Νικόλαος Καβάσιλας

Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας — Μέρος Δ΄ (κεφ. ΜΗʹ–ΝΓʹ)

Περίληψη

Στο τέταρτο μέρος της «Ερμηνείας της θείας Λειτουργίας», ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εμβαθύνει στη θεολογική σημασία της μνημονεύσεως των αγίων κατά τη διάρκεια της ευχαριστιακής τελετής, καθώς και στις καταληκτήριες ευχές και ευχαριστίες. Με ποιμαντική ευαισθησία και δογματική ακρίβεια, απαντά σε διαδεδομένες παρανοήσεις που υποβίβαζαν τη μνημόνευση σε απλή ικεσία υπέρ των τετελειωμένων, φωτίζοντας τον αληθινό χαρακτήρα της ως ευχαριστιακής προσφοράς. Η ανάλυσή του αναδεικνύει πώς ολόκληρη η θεία Λειτουργία κορυφώνεται στην κοινή ευχαριστία, όπου η Εκκλησία, χάριτι Χριστού, ενώνεται με τον ουράνιο χορό των αγίων στην αιώνια δοξολογία.

Οι άγιοι ως αποδέκτες της ευχαριστιακής προσφοράς Ο Καβάσιλας εξηγεί ότι τα άγια δώρα δεν ανατίθενται μόνο στον Θεό ούτε ωφελούν μόνο τους πιστούς που ζητούν βοήθεια, αλλά με έναν τρίτο τρόπο απευθύνονται και προς τους ήδη δοξασμένους αγίους. Όταν η Εκκλησία προσφέρει την αναίμακτη θυσία ως ευχαριστήριο για τη δόξα που έλαβαν από τον Θεό, οι ίδιοι οι άγιοι γίνονται αποδέκτες της δωροφορίας. Αυτό συμβαίνει επειδή η προσφορά γίνεται χάριν αυτών και η θεία ευαρέστηση τους προξενεί ανεκλάλητη χαρά. Το να δοξάζεται ο Θεός εξαιτίας των αγίων Του αποτελεί γι’ αυτούς «τρυφή και της μακαριότητος εκείνης κεφάλαιον». Έτσι, η αγάπη των πιστών προς τους αγίους εκφράζεται με το να συγχαίρουν για την ευδαιμονία τους και να ευχαριστούν τον Θεό για το έλεός Του.

Οὐ διὰ τοῦτο δὲ μόνον αὐτοὶ τὰ δῶρα λαμβάνουσιν ὅτι διὰ τὴν αὐτῶν ἀγάπην ἡ δωροφορία γίνεται, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο τῶν ἡδίστων καὶ σφόδρα κεχαρισμένων αὐτοῖς, λέγω δὴ τὸ τὸν Θεὸν δι᾿ αὐτοὺς χάριτας δέχεσθαι καὶ δοξάζεσθαι

Με άλλα λόγια, οι άγιοι χαίρονται όχι μόνο επειδή προσφέρονται δώρα εξ αγάπης γι’ αυτούς, αλλά κυρίως διότι μέσω αυτών ο Θεός λαμβάνει ευχαριστία και δοξάζεται. Αυτή η δοξολογία είναι αιώνιο έργο τους, ένας ακατάπαυστος ύμνος στον οποίο επιθυμούν να συμμετέχουν και οι πιστοί, ώστε το χρέος της ευγνωμοσύνης να αποδίδεται πληρέστερα.

Η μνημόνευση ως ευχαριστία και όχι ικεσία Η πιο εκτενής συζήτηση αφιερώνεται στην αναίρεση της πλάνης ότι ο ιερέας ικετεύει υπέρ των αγίων κατά τη Λειτουργία. Ο Καβάσιλας επιχειρηματολογεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν θεολογικά άτοπο, διότι η Εκκλησία προσεύχεται για τους κεκοιμημένους ζητώντας άφεση αμαρτιών, ανάπαυση και κληρονομία της βασιλείας – πράγματα που δεν μπορούν να ζητηθούν για εκείνους που ήδη μετέχουν στη δόξα του Θεού. Αν γινόταν αυτό, θα σήμαινε είτε εμπαιγμό των θείων (αν ο ιερέας γνωρίζει τη μακαριότητα των αγίων και προσποιείται) ή, ακόμα χειρότερα, θα αρνούνταν την αλήθεια της επαγγελίας του Θεού. Εξετάζοντας τις ίδιες τις ευχές της θείας Λειτουργίας, ο ερμηνευτής αποδεικνύει ότι η Εκκλησία δεν προσεύχεται υπέρ των αγίων, αλλά τους μνημονεύει ως πρεσβευτές μας. Ιδιαίτερα εμφατική είναι η παρουσία της Παναγίας στον κατάλογο των μνημονευομένων: η τοποθέτησή της εκεί δεν θα είχε νόημα αν η μνημόνευση ήταν ικεσία, εφόσον εκείνη είναι υπεράνω πάσης μεσιτείας. Το γεγονός ότι δεν διατυπώνεται αίτημα «ανάπαυσον» γι’ αυτούς, όπως για τους λοιπούς πιστούς, επισφραγίζει τον ευχαριστιακό χαρακτήρα.

Ἐπὶ δὲ τῶν ἁγίων τοὐναντίον ἅπαν. Οὐ γὰρ πρεσβείαν ὑπὲρ αὐτῶν ποιεῖται, ἀλλ᾿ αὐτοὺς μᾶλλον προβάλλεται πρέσβεις

Επομένως, ο ιερέας λειτουργός δεν δέεται υπέρ των τετελειωμένων αγίων, αλλά τους επικαλείται. Ακόμη και όταν ο Χριστός τελεί την ιερουργία, η μεσιτεία Του δεν νοείται ως προσευχητική ικεσία, αλλά ως το ίδιο το γεγονός της ενανθρωπήσεως που συνάπτει Θεό και ανθρώπους. Οι λειτουργικές φράσεις είναι γλώσσα δούλων ευγνωμονούντων, όχι φωνή του Υιού που ευχαριστεί τον εαυτό Του.

Η διπλή μνημόνευση και η «λογική λατρεία» Η μνημόνευση των αγίων γίνεται δύο φορές κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας: πρώτα κατά την απόθεση των δώρων στην Πρόθεση και αργότερα κατά τον καθαγιασμό τους. Η πρώτη είναι πρακτική, αναθέτει ορατώς τα δώρα στον Θεό ως αναθήματα· η δεύτερη είναι μυστική, διότι η θυσία συντελείται αοράτως από τη χάρη, με μόνη την επίκληση του Αγίου Πνεύματος μέσω των τελεστικών λόγων του ιερέα. Αυτή η δεύτερη προσαγωγή ονομάζεται «λογική λατρεία», ακριβώς επειδή ο λειτουργός δεν εισάγει δικό του υλικό έργο, αλλά τελεί το μυστήριο αποκλειστικά με τα λόγια της χάριτος.

