Λόγος ΟΘ΄

Περὶ μέμψεως ἀδελφοῦ τινος

Περίληψη

Ο 79ος Λόγος του Αββά Ισαάκ του Σύρου, από τη συλλογή των Ασκητικών του Λόγων, αντιμετωπίζει ένα φαινομενικά πρακτικό ζήτημα: αν ο μοναχός υποχρεούται να παρέχει υλική ελεημοσύνη. Από ένα συγκεκριμένο περιστατικό διαμάχης μεταξύ μοναχών, ο λόγος αναπτύσσεται σε μία βαθιά θεολογική πραγματεία για τη φύση της ησυχαστικής κλήσεως και την ανωτερότητά της έναντι κάθε εξωτερικής αγαθοεργίας. Ο συγγραφέας, μέσα από τη φωνή ενός έμπειρου γέροντα, διακρίνει τις πνευματικές οδούς, υπερασπίζεται την απόλυτη προτεραιότητα της εσωτερικής κοινωνίας με τον Θεό και προτρέπει σε ριζική εγκατάλειψη των βιοτικών μεριμνών. Ο λόγος αυτός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ασκητικής γραμματείας, καθώς ορίζει το ιδανικό του ησυχαστή ως αγγελικής τάξεως λειτουργού.

Η διάκριση της ελεημοσύνης Αφορμή της διδασκαλίας είναι η μομφή ενός αδελφού ότι δεν έδωσε ελεημοσύνη. Ο κατηγορούμενος απάντησε με θράσος ότι «στους μοναχούς δεν επιβάλλεται να κάνουν ελεημοσύνη». Τότε ο γέροντας επαναδιατύπωσε την αλήθεια με ακρίβεια: ο μοναχός που έχει εγκαταλείψει τα πάντα, που δεν έχει τίποτε στη γη, που δεν εργάζεται σωματικά ούτε μεριμνά για επίγεια πράγματα, αλλά δέχεται μόνο τα αναγκαία προς το ζην, αυτός είναι φανερός και αληθινά δεν υποχρεούται σε ελεημοσύνη. Διότι από πού να δώσει, αφού είναι ελεύθερος από υλικά αγαθά; Αυτός μπορεί να πει με «ανακεκαλυμμένο πρόσωπο» στον Χριστό ότι άφησε τα πάντα και Τον ακολούθησε.

δήλος εστί και φανερός ο μοναχός, ουχ υπόκειται ποιείν ελεημοσύνην. Εκείνος γαρ εστίν, ός «ανακεκαλυμμένω προσώπω» δύναται ειπείν τω Χριστώ, ως γέγραπται, «ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι

Η απάντηση αυτή δεν αποτελεί δικαιολογία για φιλαργυρία, αλλά οριοθετεί τον γνήσιο ησυχαστή: εκείνον που έχει απολέσει κάθε βιοτική μέριμνα και ζει «ως πετεινόν», ανέμελα και ελεύθερα. Αντίθετα, ο μοναχός που περισπάται σε βιοτικά έργα, εργάζεται με τα χέρια ή λαμβάνει από άλλους, οφείλει να δίνει ελεημοσύνη, και η αμέλειά του συνιστά εναντίωση στην εντολή του Κυρίου και ασπλαχνία. Έτσι εισάγεται μία βασική διάκριση μεταξύ των «έξω» και των «έσω», των ενεργουμένων στον κόσμο και των αφιερωμένων στην ησυχία.

Το ασυμβίβαστο ησυχίας και μέριμνας Στη συνέχεια, ο λόγος του γέροντα γίνεται δριμύτερος: εκφράζει θαυμασμό για εκείνους που ταράζουν την ησυχία τους για να αναπαύσουν άλλους σωματικά. Υποστηρίζει ότι κανένα άλλο έργο, όσο καλό κι αν είναι, δεν πρέπει να συμφύρεται με το έργο της ησυχίας, για να μη γίνει ο βίος του μοναχού συγκεχυμένος και ανάμικτος.

