Λόγος Ξ΄

Περὶ λογισμῶν πονηρῶν ἀκουσίων

Περίληψη

Ο Λόγος Ξ’ των Ασκητικών του αββά Ισαάκ του Σύρου αποτελεί μία πυκνή και θεολογικά βαθιά πραγματεία, που εστιάζει στις ολέθριες συνέπειες της πνευματικής χαύνωσης και της αμέλειας, καθώς και στον τρόπο αποφυγής τους μέσω της νηφάλιας εγρήγορσης και της διάκρισης. Με αφετηρία τον τίτλο «Περί των εκ της λύσεως της αμελείας…», ο όσιος καθοδηγεί τον ασκητή να αναγνωρίσει τους κινδύνους που απορρέουν από την εγκατάλειψη της εσωτερικής φυλακής και να αντιληφθεί ότι η πνευματική πρόοδος εξαρτάται από την αδιάλειπτη προσοχή και την ταπεινή κατάνυξη. Ο λόγος κορυφώνεται σε έναν εξαίσιο ύμνο στην άμετρη χρηστότητα του Θεού, προσφέροντας μία εσχατολογική προοπτική που μεταμορφώνει την ασκητική προσπάθεια σε αγαπητική κοινωνία.

Η νηψις ως υπέρτερη του έργου και ο κίνδυνος της λύσεως Ο Ισαάκ διακρίνει με ακρίβεια την ανάπαυση, την πρόσκαιρη δηλαδή σωματική αναψυχή που είναι αναγκαία για την ανανέωση των δυνάμεων, από τη λύση, την πνευματική χαλάρωση που οδηγεί σε ηθική αποσύνθεση. Παρατηρεί ότι υπάρχουν ασκητές που επιτρέπουν στον εαυτό τους μικρές αναπαύσεις για το σώμα, με σκοπό να επιστρέψουν ενδυναμωμένοι στο έργο του Θεού, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος αυτές οι λίγες ημέρες να μετατραπούν σε απαρχή πλήρους εγκατάλειψης της πνευματικής πειθαρχίας. Όσοι στον καιρό της ειρήνης πληγώνονται από τα βέλη του εχθρού, είναι εκείνοι που έχουν συνηθίσει να παραχωρούν ελευθερία στο θέλημά τους, συσσωρεύοντας ρυπαρό ένδυμα στην ψυχή τους, το οποίο φανερώνεται την ώρα της προσευχής. Ο όσιος υπογραμμίζει εμφατικά:

Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως Στην φράση αυτή συμπυκνώνεται ολόκληρη η ασκητική φιλοσοφία του Ισαάκ: η διαρκής επαγρύπνηση (νήψη) είναι ανώτερη και από την ίδια την εξωτερική εργασία των αρετών, διότι η χαλάρωση επιφέρει πολύ μεγαλύτερη βλάβη από την ωφέλεια που μπορεί να προσφέρει η υλική ανάπαυση.

Η φυλακή της καρδίας και η διάκριση ως κορυφαία πολιτεία Προχωρώντας, ο αββάς εξηγεί ότι η λύση είναι βαρύτερη από την απλή ανάπαυση, επειδή, ενώ ο άνθρωπος παραμένει στην «χώρα της ελευθερίας» του – δηλαδή υπό τον έλεγχο της προαιρέσεώς του – μπορεί ακόμη να επιστρέψει στην εσωτερική φυλακή του κανόνα του. Αν όμως φτάσει στην πλήρη λύση, εγκαταλείπει τελείως την ελευθερία του και γίνεται δέσμιος ακούσιων παθών, ανίκανος να αντισταθεί. Γι’ αυτό και η προτροπή είναι κατηγορηματική: μην αφήσεις την ελευθερία σου, μήπως δεν μπορέσεις να την ανακτήσεις. Ο Ισαάκ επισημαίνει ότι η ανάπαυση βλάπτει κυρίως τους νεώτερους, ενώ η λύση αιχμαλωτίζει ακόμη και τους τελείους και τους γέροντες, οδηγώντας τους στην υποδούλωση της πολιτείας τους. Στη συνέχεια, ο λόγος στρέφεται στο δεσμό ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πειθαρχία: η εργασία της καρδίας είναι ο σύνδεσμος που συγκρατεί τα εξωτερικά μέλη. Όταν αυτή η εσωτερική εγρήγορση απουσιάζει, η ακράτεια των αισθήσεων εκδηλώνεται εμφανώς μέσω της φιλαργυρίας, της γαστριμαργίας και του θυμού. Ακόμα κι αν κάποιος εξωτερικά φαίνεται να μιμείται τους αρχαίους αγίους, η παρουσία αυτών των τριών παθών φανερώνει ότι η λύση των εξωτερικών προέρχεται από την έσω ανυπομονησία και όχι από αληθινή καταφρόνηση του κόσμου. Τότε ο όσιος διατυπώνει μία από τις πιο κομβικές ρήσεις του λόγου:

Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων Η φυλακή της διάκρισης, λοιπόν, υπερβαίνει κάθε άλλη πνευματική άσκηση, γιατί αποτελεί τον θεμέλιο λίθο που εξασφαλίζει την αυθεντικότητα και την καρποφορία κάθε μορφής αγώνα.

Πτώσεις και μετάνοια: η παγίδα της εμμονής Ο αββάς Ισαάκ διακρίνει με λεπτότητα ανάμεσα στο ολίσθημα, το στιγμιαίο δηλαδή σφάλμα που μπορεί να συμβεί και στους τελείους, και στην εμμονή σε αυτό, η οποία ισοδυναμεί με πλήρη νέκρωση της ψυχής. Επισημαίνει ότι η λύπη για τα αμαρτήματά μας λογίζεται από τη χάρη ως τόπος καθαράς εργασίας, αρκεί να μην την εκμεταλλευόμαστε ως πρόσχημα για να αμαρτάνουμε εκ νέου με την ελπίδα της μετάνοιας. Όποιος πορεύεται «μετά πανουργίας» στη σχέση του με τον Θεό, στηριζόμενος σε μια φθηνή ελπίδα ότι θα μετανοήσει αργότερα, αιφνιδιάζεται από τον θάνατο και προφταίνει να ολοκληρώσει τα έργα της αρετής. Για να δείξει την ουσία αυτής της πνευματικής εγρήγορσης, ο όσιος γράφει:

Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ’ όταν εμμείνωμεν εν αυτώ. Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία Η λύπη, συνεπώς, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ιαματική δύναμη που επαναφέρει τον άνθρωπο στην οδό της ζωής· η εμμονή, αντιθέτως, δηλώνει την οριστική παραίτηση από τον αγώνα και την υπαγωγή στην κυριαρχία της αμαρτίας.

Η στάση απέναντι στον αμαρτωλό: μίσος της αμαρτίας, αγάπη του ανθρώπου Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο λόγος μετατοπίζεται από την ατομική άσκηση στη διαπροσωπική σχέση, ιδίως με τον αμαρτωλό. Ο Ισαάκ θίγει την επικίνδυνη αυταρέσκεια εκείνων που, θεωρώντας τον εαυτό τους δίκαιο και διακριτικό, οργίζονται και καταδιώκουν τους αμαρτωλούς. Τονίζει με ένταση ότι αντί για μίσος, ο χριστιανός καλείται σε δάκρυα και προσευχή, ώστε να μιμηθεί τον Χριστό που έκλαυσε για την Ιερουσαλήμ και δεν αγανάκτησε κατά των αμαρτωλών, αλλά υπερηύχετο. Η υπενθύμιση ότι «όλοι είμαστε υπεύθυνοι» καταρρίπτει κάθε έπαρση και υπενθυμίζει ότι συχνά και εμείς περιπαιζόμαστε από τον διάβολο. Η εντολή είναι σαφής:

Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού Με αυτή την προτροπή ο όσιος αποκαλύπτει την καρδιά της ορθόδοξης ασκητικής ανθρωπολογίας: η αληθινή διάκριση δεν είναι στείρα κριτική, αλλά καρποφόρα αγάπη που βλέπει τον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, ακόμα και όταν αυτή είναι παραμορφωμένη από την αμαρτία.

