που πρέπει να προσευχόμαστε να μην εισέλθουμε, και άλλοι που πρέπει να υποδεχόμαστε ολόψυχα. Σε ερώτηση για το πώς συμβιβάζεται το «προσεύχεσθε μη εισελθείν εις πειρασμόν» με τις προτροπές του Κυρίου για άρση του σταυρού και θλίψεις, απαντά ότι η προσευχή αυτή αφορά τους ψυχικούς πειρασμούς της πίστεως, του λογισμού της υπερηφανείας και της βλασφημίας, της δισταγμίας, καθώς και των διχασμών. Αντίθετα, τους σωματικούς πειρασμούς και τις θλίψεις για την αγάπη του Θεού οφείλουμε να τους αγκαλιάζουμε. Μία από τις κορυφαίες ρήσεις του κειμένου είναι:

Ό φεύγων τους πειρασμούς, φεύγει την αρετήν πειρασμόν δε λέγω ου των επιθυμιών, αλλά των θλίψεων Η διάκριση αυτή είναι καρπός βαθιάς πνευματικής γνώσης. Ο φόβος του πόνου και η φυγή από κάθε δοκιμασία οδηγούν στην αποφυγή της ίδιας της αρετής, η οποία δεν μπορεί να ανθίσει χωρίς σταυρό. Χωρίς πειρασμούς, η πρόνοια του Θεού δεν γίνεται ορατή, η παρρησία προς Αυτόν είναι αδύνατη και η σοφία του Πνεύματος δεν μαθαίνεται. Ο άνθρωπος που περνά μέσα από δοκιμασίες για την αγάπη του Θεού και παραμένει πιστός, γίνεται γνήσιος φίλος Του, και ο Θεός λογίζεται υπόχρεος απέναντί του.

Κατακλείδα Ο Λόγος ΜΔ’ του αββά Ισαάκ συμπυκνώνει την ουσία της ασκητικής φιλοσοφίας. Η πορεία προς τον Θεό απαιτεί συνεχή εγρήγορση, ταπείνωση, σοφία στην προσευχή και ανδρείο φρόνημα απέναντι στις κακουχίες. Το κείμενο αποτελεί πολύτιμο οδηγό για όσους αναζητούν την κάθαρση της καρδιάς και την ένωση με τον Κύριο.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.

Αι αισθήσεις αι σώφρονες και συνηγμέναι ειρήνην γεννώσι τη ψυχή και ουκ εώσιν αυτήν πείραν λαβείν των πραγμάτων, όταν δε αίσθησιν των πραγμάτων ουλάβη, τότε γενήσεται νίκη δίχα αγώνος. Ει μέντοι αμελήσει οάνθρωπος και τάς προσβολάς εισελθείν εν αυτώ παραχωρήσει,τότε αναγκάζεται πολεμήσαι, ταράττεται δε η πρώτη καθαρότης, ητις εστίν απλουστάτη και ομαλή. Οι πλείστοι γαρ των ανθρώπων ή και όλος ο κόσμος δια την αμέλειαν ταύτην εξέρχονται εκ της φυσικής και καθαράς καταστάσεως. Δια τούτο οι εν κόσμω και τοις κοσμικοίς συμφυρόμενοι ου δύνανται καθαρθήναι την διάνοιαν, δια την πολλήν της κακίας επίδοσιν. Ολίγοι δε εισίν οι δυνάμενοι υποστρέψαι εις την πρώτην καθαρότητα της διανοίας. Δια τούτο χρη ασφαλώς τηρείν έκαστον άνθρωπον τάς αισθήσεις αυτού και την διάνοιαν εκ των προσβολών αεί. Νήψεως γαρ χρεία πολλής και φυλακής και τηρήσεως.Η πολλή απλότης πέφυκεν ευπρεπής. Φόβου χρεία τη ανθρωπίνη φύσει ίνα τους όρους της υπακοής της προς τον Θεόν φυλάξη ,η δε αγάπη η προς τον Θεόν κινεί προς πόθον της εργασίας των αρετών και δι’ αυτής αρπάζεται προς αγαθοεργίαν. Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών, προηγείται δε αμφοτέρων ο φόβος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος. Πάς τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τάς τελευταίας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απώλειας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν. Αύτη γαρ εστίν η οδός του Κυρίου, ότι αύται υπ εκείνων γεννώνται. Μη αλλάξης την αγάπην του αδελφού σου αγάπη τινός των πραγμάτων. Διότι τον των πάντων τιμιώτερον λεληθότως ένδοθεν κέκτηται. Κατάλειψον τα μικρά, ίνα ευρης τα τίμια. Γενού τεθνεώς εν τη ζωή σου, και ζήση μετά θάνατον. Δίδου σευατόν θανείν εν τοις αγωνίσμασι, και μη ζήν εν αμελεία. Ου μόνον γαρ οι δια την εις Χριστόν πίστιν δεξάμενοι τον θάνατον μάρτυρες είσιν, αλλά και οι δια την των εντολών αυτού τήρησιν αποθνήσκοντες. Μη γίνου άφρων εν τοις σοίς αιτήμασιν, ίνα μη τον Θεόν καθυβρίσης τη σμικρότητι της σης γνώσεως. Γενού σοφός εν ταίς σαίς προσευχαίς, ίνα των ένδοξων καταξιωθής. Ζήτησον τα τίμια παρά του μη φθονούντος, ίνα και την τιμήν παρ’ αυτού δέξη, δια το σοφόν σου θέλημα. Σοφίαν ητήσατο ο Σολομών, και συν αυτή βασιλείαν γης εδέξατο, καθότι σοφώς ητήσατο, λέγω δη παρά του μεγάλου βασιλέως. Έλισσαιέ διπλήν ητήσατο την χάριν του Πνεύματος, την ούσαν τω διδασκάλω αυτού, και ουδαμώς της αιτήσεως απέτυχεν ο γαρ παρά βασιλέως ζητών τα ευτελή, τούτου την τιμήν εξευτελίζει.Ό Ισραήλ ητήσατο τα ευτελή, και την οργήν του Θεού εδέξατο. Άφηκε γαρ του θαυμάσαι εν τοις έργοις του Θεού τα φοβερά θαυμάσια αυτού, και εξήτησε τάς επιθυμίας της γαστρός αυτού. Έτι δε ούσης της βρώσεως εν τω στόματι αυτών, και η οργη του Θεού ανέβη έπ’ αυτούς. Πρόσφερε τω Θεώ κατά την δόξαν αυτού τάς αιτήσεις σου, ίνα σου μεγαλυνθή προς αυτόν η αξία και επιχαρή σοι. Ώσπερ γαρ εάν τις αιτήσηται παρά του βασιλέως μέτρον κόπρου, ου μόνον αυτός ατιμάζεται χάριν της ευτέλειας της αιτήσεως αυτού, καθότι πολλήν αγνωμοσύνην επεδείξατο, αλλ9 ότι και ύβριν τω βασιλεί χάριν της αιτήσεως αυτού επέθηκεν, ούτω και ο τα γήινα ζητών εν ταίς προσευχαίς αυτού παρά Θεού. Ιδού γαρ άγγελος και Αρχάγγελοι, οίτινες είσι του βασιλέως μεγιστάνες, εις σε ατενίζουσιν εν τω καιρώ της προσευχής σου, οποίαν αίτησιν αυτη παρά τω Δεσπότη αυτών, και εκπλήττονται και αγάλλονται, όταν ίδωσι τον γεώδη καταλείψαντα την εαυτού σάρκα και τα ουράνια αιτούντα, ώσπερ δη ανιώνται αύθις προς τον εάσαντα τα ουράνια και αιτούντα την εαυτού κόπρον. Μη αιτήσης παρά Θεού πράγμα, όπερ αυτός άνευ αιτήσεως ημίν διδόναι προνοείται, και ου μόνον τοις ιδίοις και προσφιλέσιν, αλλά και τοις ούσι ξένοις της αυτού γνώσεως. Μη γίνεσθε γαρ, φησίν, ως τα έθνη, βαττολογούντες εν ταίς προσευχαίς. Ταύτα γαρ τα σωματικά τα έθνη επιζητούσιν, έφη ό Κύριος, «υμείς δε μη μεριμνήσητε, τι φάγητε ή τι πίητε ή τι ενδύσησθε ο γαρ Πατήρ υμών οίδεν, ότι χρείαν έχετε τούτων». Ό υιός ουκέτι αιτεί παρά του πατρός αυτού άρτον, αλλά ζητεί τα μέγιστα και τα υψηλά της οικίας του πατρός αυτού. Δια γαρ την ασθένειαν της διανοίας των ανθρώπων ενετείλατο ο Κύριος αιτείσθαι τον καθημερινόν άρτον. Όρα γαρ τι εντέταλται τοις τελείοις την γνώσιν και υγιεινοίς την ψυχήν. «Μη μεριμνήσητε», γαρ φησί, «περί βρώματος ή ενδύματος». Ει γαρ των αλόγων ζώων και των πετεινών και αυτών δη των αψύχων επιμελείται, ου πολλώ μάλλον