Ου χρή ημάς συμμίξαι τω έργω της ησυχίας μέριμνάν τίνος ετέρου πάν δε έργον τιμάσθω εν τω τόπω αυτού, ίνα μη γένηται η διαγωγή ημών πεφυρμένη

Η ανάμειξη αυτή στερεί από κάθε έργο την ουσιαστική του αξία και τον τόπο του. Ακολούθως προβάλλει μία πνευματική αρχή: όποιος έχει πολλές μέριμνες γίνεται δούλος πολλών, ενώ εκείνος που εγκαταλείπει τα πάντα και φροντίζει μόνο για την κατάσταση της ψυχής του, αυτός γίνεται φίλος του Θεού. Η παράθεση των αριθμητικών δεδομένων είναι συντριπτική: οι ποιούντες σωματική ελεημοσύνη και αγάπη είναι πολυπληθείς στον κόσμο, ενώ οι εργάτες της καλής ησυχίας σπανίως ευρίσκονται. Κανένας από τους κοσμικούς ελεήμονες δεν θα μπορούσε να φθάσει τα χαρίσματα με τα οποία ο Θεός τιμά τους ησυχάζοντες.

Ουράνια βασιλεία και προτεραιότητα της προσευχής Μία υποθετική ερώτηση δίνει την ευκαιρία για βαθύτερη θεολογική ανάλυση: μπορεί άραγε ο ησυχάζων μοναχός να συνδυάζει τη μέριμνα του Θεού με την έγνοια για άλλους; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Ακόμη και όταν αφήσει τα πάντα και φροντίζει μόνο την ψυχή του, δύσκολα κατορθώνει να ζήσει απερίσπαστα την ησυχία· πόσο μάλλον αν αναλάβει και φροντίδα για άλλα πρόσωπα ή πράγματα. Ο Κύριος άφησε στον κόσμο εκείνους που υπηρετούν τα παιδιά Του μέσω των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά εξέλεξε για τον εαυτό Του όσους λειτουργούν ενώπιόν Του αδιαλείπτως. Εδώ εισάγεται η παραστατική αναλογία της βασιλικής αυλής:

Ου γαρ εν μόνοις τοις πράγμασι των επιγείων βασιλέων διαφοράς τάξεων εστίν ιδείν, ενδοξότερων όντων των κατά πρόσωπον του βασιλέως ισταμένων άει και τοις μυστηρίοις αυτώ κοινωνούντων, των όντων εν τοις εξωτικοίς πράγμασιν αλλά και εν τοις του επουρανίου βασιλέως εστί ταύτα ιδείν, πόσην παρρησίαν κέκτηνται οι εν τη ομιλία μετ’ αυτού μυστηριάζοντες δια της προσευχής πάντοτε και πόσου πλούτου επουρανίου τε και επιγείου καταξιούνται

Όπως οι ανθρώπινοι βασιλείς έχουν ως ενδοξότερους εκείνους που στέκονται πάντοτε μπροστά τους και συμμετέχουν στα μυστήριά τους, έτσι και στην ουράνια βασιλεία, όσοι παραμένουν σε αδιάλειπτη προσευχητική κοινωνία με τον Θεό αποκτούν ασύγκριτα μεγαλύτερη παρρησία, πλούτο και εξουσία επί της κτίσεως από εκείνους που υπηρετούν μέσω κτισμάτων και αγαθοεργιών. Αυτό δεν υποτιμά τις αγαθοεργίες, αλλά διασαφηνίζει την ιεραρχία των πνευματικών κλήσεων.

Η πλάνη της «αρετής» και το παράδειγμα του Αββά Αρσενίου Ο λόγος γίνεται ακόμη πιο πρακτικός. Ο ησυχαστής οφείλει να φυλάγει την καρδιά του από λογισμούς που εμφανίζονται ως ενάρετες προτάσεις αλλά στην πραγματικότητα διαλύουν τη γαλήνη του. Δίνεται μάλιστα μία υποδειγματική απάντηση για τέτοιες στιγμές:

Όταν ούν έλθη σοι ενθύμησις του φροντίζειν τινός λόγω αρετής, ώστε σκεδάσαι από σου την ούσαν σοι γαλήνην εν τη καρδία, είπε αυτή ‘Καλή εστίν η της αγάπης οδός και το δια Θεόν έλεος, αλλά καγώ δια τον Θεόν ου θέλω αυτήν