Το έλεος του Θεού υπέρ τη δικαιοσύνη Το αποκορύφωμα του λόγου αναδεικνύεται όταν ο Ισαάκ περνά από την ανθρώπινη στάση στην θεολογική θεμελίωση: την άμετρη αγαθότητα του Θεού. Καλεί τον ασκητή να γίνει «κήρυκας της αγαθότητος του Θεού», αναλογιζόμενος ότι, ενώ είναι ανάξιος, ο Θεός τον κυβερνά και αντί για μικρά έργα του ανταποδίδει μεγάλα. Σε μια προκλητική ρήση που σκανδάλισε πολλούς, ο όσιος γράφει:

Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου Ο Ισαάκ δεν αρνείται τη δικαιοσύνη του Θεού ως ιδιότητα, αλλά τονίζει ότι αυτή δεν φανερώνεται στα καθ’ ημάς, διότι ο τρόπος της θείας οικονομίας είναι η συγκατάβαση και η ελεημοσύνη. Επικαλείται τις παραβολές του αμπελώνα και του ασώτου υιού, καθώς και τον λόγο του ίδιου του Κυρίου («εγώ ειμί αγαθός»), για να αποδείξει ότι η φιλανθρωπία του Θεού υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη έννοια δικαιοσύνης. Ο Θεός είναι αναλλοίωτος στην αγαθότητά Του· δεν αποκτά ούτε χάνει ιδιότητες. Γι’ αυτό, οφείλουμε να τον αγαπούμε όχι για τα μέλλοντα αγαθά, αλλά γι’ αυτό που ήδη λάβαμε: την ίδια τη δημιουργία και την εκ του μη όντος παραγωγή μας στην ύπαρξη.

Η αναπλαστική δύναμη της χάριτος Ο λόγος ολοκληρώνεται με έναν διάπυρο ύμνο στη χάρη της αναστάσεως και της αναπλάσεως. Ο Ισαάκ συγκλονίζεται από το μέγεθος της θείας ευσπλαχνίας: Αυτός που παραβήκαμε και βλασφημήσαμε, εγείρει τον χουν και τον καθιστά λογικό και συνετό· ο διεσκορπισμένος νους ξαναβρίσκει την ενότητα. Μπροστά σε αυτό το μυστήριο, ακόμα και η γέεννα και η κόλαση χάνουν την φόβητρα της ισχύ τους, διότι η ευφροσύνη της αγάπης του Θεού τις νικά. Η ανάσταση, η αφθαρσία και η δόξα που ανταποδίδονται στους αμαρτωλούς είναι η ύψιστη απόδειξη ότι η χάρη μετά την πτώση είναι ακόμα μεγαλύτερη από τη χάρη της πρώτης δημιουργίας. Ο λόγος καταλήγει σε δοξολογία, αναγνωρίζοντας ότι η χρηστότητα του Κυρίου είναι τόσο απέραντη, ώστε να αποστομώνει κάθε ανθρώπινη απόπειρα ευχαριστίας και να προκαλεί δέος και σιωπή. Έτσι, ο Λόγος Ξ’ αναδεικνύεται σε ένα συναρπαστικό ταξίδι από την κάθαρση των παθών στον φωτισμό της θείας αγάπης, υπενθυμίζοντας ότι η ορθόδοξη άσκηση δεν έχει στόχο την κατάκτηση δικαιωμάτων, αλλά τη βίωση της απροϋπόθετης ελεημοσύνης του Αγαθού Θεού.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.

ΤΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟ ΑΥΤΩΝ ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ

Εισί τινες, οι ερείδοντες το σώμα και επιθυμούντες αναπαύσαι αυτό δια το έργον του Θεού μικρόν, έως αν ενδυναμωθώσι και πάλιν στρέφονται εις το έργον αυτών. Εν ταίς ολίγαις ούν ημέραις της αναπαύσεως ημών μη λύσωμεν τελείως την φυλακήν ημών και δώμεν όλην την ψυχήν ημών εις λύσιν, ως άνθρωποι μη βουλόμενοι στραφήναι πάλιν εις το έργον αυτών. Οι τίνες εν καιρώ ειρήνης τοις βέλεσι του εχθρού τύπτονται, ούτοι εισίν οι εκ της παρρησίας του θελήματος ύστερον θησαυριζοντες ταίς ψυχαίς αυτών και ένδυμα ρυπαρόν εν τη χώρα τη αγία, ήγουν εν τη ευχή, θεωρούσιν ότι ενδεδυμένοι εισί. Τούτο δε εστίν, όπερ εν τη ώρα της εννοίας του Θεού και της ευχής εν τη ψυχή αυτών κινείται. Ταύτα είσιν, άπερ εκτησάμεθα εν τω καιρώ της αμελείας ημών και αυτά καταισχύνουσιν ημάς εν τω καιρώ της προσευχής ημών. Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως. Εκ της αναπαύσεως γαρ πόλεμοι οικείοι γίνονται και ενοχλούσι τω ανθρώπω, αλλ’ εξουσίαν έχει λύσαι αυτούς. Όταν γαρ αφή άνθρωπος την ανάπαυσιν και στραφή εις τον τόπον του έργου, αίρονται εξ αυτού και φεύγουσιν. Ούχ ούτω το εκ της λύσεως τικτόμενον, ως εκ της χαυνώσεως και της αναπαύσεως. Όσον γαρ ακμήν εστίν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού εν τη αναπαύσει, δύναται πάλιν στραφήναι και κυβερνήσαι εαυτόν εν τη καταστάσει του κανόνος αυτού. Διότι ακμήν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού, εν δε τη λύσει εξέρχεται εκ της χώρας της ελευθερίας αυτού. Ει γαρ μη ο άνθρωπος τελείως απέρριψεν εξ αυτού την φυλακήν, ουκ αν εν τω μέσω της βίας ακουσίως ηναγκάσθη πεισθήναι τοις μη αναπαύουσιν αυτόν. Ει τον όρον της ελευθερίας εξ εαυτού παντελώς μη αφήκεν, ουκ αν συνέβη αυτώ συναντήματα, τα δεσμούντα αυτόν εξ ανάγκης, οίσπερ αντιστήναι ούκ ηδυνήθη. Μη αφής την ελευθερίαν τινός των αισθήσεων σου, ώ άνθρωπε, μήπως πάλιν επανελθείν έπ’ αυτήν ου δυνήση. Ημεν ανάπαυσις τους νέους μόνον βλάπτει, η λύσις δε και τουςτελείους και τους γέροντας* οι μεν εκ της αναπαύσεως, εις τουςπονηρούς λογισμούς ερχόμενοι, δύνανται πάλιν στραφήναι εν τηφυλακή και στήναι εν τη υψηλή αυτών πολιτεία, οι δε εν τη ελπίδι του έργου αμελήσαντες εις την φυλακήν, εκ της υψηλήςπολιτείας προς λύσιν της ζωής ηχμαλωτίσθησαν. Έστιν ο εν τη χώρα των εχθρών τυφθείς και εν καιρώ της ειρήνης αποθνήσκων, και εστίν ο εν προφάσει εμπορίας της ζωής εξερχόμενος και σκόλοπα τη ψυχή αυτού λαμβάνων. Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ’ όταν εμμείνωμεν εν αυτώ. Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία. Η λύπη δε, ην λυπούμεθα υπέρ των ίδιων ολισθημάτων, εις τόπον εργασίας καθαράς λογίζεται ημίν εκ της χάριτος. Ο εν ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού. Τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνατος και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι. Έκαστος λελυμένος τάς αισθησεις, εστί και τη καρδία λελυμένος. Η εργασία της καρδίας δεσμός εστί των εξωτέρων μελών, και εάν εν διακρίσει ποιή τις ταύτην, κατά τάς τους προ ημών πατέρας, έκδηλος εστίν εκ των αλλοτρίων των φαινομένων