Ὅθεν εἰ καὶ ἔργον ἐστὶ καὶ πρᾶγμα ἀληθῶς ἡ θυσία, ἀλλ᾿ αὐτὸς οὐδὲν εἰς αὐτὴν ἐργαζόμενος, ἀλλὰ λέγων μόνον, εἰκότως οὐ πραγματικὴν ἀλλὰ λογικὴν λατρείαν προσάγειν φησί

Έτσι, αν και η θυσία είναι πραγματική, ο ιερέας προσφέρει λατρεία χωρίς πρακτική ενέργεια, αλλά με λογική – δηλαδή με τον λόγο της ευχής, ο οποίος προκαλεί την ουράνια τελεσιουργία. Με τον τρόπο αυτό διακρίνονται δύο επίπεδα: το ανθρωπίνως δυνατόν (η εναπόθεση των δώρων) και το υπέρ ανθρώπων δύναμιν (η μεταβολή τους σε Σώμα και Αίμα).

Γιατί η τελετή ονομάζεται «Ευχαριστία» Παρά το γεγονός ότι η θεία Λειτουργία περιλαμβάνει και ικεσίες, η ονομασία της είναι καθαρά «Ευχαριστία». Ο Καβάσιλας εξηγεί ότι αυτό οφείλεται στην υπεροχή της ευχαριστίας έναντι της δεήσεως. Τα αγαθά που έχουμε λάβει από τον Θεό είναι περισσότερα από εκείνα για τα οποία ακόμη παρακαλούμε· ο Θεός άπαξ και εφάπαξ μας έδωσε τα πάντα, ενώ η ανάγκη για ικεσία προέρχεται από τη δική μας ραθυμία και πνευματική ένδεια. Ό,τι αποτελεί έργο του Θεού κινεί την ευχαριστία· ό,τι είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης αδυναμίας γεννά την ικεσία.

ἡ μὲν εὐχαριστία Θεοῦ ἔργον, ὡς εἴρηται· ἡ δὲ ἱκεσία τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας

Επιπλέον, ο ίδιος ο Χριστός παρέδωσε το μυστήριο ευχαριστώντας τον Πατέρα, όχι ικετεύοντας. Η Εκκλησία, ακολουθώντας το παράδειγμά Του, ονομάζει την τελετή από το μείζον και θειότερο μέρος της, την ευχαριστία. Ακόμη και όταν μνημονεύουμε όλες τις ευεργεσίες –πνευματικές και υλικές– ο τελικός σκοπός είναι η δοξολογία, γιατί τα πάντα χορηγούνται από τον πλούτο της αγαθότητός Του.

Η ερμηνεία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα για τη μνημόνευση των αγίων και τον ευχαριστιακό χαρακτήρα της Λειτουργίας δεν αποτελεί απλώς λειτουργική επεξήγηση, αλλά υπαρξιακή πρόκληση για κάθε πιστό. Αποκαλύπτει ότι η θεία Λατρεία είναι πάνω απ’ όλα κοινωνία αγάπης και ευγνωμοσύνης, όπου η Εκκλησία, παρά την ανθρώπινη ασθένεια, ενώνεται με τον ουράνιο χορό των αγίων σε μια αιώνια ευχαριστιακή κίνηση. Η κατάληξη της ιερουργίας με την κοινή ευχή και τη διακονία του «αντιδώρου» σφραγίζει αυτή την αλήθεια: από την μετάληψη των μυστηρίων αναπέμπουμε σύντονη ευχαριστία, και ο λειτουργός, σαν να κατεβαίνει βαθμηδόν από το ύψος της συνάντησης με τον Θεό, οδηγεί τον λαό σε διαρκή δεητική στάση, αναθέτοντας τα πάντα στην φιλανθρωπία του Κυρίου.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

ΜΗʹ. Τίς ὁ λόγος καθ᾿ ὃν καὶ τοὺς ἁγίους τοῖς δώροις τούτοις δεξιούμεθα καὶ θεραπεύομεν

(1.) Τούτῳ δὲ ἀκόλουθον ἐκεῖνο ζητῆσαι.

(2.) Εἰ γὰρ ταῦτα τὰ ἅγια ἀνατίθεται μὲν τῷ Θεῷ, ἁγιάζει δὲ τοὺς ἁγιασμοῦ δεομένους, τίνος ἕνεκα καὶ τοὺς ἡγιασμένους ἤδη καὶ πάντα τελείους ταύτῃ τῇ δωροφορίᾳ δεξιοῦσθαι πιστεύομεν καί, ἐπειδὰν αὐτῶν τι δεηθέντες εἰς ἐπικουρίαν καλέσωμεν, τὴν τῶν δώρων τούτων ὑπισχνούμεθα λειτουργίαν, ὥσπερ ἢ αὐτοῖς ταῦτα ἀναθήσειν μέλλοντες ἢ ὑπὲρ αὐτῶν, ἵνα γένωνται βελτίους;

(3.) Ὅτι καὶ ἕτερός ἐστι τρόπος τῆς δωροφορίας ταύτης, ᾗ πρόσθεν ἔφην, καθ᾿ ὃν τὰ δῶρα ταῦτα καὶ τῶν ἁγίων γίνεται, ὅταν ὡς εὐχαριστήρια τῷ Θεῷ προσάγωνται ὑπὲρ τῆς αὑτῶν δόξης ἧς αὐτοὺς ἐδόξασε καὶ ὑπὲρ τῆς τελειώσεως ἧς αὐτοὺς ἐτελείωσεν. Ἔστι μὲν γὰρ τοῦ Θεοῦ τὰ δῶρα ὡς αὐτῷ ἀνατιθέμενα· ἔστι δὲ καὶ τῶν δεομένων βοηθείας πιστῶν ὡς βοηθήματα· ἔστι δὲ καὶ τῶν ἁγίων, ὅτι αὐτῶν χάριν ἀνατίθεται τῷ Θεῷ.