ημών; Αλλά «ζητήσατε μάλλον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Εαν δεηθής του Θεού περί πράγματος και μακροθυμήση σου μη ταχέως επακούσαι σου, μη λυπού. Ου γαρ ει συ του Θεού σοφώτερος. Τούτο δε συμβαίνει σοι, ή δια το ανάξιον σε όντα τυχείν της αιτήσεως ή δια το μη είναι τάς οδούς της καρδίας σου εφάμιλλους τοις αίτημασί σου, αλλ’ εναντίας, η δια το μήπω εφθακέναι σε το μέτρον του δέξασθαί σε το χάρισμα, όπερ αιτείς Καθότι ου δει ημάς εις μέτρα μεγάλα προ καιρού επιβάλλειν αυτούς, ίνα μη αχρειωθή το χάρισμα του Θεού εν τη ταχύτητι της υποδοχής και απόλλυται. Έκαστον πράγμα μετά πόνου καρδίας ευρισκόμενον, μετά παραφυλακής και φυλάττεται. Διά Χριστόν δίψησον, ίνα σε μεθύση της αγάπης αυτού. Κάμμυσον τους οφθαλμούς σου από των τερπνών του βίου, ίνα καταξιωθής παρά του Θεού του βασιλεύειν εν τη ση καρδία την αυτού ειρήνην. Εγκρατεύου από των πραγμάτων,ών τα σα όμματα θεωρεί, ίνα της πνευματικής χαράς καταξιωθής. Εάν μη αρέσωσι τω Θεώ τα έργα σου, μη ζητήσης παρ΄αυτού τα επίδοξα, ίνα μη γένη ως άνθρωπος πειράζων τον Θεόν. Κατά την διαγωγήν σου δέον είναι και την ευχήν σου. Αδύνατον γαρ τίνα συνδεδεμένον τοις γηίνοις ζητείν τα επουράνια, αμηχανόν τε τον εν τοις κοσμικοίς ασχολούμενον τα θεία αιτήσασθαι. Διότι εκάστου ανθρώπου η επιθυμία εκ των έργων αυτού δείκνυται, και εν οίς τισι πράγμασι δείκνυσι την εαυτού σπουδήν, υπέρ αυτών αγωνίζεται εν τη προσευχή. Ό τα μέγιστα θέλων, ουκ ενασχολείται τοις ευτελεστέροις. Γενού ελεύθερος, συνδεδεμένος ων τω σώματι, και δείξον σου της υπακοής την ελευθερίαν δια τον Χριστόν. Γενού δε και νουνεχής εν τη ση πραότητι, ίνα μη κλαπής. Αγάπησον την ταπείνωσιν εν πάσι τοις έργοις σου, ίνα ρυσθής των ακαταλήπτων παγίδων, αίτινες ευρίσκονται αεί έξωθεν της οδού των ταπεινοφρόνων. Μη απαναίνου τάς θλίψεις, διότι δι’ αυτών εις την επίγνωσιν της αληθείας εισέρχη. Και μη φοβηθής τους πειρασμούς, διότι εν αυτοίς ευρίσκεις τα τίμια. Πρόσευξαι του μη εισελθείν εις τους ψυχικούς πειρασμούς, προς δε τους σωματικούς ευτρεπίζου εξ όλης της ισχύος σου. Έκτος γαρ τούτων ου δύνασαι προσπελάσαι τω Θεώ. Διότι ένδοθεν αυτών απόκειται η θεία ανάπαυσις. Ό φεύγων τους πειρασμούς, φεύγει την αρετήν πειρασμόν δε λέγω ου των επιθυμιών, αλλά των θλίψεων. Ερώτησις. Και πώς ομοφωνήσει το, «εύξασθε μη εισελθείν εις πειρασμόν», και το, «αγωνίσασθε εισελθείν δια της στενης πύλης»; Και πάλιν, «μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα», και «ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν»; Πώς ούν πανταχού προτρέπεται ημάς ο Κύριος προς τους πειρασμούς, ενταύθα δε προσέταξεν «εύξασθε μη εισελθείν εις αυτούς»; Ποία γαρ αρετή γίνεται άνευ θλίψεως και πειρασμού; ή ποίος πειρασμός μείζων του απολέσαι τινά εαυτόν, εις όν εισελθείν ημάς ένεκεν αυτού διεκελεύσατο; «‘Όστις», γαρ φησί, «μη άρη τον σταυρόν αυτού και ακολουθή οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος». Πώς ουν εν πάση τη διδασκαλία αυτού προστάξας