εν αυτώ, ότι ουκ εστί δεδεμένος εν τω κέρδει τω σωματικώ, ουδέ αγαπά την γαστριμαργίαν, και ο θυμός απέχει εξ αυτού παντελώς. Όπου γαρ τα τρία ταύτα, το κέρδος το σωματικόν, κάν σμικρόν η ή μέγα, και η οξυχολία και η ήττα της γαστριμαργίας, καν φαίνηταί τις όμοιος των παλαιών αγίων, γνώθι ότι εκ της ανυπομονησίας των έσω εστίν η λύσις των έξω αυτού, και ουχί από διαφοράς καταφρονήσεως της ψυχής αυτού. Ει δε μη, πώς κατεφρόνησε των σωματικών και την πραότητα ουκ εκτήσατο; Τη με διακρίσεως καταφρονήσει ακολουθεί το μη δεσμείσθαι εν τινι, και η καταφρόνησις της αναπαύσεως και του πόθου των ανθρώπων. Και εάν εν ετοιμασία δέχηται τις ζημίας δια τον Θεόν χαίρων, καθαρός εστίν έσωθεν. Και εάν μη καταφρονήση τινός, δια τάς πηρώσεις τάς εν αυτώ, εν αληθεία ελεύθερος εστί, και εάν μη προσίεται προς τον τιμώντα αυτόν ή και αηδιάζεται προς τον ατιμάζοντα, ούτος νενέκρωται τω κόσμω εν τη ζωή ταύτη. Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων. Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού. Και διατί μισείς αυτόν; Τάς αμαρτίας αυτού μίσησον και εύξαι υπέρ αυτού, ίνα ομοιωθής τω Χριστώ όστις ουκ ηγανάκτει κατά των αμαρτωλών, αλλ υπερηύχετο. Ούχ οράς πώς έκλαυσεν υπέρ της Ιερουσαλήμ; Εν πολλοίς καταγελώμεθα και ημείς υπό του διαβόλου. Και διατί τον καταγελασθέντα καθ’ ημάς εκ του καταγελώντος ημών διαβόλου μισούμεν; Και διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ώ άνθρωπε; Άρα, ότι ουκ εστί δίκαιος κατά σε; Και που εστίν η δικαιοσύνη σου, ότι ουκ έχεις αγάπην; Διατί ουκ έκλαυσας επ’ αυτώ, αλλά συ καταδιώκεις αυτόν; Εν αγνοία γαρ κινούνται τίνες οργιζόμενοι, οι δοκούντες είναι διακριτικοί, εις τα έργα των αμαρτωλών. Γίνου κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ότι ανάξιόν σε όντα κυβερνή, και ότι χρεωστείς χρέος πολύ και η εκδίκησις αυτού ου φανερούται εν σοι, και αντί των μικρών έργων, ων ποιείς, αντιπαρέχει σοι τα μεγάλα. Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου. Και εάν ο Δαβίδ καλή αυτόν δίκαιον και ευθύν, αλλά ο υιός αυτού εφανέρωσεν ημίν ότι μάλλον αγαθός εστί και χρηστός. «Αγαθός εστί», φησί, «τοις πονηροίς και ασεβέσι». Και πώς ονομάζεις τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήσης τω κεφαλαίω, τω περί του μισθού των εργατών; «εταίρε, ουκ αδικώ σε, θέλω δούναι τούτω τω εσχάτω, ως και σοι. Ή ο οφθαλμός σου πονηρός εστίν, ότι εγώ αγαθός ειμί;». Πως πάλιν καλεί άνθρωπος τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήση τω κεφαλαίω του ασώτου υιού, ός εσκόρπισε τον πλούτον εν ασωτεία, ότε εν τη κατανύξει μόνη, εν η έδειξε, πώς έδραμε και έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και εξουσίαν έδωκεν αυτώ επί πάντα τον πλούτον αυτού; Ουδείς γαρ άλλος είπε περί αυτού ταύτα, ίνα διστάσωμεν εις αυτόν, αλλ ’ αυτός ο Υιός αυτού, αυτός εμαρτύρησε περί αυτού ταύτα. Που εστίν η δικαιοσύνη του Θεού, ότι ημεν αμαρτωλοί και ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών; Ει δε ώδε εστίν ελεημων, πιστεύσωμεν, ότι αλλοίωσιν ου δέχεται. Μη γένοιτο ημάς λογίσασθαι ποτέ τούτο το