(4.) Τὸ γὰρ ἐμὴν χάριν δοθὲν ἐγὼ λαμβάνω, κἂν ὁστισοῦν ὁ δεχόμενος ᾖ· οὐ γὰρ πάντα τὰ διδόμενα ἡμῖν ὁθενοῦν ταῖς χερσὶ λαμβάνομεν ταῖς ἡμετέραις μόναις, ἀλλὰ καὶ ταῖς τῶν φίλων καὶ ταῖς τῶν οἰκείων καὶ ἁπλῶς πάντων οἷς ὁ δωρούμενος ἵν᾿ ἡμᾶς εὐφράνῃ δωρεῖται. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος, τῶν πτωχῶν λαμβανόντων, ὅτι οἱ χορηγοῦντες αὐτοῖς αὐτοῦ χάριν τοῦτο ποιοῦσιν, αὐτὸς λαμβάνειν φησίν. Οὕτω καὶ οἱ ἅγιοι ταῦτα τὰ δῶρα λαμβάνουσιν, ὅτι αὐτῶν χάριν ἀνατίθεται τῷ Θεῷ. Ὥσπερ γὰρ διὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἀγάπην ἐκεῖνο γίνεται, οὕτω διὰ τὴν τῶν ἁγίων ἀγάπην τοῦτο. Ὅτι μὲν γὰρ σφόδρα φιλοῦμεν αὐτούς, τὰ αὐτῶν ἀγαθὰ ἡμέτερα λογιζόμεθα καὶ συγχαίρομεν αὐτοῖς τῆς εὐδαιμονίας, ὡς καὶ αὐτοὶ μετέχοντες τῶν ἀγαθῶν. Οὕτω δὲ χαίροντες ταῖς παρὰ τοῦ Κυρίου δεδομέναις αὐτοῖς δωρεαῖς, εὐχαριστοῦμεν τῷ δεδωκότι καὶ τὰ χαριστήρια προσάγομεν δῶρα.

(5.) Οὐ διὰ τοῦτο δὲ μόνον αὐτοὶ τὰ δῶρα λαμβάνουσιν ὅτι διὰ τὴν αὐτῶν ἀγάπην ἡ δωροφορία γίνεται, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο τῶν ἡδίστων καὶ σφόδρα κεχαρισμένων αὐτοῖς, λέγω δὴ τὸ τὸν Θεὸν δι᾿ αὐτοὺς χάριτας δέχεσθαι καὶ δοξάζεσθαι. Ὥσπερ γὰρ μέγιστον ἁμάρτημα τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων τὸ βλασφημεῖσθαι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτούς, οὕτω μέγα κατόρθωμα καὶ περισπούδαστον τοῖς ἁγίοις τὸ δι᾿ αὐτοὺς τὸν Θεὸν δοξάζεσθαι. Τοῦτο καὶ μετὰ σώματος ζῶσι διηνεκὴς ἀγὼν ἦν, καὶ μεταστᾶσιν εἰς τὸν οὐρανὸν ἔργον ἐστὶν ἄληκτον καὶ τρυφὴ καὶ τῆς μακαριότητος ἐκείνης κεφάλαιον. Εἰ γάρ, ὅτε τὰ ἀγαθὰ ἐν ἐλπίσιν ἦν αὐτοῖς μόνον, διετέλουν ἐν παντὶ εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ πάντα εἰς δόξαν αὐτοῦ ποιοῦντες, ὁποίους αὐτοὺς γενέσθαι τὰ τοιαῦτα χρὴ νομίζειν, ὅτε μείζων μὲν αὐτοῖς ἡ εὐγνωμοσύνη πολλῷ τῷ μέσῳ τελείοις ἤδη πᾶσαν ἀρετὴν γενομένοις, τὰ δὲ ἀγαθὰ οὐκέτι ἐλπίζουσιν, ἀλλ᾿ αὐτῇ πείρᾳ μανθάνουσι τὴν τοῦ Δεσπότου φιλοτιμίαν· ὅτε ὁρῶσιν ἑαυτοὺς ἐξ οἵων οἷοι γεγόνασιν ἀντὶ πηλίνων ἥλιοι, ἀντὶ δούλων ἠτιμωμένων υἱοὶ τίμιοι, καὶ βασιλείας οὐρανῶν κληρονόμοι ἀντὶ ὑπευθύνων, δυνατοὶ καὶ ἄλλους λύειν εὐθύνης τῇ πρὸς τὸν Δικαστὴν παρρησίᾳ; Διὰ τοῦτο οὐδὲ κόρος ἐστὶν αὐτοῖς οὐδεὶς τῶν εἰς Θεὸν ὕμνων, οὐδὲ νομίζουσιν αὐτοὶ μόνοι πρὸς τὴν εὐχαριστίαν ἀρκεῖν. Ὅθεν βούλονται πάντας, καὶ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, ἔχειν τοῦτον αὐτοῖς συνεργαζομένους τὸν ὕμνον, ἵνα τὸ ὄφλημα αὐτῶν ἡ εὐχαριστία τῷ Θεῷ ἐγγύτερον τῆς ἀξίας ἀποδοθῇ, πολλαπλασίων ἑαυτῆς γενομένη τῇ προσθήκῃ τῶν ὑμνητῶν.

(6.) Καὶ τούτου μάρτυρες οἱ περὶ Ἀζαρίαν ἅγιοι παῖδες, οἱ τοῦ πυρὸς κρατήσαντες καὶ ταύτην παρὰ τοῦ Θεοῦ τότε λαβόντες τὴν χάριν· ἐπεὶ ἔδει καὶ αὐτοὺς τῆς παραδόξου ταύτης σωτηρίας ὁμολογῆσαι χάριν τῷ σώσαντι καὶ ὑμνῆσαι οὐκ ἠγάπησαν, εἰ αὐτοὶ μόνον ὑμνήσουσιν, οὐδὲ τὴν ἑαυτῶν βοὴν ἀρκεῖν ἐνόμισαν, ἀλλὰ καὶ ἀγγέλους συνεκάλουν καὶ ἀνθρώπων ἅπαντα γένη καὶ οὐρανὸν αὐτὸν καὶ τὸν ἥλιον καὶ τοὺς ἀστέρας καὶ γῆν καὶ ὄρη καὶ ἄλογα πάντα καὶ ἄψυχα καὶ ἁπλῶς πᾶσαν τὴν κτίσιν. Τοσαύτη τοῦ τὸν Θεὸν ὑμνεῖσθαι παρὰ τοῖς ἁγίοις ἐπιθυμία καὶ μετὰ σώματος ἔτι ζῶσι καὶ πολλῷ μᾶλλον ἀπαλλαγεῖσι τοῦ σώματος.

(7.) Ὅθεν, εἴ τις αὐτῶν μεμνημένος καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως αὐτῶν καὶ τῆς μακαριότητος καὶ τῆς δόξης τὸν στεφανώσαντα Θεὸν ὑμνήσειε, χάριν αὐτοῖς κατατίθεται χαρίτων ἁπασῶν τὴν τιμιωτάτην καὶ μάλισθ᾿ ὅταν ποιῆται τὴν ὕμνησιν, οὐ φωναῖς ψιλαῖς μόνον ἀλλὰ καὶ δώρων χαριστηρίων προσαγωγῇ, καὶ δώρων οὕτω σφόδρα δεκτῶν τῷ Θεῷ, καὶ τιμίων τὴν ἀνωτάτω τιμήν. Τηνικαῦτα γάρ, καθάπερ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἵλεως αὐτὰ δεχόμενος καὶ ὑπὲρ πᾶσαν νομικὴν λατρείαν τὸ σῶμα ἡμῖν αὐτοῦ ἀντιδίδωσι καὶ τὸ αἷμα, οὕτω καὶ αὐτοὶ χαίροντες αὐτοῖς, ὡς οὐδενὶ τῶν ἄλλων οἷς αὐτοὺς θεραπεύειν δοκοῦμεν, ὅλους παρέχουσιν ἡμῖν ἑαυτοὺς συντελεῖν πρὸς πᾶν ὅ τι ἡμῖν συμφέρει· πανταχοῦ γὰρ τὸν ἑαυτῶν μιμοῦνται Δεσπότην.