Η ρήση αυτή αποτελεί πνευματική «σφενδόνη» κατά των δαιμονικών υποβολών που επικαλούνται την αρετή για να βλάψουν. Το ιστορικό παράδειγμα του Αββά Αρσενίου είναι χαρακτηριστικό: ενώ άλλος γέροντας καθημερινά δεχόταν επισκέπτες και αφιέρωνε όλη την ημέρα στην ομιλία για τον Θεό, ο Αρσένιος επέλεγε τη σιγή και την ησυχία, αποφεύγοντας κάθε συνάντηση, ακόμη κι αν γινόταν στο όνομα του Θεού. Γι’ αυτό και έπλεε με το Άγιο Πνεύμα στο πέλαγος του βίου με μεγάλη γαλήνη, πράγμα που αποκαλύφθηκε στους αγωνιστές που ερεύνησαν σχετικά από τον Θεό.

Ο ορισμός και η άσκηση της ησυχίας Πλησιάζοντας στο τέλος, ο λόγος κορυφώνεται με τον ορισμό της ησυχίας, που είναι η σιωπή από όλα, και την απαίτηση της πλήρους εγκατάλειψης.

Άνευ γαρ της των πάντων καταλείψεως και του μακρυσμού από πάσης φροντίδας, την πολιτείαν της ησυχίας κατορθώσασθαι επονείδιστον ημίν ειπείν εστί

Η ησυχία δεν είναι απλώς εξωτερική απομόνωση ή απραξία, αλλά εσωτερική κατάσταση απόλυτης εκκενώσεως από κάθε λογισμό και φροντίδα. Όποιος μέσα στην ησυχία είναι γεμάτος ταραχή, θορυβεί το σώμα και την ψυχή με χειρωνακτι κ ά έργα και πολλές μέριμνες, ουσιαστικά δεν ασκεί ησυχία. Ο αββάς υποδεικνύει ως υπόδειγμα τα Χερουβίμ, που δεν φροντίζουν για κανένα βιοτικό πράγμα, και συμβουλεύει τον μοναχό να σκληρύνει την καρδιά του έναντι των εξωτερικών αναγκών και να εμμένει μόνο στην προσευχή στους ορισμένους καιρούς. Αν δεν το κάνει, δεν μπορεί να ελευθερωθεί από την ταραχή και να εισέλθει στην αληθινή ησυχία.

Καταληκτικές σκέψεις Ο Λόγος ΟΘ’ αποτελεί μία από τις πυκνότερες εκθέσεις της ησυχαστικής θεολογίας. Δεν απορρίπτει την ελεημοσύνη ούτε την αγάπη προς τον πλησίον, αλλά ξεκαθαρίζει ότι η μοναχική πολιτεία έχει ως έργο της κατεξοχήν την αδιάλειπτη προσευχή και την εσωτερική ένωση με τον Θεό. Η συνεισφορά του ησυχαστή στην Εκκλησία είναι πρωτίστως χαρισματική και μυστική: η δύναμη της προσευχής και ο λόγος της πνευματικής διακρίσεως σε καιρό ανάγκης. Οποιαδήποτε σύγχυση με τις εξωτερικές διακονίες οδηγεί αναπόφευκτα σε πνευματική έκπτωση. Το μήνυμα είναι επίκαιρο και προκλητικό, καλώντας τόσο τους μοναχούς όσο και τους λαϊκούς να σεβαστούν την ιδιαιτερότητα του ησυχαστικού χαρίσματος, το οποίο ανακεφαλαιώνει τη θυσιαστική αγάπη όχι μέσω υλικών έργων αλλά μέσω ολοκληρωτικής αυτοπαράδοσης στον Θεό. Έτσι, ο λόγος αυτός παραμένει ορόσημο για την ασκητική παράδοση, υπενθυμίζοντας ότι η υψίστη διακονία είναι η αυτοπροσφορά της καρδιάς ενώπιον του Θεού.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαΐζουσα ἔκδοσις Νικηφόρου Θεοτόκη, 1770), ἐκ τῆς ψηφιακῆς μεταγραφῆς τοῦ ἱστολογίου isaakosyros.blogspot.com. Μονοτονικόν. Public domain.