ανόμημα, ίνα ποτέ είπωμεν τον Θεόν ανελεήμονα’ ότι ουκ αλλοιούται το ίδιον του Θεού, ώσπερ οι νεκροί, και ου κτάται τι όπερ ουκ έχει, ή όπερ έχει υστερεί ή προσθήκην λαμβάνει, καθάπερ τα κτίσματα. Άλλ’ όπερ έχει ο Θεός εξ αρχής, έξει αεί έως ατελευτήτου τέλους, και έχει, καθάπερ ο μακάριος Κύριλλος είπεν εν τη ερμηνεία της γενέσεως. Φοβού, φησί, εκ της αγάπης αύτον, και μη εκ του ονόματος του σκληρού του τεθέντος επ’ αυτόν. Αγάπησον αυτόν, ως χρεωστείς αγαπήσαι αυτόν, και μη δια τα μέλλοντα δίδοσθαι υπ’ αυτού, αλλ’ όπερ ων ελάβομεν. Και δια τον κόσμον τούτον μόνον, ον εποίησε δι’ ημάς, τις γαρ εστίν ο δυνάμενος ανταμείψασθαι αυτόν; Που εστί η ανταπόδοσις αυτού εν τοις έργοις ημών; Τις έπεισεν αυτόν εξ αρχής παραγαγείν ημάς εις την κτίσιν; Και τις εστίν ο παρακαλών αυτόν υπέρ ημών, όταν γινώμεθα αμνήμονες; Ότε δε ουκ ήμεν ποτέ, τις εστίν ο εξυπνίσας το σώμα ημών εκείνο προς την ζωήν; Και πάλιν πόθεν πίπτει η έννοια της γνώσεως εις τον χουν; Ω της θαυμαστής ελεημοσύνης του Θεού. Η έκπληξις της χάριτος του Θεού και κτίστου ημών. Ω δύναμις η ικανούσα εις πάντα. Ω της χρηστότητος της αμέτρου, ης την φύσιν ημών των αμαρτωλών πάλιν εισάγει προς ανάπλασιν αυτών. Τις ικανοί προς την δόξαν αυτού; Τον παραβάντα αυτόν και βλασφημήσαντα εγείρει, τον χουν τον αλόγιστον καινίζει, και συνετόν και λογικόν ποιεί, και τον διεσκορπισμένον νουν και αναίσθητον και τάς διεσκορπισμένας αισθήσεις, φύσιν λογικήν και αξίαν εννοίας εμποιεί. Ουχ ικανοί γαρ ο αμαρτωλός εννοήσαι την χάριν της αναστάσεως αυτού. Που εστίν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς; Και που εστίν η κόλασις, η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγάπης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσεως αυτού, όταν εγείρη ημάς εκ του άδου και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν, και τον εις άδην πεσόντα εγείρη εν δόξη; Ω διακριτικοί, δεύτε και θαυμάσατε. Τις έχων σοφήν διάνοιαν και θαυμαστήν θαυμάσει κατ αξίαν την χάριν του δημιουργού ημών; Η ανταπόδοσις των αμαρτωλών εστί, και αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδωσιν αυτοίς και αντί των σωμάτων των καταπατησάντων τον νόμον αυτού, αφθαρσίας δόξαν τελείαν ενδύει αυτούς. Αύτη η χάρις εστίν η μειζοτέρα, η μετά το αμαρτήσαι ημάς αναστήσασα, υπέρ έκείνην, ότε ουκ ήμεν, και παρήγαγεν ημάς εις κτίσιν. Δόξα Κύριε, τη χάριτί σου τη αμέτρω. Ιδού, Κύριε, τα κύματα της χάριτος σου σιωπήσαι με εποίησαν, και ουκ απελείφθη εν εμοί έννοια εξ εναντίας των ευχαριστιών σου. Ποίοις στόμασιν εξομολογησόμεθά σοι, βασιλεύ αγαθέ, ο αγαπών την ζωήν ημών; Δόξα σοι επί τοις δυσί κόσμοις, ους εδημιούργησας προς αύξησιν και τρυφήν ημών, άγων ημάς εκ πάντων, ων εδημιούργησας, προς γνώσιν της δόξης σου, από του νυν και έως του αιώνος. Αμήν.

Ἄντληση κειμένου: ψηφιακὸ κείμενο (HTML, μονοτονικό) ἀπὸ τὸ isaakosyros.blogspot.com — ἡ ἀρχαΐζουσα ἀπόδοση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (Λειψία 1770)· δὲν ἔγινε ψηφιακὴ μεταγραφὴ (OCR). Public domain.

http://isaakosyros.blogspot.com/2009/06/blog-post_2245.html