ΜΘʹ. Πρὸς τοὺς λέγοντας τὴν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν ἁγίων μνήμην ἱκεσίαν τοῦ ἱερέως πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν (1.) Ἀλλ᾿ ἐνταῦθά τινες ἠπατήθησαν οὐκ εὐχαριστίαν ἀλλ᾿ ἱκεσίαν ὑπὲρ τῶν ἁγίων πρὸς τὸν Θεὸν τὴν μνήμην αὐτῶν εἶναι νομίσαντες, οὐκ οἶδα πόθεν λαβόντες τῶν λογισμῶν τούτων τὰς ἀφορμάς. Οὔτε γὰρ ἀπὸ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ταῦτα πιστεύειν ἀκόλουθον, οὔτε ἀπὸ τῶν ἐνταῦθα τῆς ἱερουργίας ῥημάτων. (2.) Καὶ τὸ μὲν εἰκὸς τῶν πραγμάτων, ὅτι πολλοῦ δεῖ τοιαῦτα συγχωρεῖν, δῆλον ἐκεῖθεν. (3.) Εἰ γὰρ εὔχεται ὑπὲρ τῶν ἁγίων ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖνα πάντως εὔξαιτ᾿ ἂν ἃ εἴωθεν εὔχεσθαι πανταχοῦ. Τίνα δέ ἐστιν ἃ εὔχεται τοῖς κεκοιμημένοις; Ἄφεσις ἁμαρτιῶν, βασιλείας κληρονομία, ἀνάπαυσις ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραὰμ μετὰ τῶν τετελειωμένων ἁγίων. Ταῦτα τῆς Ἐκκλησίας εὐχή, παρὰ ταῦτα οὐδὲν ἂν εὕροις εὐχομένην τοῖς μεταστᾶσιν. Ἐν τούτοις ὥρισται ἡ πρὸς Θεὸν ἡμῶν ἱκεσία. Οὐ γὰρ πᾶν οὗπερ ἄν τις ἐπιθυμήσειε καὶ εὔχεσθαι ἔξεστιν, ἀλλὰ κἀνταῦθα νόμος ἐστὶ καὶ ὅρος ὃν ὑπερβαίνειν ἀθέμιτον. Τὸ γάρ· «Τί προσευξόμεθα καθ᾿ ὃ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, φησίν, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν»· τουτέστιν ἃ δεῖ προσεύχεσθαι, διδάσκει ἡμᾶς· οὕτω γὰρ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἐξειλήφασιν. (4.) Σκέψαι τοίνυν εἴ τι πλέον τῶν εἰρημένων ἐν πάσαις τελεταῖς καὶ ἱερολογίαις ἔστιν εὑρεῖν εὐχομένην τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ οὐκ ἂν εὕροις. (5.) Οὐκοῦν εὔξονται μὲν τοῖς ἀνευθύνοις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ὡς ὑπευθύνοις ἔτι καὶ δίκας ὀφείλουσιν· εὔξονται δὲ τοῖς ἁγίοις, ὡς μήπω ἡγιασμένοις, τὴν μετὰ τῶν ἁγίων ἀνάπαυσιν· εὔξονται δὲ τελείωσιν τοῖς τελείοις, ὡς μήπω τελειωθεῖσιν. (6.) Καὶ οὕτως ἀνάγκη δυοῖν θάτερον ἁμαρτάνειν αὐτούς· ἢ γὰρ ὁμολογοῦντες τὴν μακαριότητα καὶ τὴν τελειότητα τῶν ἁγίων, ἑκόντες βούλονται πρὸς τὸν Θεὸν ληρεῖν καὶ ματαίαν ὑπὲρ αὐτῶν συνείρειν εὐχήν, ὅπερ ἐστὶν ἀνδρῶν τὰ θεῖα παιζόντων μᾶλλον ἢ ἱερέων· ἢ μετὰ σπουδῆς ποιούμενοι τὰς εὐχάς, ὡς ἂν οἰόμενοι τοὺς ἁγίους δι᾿ αὐτῶν ὠφελεῖν, τὴν αὐτῶν ἀρνοῦνται δόξαν, ὅπερ ἐστὶ βλασφημεῖν οὐκ αὐτοὺς μόνον ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸν αὐτόν, ὡς ψευσάμενον τὰς ἐπαγγελίας, ὃς ἐπηγγείλατο δοξάσειν καὶ τῆς βασιλείας μεταδώσειν αὐτοῖς. (7.) Μᾶλλον δὲ καὶ ἄμφω σαφής ἐστι βλασφημία· τοῦτο μὲν ὡς παντελῶς ἀρνουμένων τὴν μακαριότητα τῶν ἁγίων· ἐκεῖνο δὲ ὡς τὰ τῶν ἀρνουμένων ποιούντων. Οὓς γὰρ εἶναι πιστεύουσι μακαρίους, ὡς ἐν υἱῶν μοίρᾳ τεταγμένους καὶ τῆς βασιλείας αὐτῆς κληρονόμους, τούτους ὡς εἶεν ἀγέραστοι καὶ ἀτίμητοι καὶ ὑπεύθυνοι, δι᾿ ὧν τοιαῦτα ὑπὲρ αὐτῶν ἀξιοῦσιν εὔχεσθαι, μαρτυροῦσιν. (8.) Οὕτω μὲν οὖν αὐτῶν ἕνεκα τῶν πραγμάτων ἄτοπον εἶναι φαίνεται εἴ τις νομίζει τὴν ὑπὲρ τῶν ἁγίων παρὰ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸν Θεὸν προσφορὰν ἱκέσιον εἶναι. (9.) Ἴδωμεν δὲ καὶ αὐτὰ τὰ ῥήματα. (10.) «Ἔτι προσάγομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων, προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν, καὶ παντὸς πνεύματος ἐν πίστει τετελειωμένου· ἐξαιρέτως δὲ τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ προφήτου προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων ἀποστόλων, καὶ πάντων τῶν ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως καὶ ζωῆς αἰωνίου· καὶ ἀνάπαυσον αὐτοὺς ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σοῦ.» (11.) Ταῦτα τὰ ῥήματα ἐν οἷς οὐδεμία περιέχεται περὶ τῶν ἁγίων πρὸς τὸν Θεὸν ἱκεσία, οὐδὲ εὔχεται αὐτοῖς ὁ ἱερεὺς τῶν εἰωθότων οὐδέν. Ἀλλὰ τῶν μὲν