εισελθείν εις τους πειρασμούς, ενταύθα μη εισελθείν προσεύξασθαι ενετείλατο; «Διά πολλών», γαρ φησί, «θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών»,και «εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε», και «εν τη τούτων υπομονή κτήσασθε τάς ψυχάς υμών». Ω της λεπτότητος της οδού των σων διδαγμάτων, Κύριε, ης έξωθεν πάντοτε καθέστηκεν ο μη συνετώς και μετά γνώσεως αναγινώσκων. Ηνίκα επεθύμησαν οι υιοί του Ζεβεδαίου και η μήτηρ αυτών της μετά σου καθέδρας εις την βασιλείαν, ταύτα είπες αυτοίς «δύνασθε πιείν το ποτήριον των πειρασμών, ο εγώ μέλλω πίνειν και το βάπτισμα, ο εγώ βαπτίσομαι βαπτισθήναι;» Και πώς ενταύθα, ω Δέσποτα, επιτρέπεις ημίν εύξασθαι του μη εισελθείν εις πειρασμόν; Περί ποίων πειρασμών κελεύειν ημίν εύξασθαι του μη εισελθείν; Απόκρισις. Εύξαι, φησί, του μη εισελθείν προς τους εις την πίστιν πειρασμούς. Εύξαι του μη εισελθείν προς τους εν τη οίησει του νοός σου πειρασμούς μετά του δαίμονος της βλασφημίας και της υπερηφανίας. Εύξαι μη εισελθείν κατά παραχώρησιν Θεού εις πειρασμόν φανερόν του διαβόλου, δια τάς κακάς ενθυμήσεις, ας ενεθυμήθης εν τη διανοία σου, δι’ ας και παρεχωρήθης. Εύξαι, μη αποστήναι από σου τον Άγγελον της σωφροσύνης σου, ίνα μη εμπύρω πολέμω πολεμηθής της αμαρτίας και χωρισθής απ ’ αυτού. Εύξαι, μη εισελθείν εις πειρασμόν ερεθισμού τίνος κατά τίνος ή εις πειρασμόν διψυχίας και δισταγμού, εξ ων η ψυχή εις μέγαν αγώνα εκβιάζεται. Τους μεν τοι πειρασμούς του σώματος ολοψύχως υποδέξασθαι ευτρεπίζου και εν πάσι τοις μέλεσί σου διάπλευσον εν αυτοίς και τους οφθαλμούς σου δακρύων πλήρωσον, ίνα μη αποστή ο φυλάσσων σε από σου. Έκτος γαρ πειρασμών η πρόνοια του Θεού ούχ οράται και την προς Θεόν παρρησίαν αδύνατον κτήσασθαι και την σοφίαν του Πνεύματος αδύνατον μαθείν και τον θείον πόθον εν τη ψυχή σου βεβαιωθήναι ανένδεκτον. Προ γαρ των πειρασμών, ώσπερ τις ξένος ο άνθρωπος εύχεται τω Θεώ, επάν δε εισέλθη εις πειρασμούς δια την αγάπην αυτού και μη δέξηται αλλοίωσιν, τηνικαύτα, καθάπερ τις υπόχρεων έχων τον Θεόν και ως γνήσιος φίλος λογίζεται παρά τω Θεώ. Διότι ένεκεν του θελήματος αυτού επολέμησε τον εχθρόν αυτού και ενίκησεν αυτόν. Τούτο εστί το, «εύξασθε μη εισελθείν εις πειρασμόν». Και πάλιν εύξαι, του μη εισελθείν εις τον πειρασμόν τον φοβερόν του διαβόλου, δια την αλαζονείαν σου, αλλά δια το αγαπάν σε τον Θεόν, ίνα η δύναμις αυτού συνεργήση σοι και εν σοι νικήση τους εχθρούς αυτού. Εύξαι, του μη εισελθείν εις τους πειρασμούς τούτους, δια την κακίαν των λογισμών σου και των πράξεων, αλλ ίνα δοκιμασθή σου η προς το Θεόν αγάπη και δοξασθή η δύναμις αυτού εν τη υπομονή σου. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν.

Ἄντληση κειμένου: ψηφιακὸ κείμενο (HTML, μονοτονικό) ἀπὸ τὸ isaakosyros.blogspot.com — ἡ ἀρχαΐζουσα ἀπόδοση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (Λειψία 1770)· δὲν ἔγινε ψηφιακὴ μεταγραφὴ (OCR). Public domain.

http://isaakosyros.blogspot.com/2009/06/blog-post_2531.html