Εμέμφθη ποτέ τις αδελφός, ως μη ποιήσας ελεημοσυνην, και μετά παρρησίας και αυθαδείας ανταπεκρίθη τω μεμψαμένω αυτόν, μοναχοίς ουχ υπόκειται ποιείν ελεημοσύνην. Και προς αυτόν αντέφη ο μεμψάμενος* δήλος εστί και φανερός ο μοναχός, ουχ υπόκειται ποιείν ελεημοσύνην. Εκείνος γαρ εστίν, ός «ανακεκαλυμμένω προσώπω» δύναται ειπείν τω Χριστώ, ως γέγραπται, «ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι», τουτέστιν εκείνος ο μηδέν έχων επί της γης και μη κατεργάζων εαυτόν εν τοις σωματικοίς και μη έχων κατά νουν τι των ορωμένων, μηδέ μεριμνών κτήσασθαί τι, αλλά και εάν τις δω τι αυτώ, λαμβάνων τα προς την χρείαν μόνα, των δε υπέρ ταυτήν λόγον μη ποιούμενος, και εστίν ως το πετεινόν εν τη αναστροφή αυτού. Τω τοιούτω ουκ επίκειται ποιήσαι ελεημοσύνην. Πώς γαρ, αφ’ ων πραγμάτων ελεύθερο εστί, δύναται δούναι ετέρω; Αλλά μάλλον τω εν τοις βιωτικοίς περισπωμένω και ταίς χερσίν εργαζομένω και παρ’ άλλων λαμβάνοντι, εποφείλεται αυτώ δούναι ελεημοσύνην. Και το αμελήσαι ταύτης εναντίωσίς εστίν ή ασπλαγχνία της του Κυρίου εντολής. Ει γαρ εν τοις κρυπτοίς ου προσεγγίζει τις τω Θεώ ούτε δουλεύειν αυτώ οίδεν εν πνεύματι και των φανερών ου φροντίζει, άτινα δυνατά αυτώ εστί, ποία ετέρα ελπίς έσται τω τοιούτω, δι’ ης κτήσεται εαυτώ την ζωήν; Ο τοιούτος ασύνετος εστίν. Έτερος γέρων είπεν Εγώ θαυμάζω εκ των ταρασσόντων εαυτούς εν τω έργω της ησυχίας, όπως άλλους αναπαύσωσιν εν τοις σωματικοίς. Και πάλιν έφη Ου χρή ημάς συμμίξαι τω έργω της ησυχίας μέριμνάν τίνος ετέρου πάν δε έργον τιμάσθω εν τω τόπω αυτού, ίνα μη γένηται η διαγωγή ημών πεφυρμένη. Ο γαρ πολλών έχων μέριμναν δούλος εστί των πολλών, ο δε πάντα καταλείψας και μεριμνών της καταστάσεως της εαυτού ψυχής, ούτος φίλος εστί του Θεού. Βλέπε ότι οι ποιούντες ελεημοσύνην και πληρούντες την αγάπην των πλησίον εν τοις σωματικοίς, ούτοι πολλοί εισίν εν τω κόσμω, οι δε εργάται της καθολικής και καλής ησυχίας, οι ασχολούμενοι εν τω Θεώ, μόλις ευρίσκονται και σπάνιοι είσι. Τις δε εκ των εν τω κόσμω ποιούντων ελεημοσύνην ή δικαιοσύνην εν τοις σωματικοίς, ηδύνατο εν των χαρισμάτων φθάσαι, ων καταξιούνται παρά Θεού οι εν ησυχία καθήμενοι; Και πάλιν είπεν Εάν ης κοσμικός, εν τη διαγωγή των κοσμικών αγαθών αναστρέφου, ει δε μοναχός ει, εν τοις έργοις εν οίς αριστεύουσιν οι μοναχοί διάπρεψαι. Ει μέντοι εν εκατέροις βούλει αναστραφήναι, από των δυο μέλλεις εκπεσείν. Έργα μοναχού είσι ταύτα ελευθερία από των σωματικών, και ο εν προσευχαίς σωματικός κόπος, και η αδιάλειπτος προς Θεόν μνήμη της καρδίας. Ει ουν δυνατόν σοι χωρίς τούτων αυταρκείσθαι ταίς κοσμικαίς αρεταίς, κρίνον συ. Ερώτησις. Ου δύναται άρα μοναχός ο εν τη ησυχία κακοπαθών τάς δυο αναστροφάς κτήσασθαι, λέγω