ἄλλων κεκοιμημένων πιστῶν μεμνημένους, εὐθὺς προστίθησιν τὴν ὑπὲρ τούτων εὐχήν. «Ἀνάπαυσον γὰρ αὐτούς, φησίν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου.» Ἐπὶ δὲ τῶν ἁγίων τοὐναντίον ἅπαν. Οὐ γὰρ πρεσβείαν ὑπὲρ αὐτῶν ποιεῖται, ἀλλ᾿ αὐτοὺς μᾶλλον προβάλλεται πρέσβεις. Εἰπὼν γὰρ καὶ ἀριθμήσας τοὺς ἁγίους, ἐπάγει· «Ὧν ταῖς πρεσβείαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς, ὁ Θεός.» (12.) Ὃ δὲ μάλιστα δείκνυσιν, οὐ δέησίν τινα καὶ ἱκεσίαν, ἀλλ᾿ εὐχαριστίαν ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἶναι ταῦτα τὰ ῥήματα, ὅτι καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ Μήτηρ ἐν τούτῳ τῷ καταλόγῳ τάττεται· οὐ γὰρ ἂν ἐτάττετο, εἰ μεσιτείας τινὸς ὁ χορὸς οὗτος ἐδεῖτο, ἥ γε πάσης ἑστὶν ἐπέκεινα μεσιτείας οὐ τῆς ἀνθρωπίνης μόνον ἱεραρχίας ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν ἀγγέλων, ὡς ἂν καὶ αὐτῶν οὖσα τῶν ἀνωτάτω νόων ἀσυγκρίτως ἁγιωτέρα. (13.) Καὶ μὴν ὁ Χριστός ἐστι, φησίν, ὁ ταύτην τελῶν τὴν ἱερουργίαν. Τί οὖν θαυμαστὸν εἰ καὶ τοῖς ἁγίοις καὶ αὐτῇ μεσιτεύσειε τῇ Μητρί; (14.) Ἀλλ᾿ οὐδένα τοῦτο λόγον ἔχει. Οὐ γὰρ οὗτος ὁ τρόπος τῆς τοῦ Χριστοῦ μεσιτείας· «μεσίτης» μὲν γὰρ ἐγένετο «Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων»· ἀλλ᾿ οὐ λόγοις τισὶ καὶ εὐχαῖς, ἀλλ᾿ ἑαυτῷ· ὅτι γὰρ Θεὸς ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος ἦν, Θεὸν ἀνθρώποις συνῆψε, κοινὸν ὅρον ἑαυτὸν ἀμφοτέραις ταῖς φύσεσιν ἐμβαλών. Τὸ δὲ νομίζειν αὐτὸν διὰ τῶν ἐν τῇ ἱερουργίᾳ εὐχῶν ἀεὶ μεσιτεύειν, βλασφημίας ἁπάσης καὶ ἀτοπίας ἐστὶ μεστόν. (15.) Εἰ γὰρ καὶ αὐτός ἐστιν ὁ τελῶν τὴν ἱερουργίαν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα τὰ ἐκεῖ γινόμενα καὶ λεγόμενα αὐτῷ ἀναθήσομεν. Τὸ μὲν γὰρ ἔργον τῆς μυσταγωγίας καὶ τὸ τέλος, ἤτοι τὸ ἁγιασθῆναι τὰ δῶρα, καὶ ἁγιάσαι τοὺς πιστούς, αὐτός ἐστι μόνος ὁ τελῶν. Αἱ δὲ περὶ τούτων εὐχαὶ καὶ δεήσεις καὶ ἱκεσίαι τοῦ ἱερέως· ἐκεῖνα μὲν γὰρ δεσπότου, ταῦτα δὲ δούλου· καὶ ὁ μὲν εὔχεται, ὁ δὲ τελειοῖ τὰς εὐχάς· καὶ ὁ μὲν Σωτὴρ δίδωσιν, ὁ δὲ ἱερεὺς ὑπὲρ τῶν δοθέντων εὐχαριστεῖ· καὶ ὁ μὲν ἱερεὺς προσάγει, ὁ δὲ Κύριος δέχεται τὰ δῶρα· προσφέρει μὲν γὰρ καὶ ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν τῷ Πατέρι καὶ τὰ δῶρα ταῦτα, ὅταν αὐτὸς γένωνται, ὅταν εἰς τὸ αὐτοῦ σῶμα καὶ αἷμα μεταβληθῶσιν. Ὅτι γὰρ ἑαυτὸν προσφέρει, διὰ τοῦτο λέγεται εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ «προσφέρων καὶ προσφερόμενος, καὶ προσδεχόμενος» ὡς θεός· προσφερόμενος δὲ ὡς ἄνθρωπος· ἄρτον δὲ καὶ οἶνον ἔτι ὄντα τὰ δῶρα προσφέρει μὲν ὁ ἱερεύς, προσδέχεται δὲ ὁ Κύριος. (16.) Καὶ τί ποιῶν τὰ δῶρα προσδέχεται; Ἁγιάζων αὐτά, εἰς τὸ ἑαυτοῦ σῶμα καὶ αἷμα μεταβάλλων. Τοῦτο γὰρ τὸ δέχεσθαι, τὸ οἰκειοῦσθαι, κατὰ τὰ προειρημένα· οὗτος ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν ὁ Χριστὸς τὴν ἱερουργίαν ταύτην ἱερουργεῖ· ταῦτά ἐστιν ἃ τὴν ἱερωσύνην αὐτῷ ποιεῖ. (17.) Εἰ δὲ πρὸς τοῖς εἰρημένοις, καὶ τὰς ἐν τῇ μυσταγωγίᾳ εὐχὰς ἢ πάσας ἤ τινας τοῦ Χριστοῦ θείη τις εἶναι φωνάς, οὐδὲν κατὰ τοῦτο διοίσει τῶν ἀσεβῶν, οἱ τὴν δόξαν αὐτοῦ καθαιρεῖν ἐτόλμησαν. Ἀνάγνωθι τὰς εὐχὰς ἁπάσας καὶ εἴσῃ τὰ ῥήματα ἐκεῖνα πάντα δούλων εἶναι ῥήματα· ἀναγνώθι καὶ ταύτην ἣ μνημονεύει τῶν ἁγίων, ἣν τῷ Χριστῷ ἀνατιθέναι τολμῶσι, καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ οὐδὲν μὲν υἱῷ πρέπον ὁμοτίμῳ πάντα δὲ δούλων. Πρῶτον μὲν γάρ, οὐκ ἀφ᾿ ἑνὸς προσώπου ἀλλὰ κοινὴ τοῦ γένους ἐστὶν ἡ εὐχαριστία, καὶ ὡς ἁμαρτήσαντες καὶ μὴ περιοφθέντες ὑπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας εὐχαριστοῦσι· καὶ ἡ εὐχαριστία οὐ πρὸς τὸν Πατέρα μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ Μητρὸς ὡς Δεσποίνης δοῦλοι μέμνηνται· καὶ ταῖς πρεσβείαις αὐτῆς καὶ τῶν ἁγίων τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐπισκέψεως καὶ προνοίας αἰτοῦνται τυχεῖν. (18.) Ταῦτα δὲ τί κοινὸν ἔχει πρὸς τὸν ἕνα Κύριον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἀναμάρτητον, τὸν πάντων Δεσπότην; «Εὐχαριστοῦμέν σοι, φησί, καὶ τῷ Υἱῷ σου τῷ μονογενεῖ.» Οὐκοῦν ὁ Χριστὸς εὐχαριστεῖ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ τῷ μονογενεῖ; καὶ ἰδοὺ δύο ἔσονται υἱοὶ κατὰ τὴν Νεστορίου μανίαν· οὕτως ἀσεβὲς καὶ ἀνόητον τὸν Χριστὸν νομίζειν ὑπὲρ τῶν ἁγίων πρεσβεύειν καὶ τοιαύτην πρεσβείαν καὶ μεσιτείαν αὐτῷ περιάπτειν. (19.) Ἐδείχθη δὲ ταῦτα μηδὲ τῶν ἱερῶν εἶναι. Λείπεται δὲ μὴ ἱκεσίαν ἀλλ᾿ εὐχαριστίαν εἶναι ταῦτα τὰ ῥήματα. (20.) «Ναί», φησίν, ἀλλ᾿ ἡ λέξις οὐκ ἐᾷ τὴν ἱκεσίαν σαφῶς δυναμένη. Ἡ γὰρ «ὑπὲρ» πρόθεσις τοῦτο βούλεται σημαίνειν. Οὐ πάντως· οὐ γὰρ πανταχοῦ τὸν δεόμενον δείκνυσι. Οὐ γὰρ ἐν οἷς ἱκετεύομεν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν οἷς εὐχαριστοῦμεν, ταύτῃ χρώμεθα τῇ λέξει. Καὶ τοῦτο δῆλον πολλαχόθεν καὶ ἀπ᾿ αὐτῆς δὲ τῆς προκειμένης εὐχῆς. «Ὑπὲρ τούτων, φησίν, ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ», «ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν», εὐχαριστοῦμέν σοι· «καὶ ὑπὲρ τῆς λειτουργίας ταύτης, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας». Ὁρᾷς τὴν «ὑπὲρ» καὶ ἐπὶ τῆς εὐχαριστίας κειμένην; Οὐκοῦν πρὸς τὴν πλάνην ταύτην οὐδεμία καταλείπεται πρόφασις. (21.) Οὕτω μὲν οὖν ἀδύνατον ἱκέσιον εἶναι τὴν περὶ τῶν ἁγίων μνήμην. Ὅτι δὲ χαριστήριός ἐστι, δείκνυσι μὲν αὐτὸ τοῦτο τὸ μὴ εἶναι ἱκέσιον. Ἀνάγκη γὰρ δυοῖν θάτερον ἢ ἱκέσιον εἶναι ἢ χαριστήριον· ὅτι κατὰ τοὺς δύο μόνον τούτους τρόπους μεμνήμεθα πρὸς τὸν Θεὸν τῶν παρ᾿ ἐκείνου γινομένων ἡμῖν ἀγαθῶν, ἢ ἵνα λάβωμεν αὐτὰ ἢ ὅτι ἤδη ἐλάβομεν. Καὶ τὸ μέν ἐστιν ἱκεσία, τὸ δὲ εὐχαριστία. Δείκνυσι δὲ καὶ τὸ πασῶν μεγίστην εἶναι τῶν τοῦ Θεοῦ δωρεῶν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν τῶν ἁγίων τελείωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο μὴ χάριτας ὁμολογεῖν αὐτῷ τὴν Ἐκκλησίαν περὶ αὐτῶν μὴ θεμιτὸν εἶναι. Καὶ τί λέγω μεγίστην τῶν τοῦ Θεοῦ δωρεῶν τὴν τῶν ἁγίων τελείωσιν; Αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἅπασα ἡ τοῦ Θεοῦ δωρεά. Πάντων γὰρ ὧν εἰς τὸ γένος ἡμῶν ἐποίησεν ἀγαθῶν, τοῦτό ἐστι τὸ τέλος, τοῦτο καρπὸς οἱ χοροὶ τῶν ἁγίων· καὶ τούτου ἕνεκα οὐρανὸς ἡμῖν ἐδημιουργήθη καὶ γῆ καὶ τὸ ὁρώμενον ἅπαν. Διὰ τοῦτο παράδεισος· διὰ τοῦτο προφῆται· διὰ τοῦτο αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐν σαρκὶ καὶ Θεοῦ λόγοι καὶ ἔργα καὶ πάθη καὶ θάνατος· ἵνα ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὸν οὐρανὸν μετοικήσωσιν ἄνθρωποι καὶ τῆς ἐκεῖ βασιλείας γένωνται κληρονόμοι. (22.) Εἰ τοίνυν ὅλως εὐχαριστία ἐστὶν ἐν τῇ τελετῇ καὶ τὰ δῶρα ταῦτα χαριστήρια καθάπερ ἱκεσία, πᾶσα ἀνάγκη τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν ἀφορμὴν τῆς εὐχαριστίας αὐτοὺς εἶναι τοὺς τελειωθέντας ἁγίους. (23.) Ὅλως δὲ τί ἐστι τὸ ποιοῦν ἐν ἡμῖν τὴν εὐχαριστίαν· οὐ τὸ αἰτεῖν ὁτιοῦν καὶ λαβεῖν ὃ αἰτούμεθα; Παντί που δῆλον· οὐκοῦν τὸ αὐτό ἐστι δι᾿ ὅ τε εὐχαριστοῦμεν καὶ ὃ αἰτοῦμεν; (24.) Τί οὖν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἡ Ἐκκλησία αἰτεῖται; Ὅπερ αἰτεῖν παρὰ αὐτοῦ ἐκελεύσθη, τὴν βασιλείαν αὐτοῦ δηλονότι, ἵνα οἱ πιστοὶ ταύτης κληρονομήσωσιν· ἵνα ἅγιοι γένωνται κατὰ τὸν καλέσαντα ἅγιον. Εἰ δὲ ταῦτα τοῦ Θεοῦ δεῖται καὶ ἱκετεύει, πρόδηλον ὅτι καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τούτων εὐχαριστεῖ· εὔχεται τοὺς πιστοὺς ἐν ἁγιωσύνῃ τελειωθῆναι, καὶ διὰ τοῦτο περὶ τῶν ἤδη τελειωθέντων ἁγίων τῷ τελειώσαντι χάριτας ὁμολογεῖν ἀκόλουθόν ἐστιν ἐξ ἀνάγκης. Διὰ ταύτην τὴν ὑπὲρ τῶν ἁγίων εὐχαριστίαν αὐτὴ ἡ τελετὴ εὐχαριστία καλεῖται· εἰ γὰρ καὶ ἄλλων ἐνταῦθα πολλῶν μέμνηται, ἀλλ᾿ οἱ ἅγιοι τὸ τέλος ἁπάντων καὶ ὑπὲρ ὧν ἐκεῖνα ζητεῖται· ὅθεν ὅταν ὑπὲρ ἐκείνων εὐχαριστῇ, ὑπὲρ τῆς τελειώσεως τῶν ἁγίων εὐχαριστεῖ. Καθάπερ γὰρ ὁ Κύριος ὅσα ἐποίησεν, ἵνα συστήσῃ τὸν χορὸν τῶν ἁγίων, ἐποίησεν· οὕτω καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐν οἷς αὐτὸν ὑπὲρ ἁπάντων ἐκείνων ὑμνεῖ, πρὸς τὸν χορὸν βλέπουσα τῶν ἁγίων τοῦτο ποιεῖ. Τούτου χάριν, ὅτε παρεδίδου τοῦτο τὸ μυστήριον ὁ Σωτήρ, εὐχαριστῶν τῷ Πατρὶ παρεδίδου, ὅτι δι᾿ αὐτοῦ ἔμελλεν ἀνοίγειν ἡμῖν τὸν οὐρανὸν καὶ ταύτην τὴν «πανήγυριν τῶν πρωτοτόκων» συνάγειν ἐκεῖ. Τοῦτον ἡ Ἐκκλησία μιμουμένη, οὐχ ἱκέσιον μόνον ἀλλὰ καὶ χαριστήριον τὴν προσαγωγὴν ποιεῖται τῶν δώρων. Καὶ τοῦτο δείκνυσι μὲν καὶ ἑτέρωθεν, μάλιστα δὲ ἀπὸ τῆς εὐχῆς ἐν ᾗ πᾶς ὁ σκοπὸς περιέχεται τῆς ἱερουργίας. Διηγησαμένη γὰρ ἅπαντα τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ δοθέντα ἡμῖν καὶ ὑπὲρ πάντων εὐχαριστήσασα καὶ τελευταῖον προσθεῖσα τὴν τοῦ Κυρίου διὰ σαρκὸς παρουσίαν καὶ τὴν τοῦ μυστηρίου τούτου παράδοσιν, καὶ ὡς ἐνετείλατο καὶ ἡμᾶς τοῦτο ποιεῖν ἐπήγαγε· «Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γενομένων, τοῦ σταυροῦ», καὶ ἑξῆς πάντα καταλέξασα μετὰ τὸν σταυρόν, εἶτά φησι· «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν· κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθα σοῦ, ὁ Θεὸς ἡμῶν.» (25.) Ὁρᾷς; Τῶν εὐεργεσιῶν, φησί, μεμνημένοι ταύτην ποιούμεθα τὴν δωροφορίαν. Τοῦτο δέ ἐστι τὸ εὐχαριστεῖν τὸ ὑπὲρ τῶν ἤδη δοθέντων ἀγαθῶν ἡμῖν δώροις τὸν εὐεργέτην τιμᾶν. Εἶτα καὶ σαφέστερον δεικνῦσα τὴν εὐχαριστίαν, φησί· Προσφέροντες τὴν προσφορὰν ταύτην, «σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθα σοῦ, ὁ Θεὸς ἡμῶν». (26.) Οὗτος ὁ νοῦς, φησί, τῆς προσαγωγῆς τῶν δώρων τὸ ὑμνεῖν, τὸ εὐχαριστεῖν, τὸ ἱκετεύειν, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἐλέγομεν, ὥστε εἶναι καὶ εὐχαριστήριον καὶ ἱκέσιον τὴν αὐτήν. (27.) Καὶ ταῦτα ποιοῦμεν, φησί, δύο τινῶν μεμνημένοι, τῆς ἐντολῆς ἣν ἡμῖν ἐνετείλατο λέγων· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γενομένων· ἡ μὲν γὰρ μνήμη τῶν εὐεργεσιῶν ἁπλῶς εἰς ἀμοιβὴν ἡμᾶς προτρέπεται καὶ τὸ ὅλως τι προσενεγκεῖν τῷ οὕτω μυρίων ὑπάρξαντι αἰτία χαρίτων ἡμῖν· ἡ δὲ μνήμη τῆς ἐντολῆς καὶ αὐτὸ τὸ εἶδος ἡμᾶς διδάσκει τῆς ἀμοιβῆς καὶ τίνα δεῖ δῶρα προσάγειν. Αὐτὴν ἐκείνην τὴν προσφορὰν προσάγομεν, ἣν αὐτὸς ὁ Μονογενὴς ἀνέδειξέ σοι, τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ εὐχαριστοῦμεν προσάγοντες, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀναδεικνὺς αὐτὴν ηὐχαρίστει. Διὰ ταῦτα οὐδὲν οἴκοθεν εἰσάγομεν εἰς ταύτην τὴν δωροφορίαν· οὔτε γὰρ ἔργα ἡμῶν τὰ δῶρα ἀλλὰ σοῦ τοῦ πάντων δημιουργοῦ, οὔτε ἡμετέρα ἐπίνοια τῆς λατρείας οὗτος ὁ τύπος, ἀλλ᾿ οὐδὲ προεθυμήθημεν οὐδ᾿ οἴκοθεν καὶ παρ᾿ ἑαυτῶν εἰς αὐτὴν ἐκινήθημεν· ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐδίδαξας, αὐτὸς προετρέψω διὰ τοῦ Μονογενοῦς. Τούτου χάριν ἃ προσφέρομέν σοι ἐκ τῶν σῶν ὧν ἡμῖν ἔδωκας, σά ἐστι κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα. (28.) Οὕτω καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς χαριστηρίου προσφορᾶς ἄλλην πάλιν εὐχαριστίαν ὀφείλομεν τῷ Θεῷ, ὅτι οὐδὲν αὐτῆς ἡμέτερον ἀλλὰ πᾶσα ἐκείνου δῶρον, καὶ αὐτὸ τὸ θέλειν αὐτὴν καὶ τὸ ἐνεργεῖν αὐτός «ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡμῖν», κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον. Διὰ τοῦτο ἐν ταῖς εὐχαῖς καὶ τοῦτο λέγεται· «Εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς λειτουργίας, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας.» Ἃ μὲν οὖν ἡμᾶς διδάσκει τὴν ἐν τῇ λειτουργίᾳ μνήμην τῶν ἁγίων μὴ ἱκεσίαν εἶναι πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἀλλ᾿ εὐχαριστίαν, ταῦτά ἐστιν.