δη μέριμναν του Θεού και φέρειν και φροντίδα ετέραν εν τη καρδία; Απόκρισις. Εγώ μεν οίμαι, ότι ουδ’, όταν αφή πάντα ο εν ησυχία βουλόμενος αναστρέφεσθαι και της εαυτού και μόνης ψυχής φροντίζη, δύναται ανελλιπώς εν τω έργω της ησυχίας πολιτεύσασθαι, καν έξω γένηται της βιωτικής μερίμνης, πόσω μάλλον εάν και άλλου φροντίση; Κατέλιπεν ο Κύριος εαυτώ εν τω κόσμω τους δουλεύοντας αυτώ και επιμελουμένους των τέκνων αυτού και εξελέξατο εαυτώ τους έμπροσθεν εαυτού λειτουργούντας. Ου γαρ εν μόνοις τοις πράγμασι των επιγείων βασιλέων διαφοράς τάξεων εστίν ιδείν, ενδοξότερων όντων των κατά πρόσωπον του βασιλέως ισταμένων άει και τοις μυστηρίοις αυτώ κοινωνούντων, των όντων εν τοις εξωτικοίς πράγμασιν αλλά και εν τοις του επουρανίου βασιλέως εστί ταύτα ιδείν, πόσην παρρησίαν κέκτηνται οι εν τη ομιλία μετ’ αυτού μυστηριάζοντες δια της προσευχής πάντοτε και πόσου πλούτου επουρανίου τε και επιγείου καταξιούνται, και πόσην ενδείκνυται την αυτών εξουσίαν κατά πάσης της κτίσεως, υπέρ εκείνους τους δια κτισμάτων και βιωτικών πραγμάτων δουλεύοντας τω Θεώ και εν τη αγαθοεργία αυτών ευαρεστούντας αυτώ, ει και τούτο μέγιστον και καλόν πάνυ. Δει ουν ημάς ουκ εκ τούτων των εν τοις έργοις του Θεού ελλιπών όντων τύπον λαβείν, αλλ’ εκ των αθλητών και αγωνιστών αγίων των καλών πολιτευσαμένων και εκείνων των καταλειψάντων τα βιωτικά και εν γη γεωργησάντων την επουράνιον βασιλείαν εκείνων των καθάπαξ απωσάντων τα γήινα και εκτεινάντων τάς χείρας προς τάς του ουρανού πύλας. Εν τίνι ευηρέστησαν οι αρχαίοι άγιοι τω Θεώ, οίτινες προωδοποιήσαντο την οδόν ημίν της πολιτείας ταύτης; Ο εν αγίοις Ιωάννης ο Θηβαίος, ο θησαυρός των αρετών, η πηγή της προφητείας, άρα εν τοις σωματικοίς άναπαυων τους αδελφούς έσωθεν του εγκλειστηρίου αυτού ευηρέστησε τω Θεώ, η εν προσευχή και ησυχία; Ότι μεν γαρ και εν εκείνοις πολλοί πάλιν ευηρέστησαν αυτώ, ουκ αντιλέγω’ αλλ’ ενδεέστερον των δια προσευχής και της των πάντων καταλείψεως. Η γαρ βοήθεια των εν ησυχία διαγόντων και ευδοκιμούντων τοις ιδίοις αδελφοίς, φανερά τις εστί, λέγω δη το βοηθήσαι ημίν λόγω εν καιρώ ανάγκης, ή το προσφέρειν υπέρ ημών έντευξεις. Εκτός γαρ τούτων, μνήμη ή μέριμνα τίνος ένεκεν των βιωτικών, εάν καθεύδη εν καρδία των εν ησυχία καθημένων, ουκ εστί της πνευματικής σοφίας. Το γαρ «απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ», και τα του πλησίον και τα τω Θεώ τα οντά αυτών εκάστω, ου τοις ησυχάζουσιν είρηται, αλλά τοις έξω πολιτευομένοις. Τοις γαρ τη αγγελική τάξει αναστρεφομένοις λέγω δη τη της ψυχής μερίμνη, εν τοις βιωτικοίς ευαρεστείν αυτώ ουκ εντέταλται, τουτέστι φροντίζειν εργοχείρου ή λαβείν από τίνος και δούναι ετέρω. Ώστε ου δει τον μοναχόν έχειν μέριμναν τίνος κινούντος και καταβιβάζοντος τον νουν αυτού από της στάσεως αυτού της πρό προσώπου του Θεού. Εαν δε τις, αντιλέγων, μνημονεύση του θείου Παύλου του Αποστόλου, ως ότι εκείνος ειργάζετο ταίς ιδίαις χερσί και εποίει ελεημοσύνας, ερούμεν αυτώ, ότι ο Παύλος και μόνος ηδύνατο πάντα, άλλον δε Παύλον ουκ οίδαμεν γενόμενον και δυνάμενον προς πάντα κατ’ εκείνον. Δείξον γαρ μοι συ έτερον τοιούτον Παύλον, καγώ σοι πείθομαι. Λοιπόν τα οικονομικώς γινόμενα μη αγάγης εν τω μέσω των καθολικών πραγμάτων. Έτερον γαρ εστί το έργον του ευαγγελίου, και ετέρα η πράξις της ησυχίας. Συ δε, εί βούλει κρατήσαι της ησυχίας, γενού ως τα Χερουβίμ, τα μηδενός φροντίζοντα βιωτικού και μη ήγου τίνα είναι άλλον εν τη γη, πλην σου και του Θεού, ου φροντίζεις, ως εδιδάχθης υπό των πατέρων σου των προ σου γεγονότων. Εάν γαρ μη σκληρύνη τις την ιδίαν καρδίαν και βεβαίως συνέχη το έλεος αυτού, ίνα γένηται μακράν από της πάντων μερίμνης των κάτω, ήγουν της τε δια τον Θεόν και δια τι βιωτικόν, και εν τη προσευχή και μόνη εν τοις ωρισμένοις αυτώ καιροίς εμμένη, ελευερωθήναι της ταραχής και της μερίμνης και εν ησυχία γενέσθαι ου δύναται. Όταν ούν έλθη σοι ενθύμησις του φροντίζειν τινός λόγω αρετής, ώστε σκεδάσαι από σου την ούσαν σοι γαλήνην εν τη καρδία, είπε αυτή ‘Καλή εστίν η της αγάπης οδός και το δια Θεόν έλεος, αλλά καγώ δια τον Θεόν ου θέλω αυτήν. Στήθι μοι, πάτερ, έφησε τις μοναχός, ότι δια τον Θεόν τρέχω οπίσω σου. Κακείνος αντέφη Καγώ δια τον Θεόν φεύγω εκ σου. Ο αββάς Αρσένιος ούτε προς ωφέλειαν ούτε προς άλλο τι δια τον Θεόν υπήντα τινί. Άλλος δια τον Θεόν όλην την ημέραν ελάλει και πάντας τους ερχομένους ξενικούς εδέχετο. Εκείνος δε αντί τούτου εξελέξατο την σιγήν και την ησυχίαν, και δια τούτο μετά του θείου Πνεύματος εν μέσω της θαλάσσης του παρελθόντος βίου ελάλει, και μετά γαλήνης μεγίστης διέπλει εν τω πλοίω της ησυχίας, ως φανερώς ωράθη τοις αγωνισταίς, τοις εξερευνήσασι παρά του Θεού περί τούτου. Και γαρ ο της ησυχίας όρος ούτος εστί* σιωπή από πάντων. Εάν δε εν τη ησυχία ευρέθης πεπληρωμένος ταραχής και εν τοις έργοις των χειρών θορυβήσης το σώμα και την ψυχήν εν φροντίδι τινών, ποίαν ησυχίαν τηνικαύτα άγεις, φροντίζων πολλών, ίνα αρέσης τω Θεώ; Κρίνον συ. Άνευ γαρ της των πάντων καταλείψεως και του μακρυσμού από πάσης φροντίδας, την πολιτείαν της ησυχίας κατορθώσασθαι επονείδιστον ημίν ειπείν εστί. Τω δε Θεώ ημών είη δόξα.

Ἄντληση κειμένου: ψηφιακὸ κείμενο (HTML, μονοτονικό) ἀπὸ τὸ isaakosyros.blogspot.com — ἡ ἀρχαΐζουσα ἀπόδοση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (Λειψία 1770)· δὲν ἔγινε ψηφιακὴ μεταγραφὴ (OCR). Public domain.

http://isaakosyros.blogspot.com/2009/06/blog-post_22.html