Νʹ. Ποσαχῶς τῆς ἱερουργίας τῶν ἁγίων ἡ μνήμη γίνεται, καὶ τίς ἡ διαφορά

(1.) Ἴδωμεν δὲ ποσάκις καὶ ποῦ τῆς ἱερουργίας ἡ μνήμη αὕτη γίνεται.

(2.) Γίνεται γὰρ δίς· πρῶτον μὲν ἐν ταῖς ἀρχαῖς αὐτῆς, ὅτε ἀνατίθεται τὰ δῶρα· δεύτερον δέ, ὅτε θύεται.

(3.) Ἐπεὶ γὰρ διττὴ ἡ προσαγωγή, ἡ μὲν ὡς δώρων καὶ ἀναθημάτων ἁπλῶς, καθάπερ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται· ἡ δὲ ὡς θυσίας· ἀνάγκη καὶ τούτους ὑπὲρ ὧν προσάγονται καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας προσαγωγῆς μνημονεύεσθαι.

(4.) Καὶ τοίνυν καθάπερ ἐπὶ τῆς πρώτης· «Εἰς ἀνάμνησιν, φησί, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»· οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας· «Μεμνημένοι τοίνυν τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γενομένων, τοῦ σταυροῦ καὶ τῶν ἄλλων ὧν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπέμεινεν ὁ Χριστός.» Ὃ γὰρ ἐνταῦθα βούλεται ἡ τοῦ σταυροῦ μνήμη καὶ τῶν ἄλλων τῶν μετὰ τὸν σταυρόν, τοῦτο ἐκεῖ ἡ τοῦ Κυρίου ἀνάμνησις. Οὐ γὰρ ὡς θαυματουργοῦντος τοῦ Σωτῆρος, ἀλλ᾿ ὡς σταυρουμένου καὶ ἀποθνῄσκοντος, τηνικαῦτα ὁ ἱερεὺς μέμνηται, ὡς ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ διὰ πολλῶν ἀπεδείχθη.

(5.) Καὶ πάλιν ὥσπερ ἐπὶ τῆς πρώτης· «Εἰς δόξαν τῆς Παναγίας, εἰς πρεσβείαν τῶν ἁγίων», φησίν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας· «Ὑπὲρ τῶν ἁγίων ἁπάντων, ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας.» Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ τὴν ὑπεροχὴν αὐτῆς ἔδειξε τῶν ἄλλων προτιθεὶς ἁπάντων, οὕτως ἐνταῦθα, ἐπεὶ μετά τινας ἄλλους αὐτῆς ἐμνημόνευσε, τὸ «ἐξαιρέτως» προσθείς.

(6.) Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῆς πρώτης μετὰ τοὺς ἁγίους τῶν ἐλέους δεομένων μέμνηται καὶ ὑπὲρ ὧν ἱκετεύει καὶ ζώντων καὶ τεθνηκότων· οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας.

(7.) Ἔχει δὲ διαφοράν. Ἐπὶ μὲν γὰρ τῆς δευτέρας καὶ διηγεῖται τὴν προσαγωγήν· φησὶ γάρ· «Προσάγομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν», καί· «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέροντες, σὲ ὑμνοῦμεν», μεθ᾿ ὧν τίθησι τὰς ἀφορμὰς τῆς προσαγωγῆς ἢ προλέγων ἢ ἐπιλέγων τὴν μνήμην τῶν τοῦ Σωτῆρος παθῶν, τὴν μνήμην τῶν ἁγίων, τὴν σωτηρίαν τῶν σωτηρίας δεομένων. Ἐπὶ δὲ τῆς πρώτης μόνας τίθησι τὰς ἀφορμὰς τῆς προσαγωγῆς, λέγων· «Εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου, εἰς δόξαν τῆς Παναγίας», καὶ τὰ ἑξῆς ἐν οἷς μέμνηται καὶ ὑπὲρ ὧν εὐχαριστεῖ καὶ ὑπὲρ ὧν ἱκετεύει. Τίς οὖν ὁ λόγος ὅτι ἐν ταύτῃ μὲν ἔργῳ δείκνυσιν ὅτι προσφέρει; καὶ γὰρ ἀφαιρῶν τοῦ ἄρτου ἀνατίθησι τῷ Θεῷ. Καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἐδεήθη τῶν τοῦτο δηλούντων ῥημάτων.

(8.) Ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας προσαγωγῆς οὐδὲν φαίνεται ποιῶν· ἀλλὰ γίνεται μὲν ἡ προσφορά, γίνεται δὲ ἀοράτως. Τὴν γὰρ θυσίαν ἀφανῶς ἡ χάρις ἐργάζεται διὰ τῶν τελεστικῶν εὐχῶν τοῦ ἱερέως. Οὐκοῦν ἔδει λόγων τῶν κηρυττόντων τὴν μὴ φαινομένην προσαγωγήν.

ΝΑʹ. Διὰ τί λογικὴν λατρείαν ὁ ἱερεὺς τὴν θυσίαν καλεῖ

(1.) Τούτου χάριν καὶ «λογικὴν λατρείαν» αὐτὴν καλεῖ, ὅτι οὐδὲν ἔργον εἰσάγει, μόνοις δὲ τοῖς τελεστικοῖς ῥήμασι χρώμενος τὴν προσφορὰν ταύτην προσφέρει.

(2.) Ἡ μὲν γὰρ πρώτη προσαγωγὴ ἔργον ἐστὶν ἀνθρώπῳ δυνατόν· καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἱερέως πραττομένη πρακτικὴ ἂν εἴη λατρεία· τὴν δὲ δευτέραν, τὴν εἰς τὸ θεῖον σῶμα καὶ αἷμα μεταβολὴν τῶν δώρων, ἥτις ἐστὶν ἡ θυσία, ὑπὲρ ἀνθρώπου δύναμιν οὖσαν ἐργάζεται μὲν ἡ χάρις· εὔχεται δὲ μόνον ὁ ἱερεύς.

(3.) Ὅθεν εἰ καὶ ἔργον ἐστὶ καὶ πρᾶγμα ἀληθῶς ἡ θυσία, ἀλλ᾿ αὐτὸς οὐδὲν εἰς αὐτὴν ἐργαζόμενος, ἀλλὰ λέγων μόνον, εἰκότως οὐ πραγματικὴν ἀλλὰ λογικὴν λατρείαν προσάγειν φησί.

ΝΒʹ. Διὰ τί εὐχαριστία μόνον καλεῖται ἡ τελετή

(1.) Κἀκεῖνο δὲ ζητήσεως ἄξιον.

(2.) Ἐπεὶ γὰρ καὶ εὐχαριστήριός ἐστιν ἡ τελετὴ καὶ ἱκέσιος, διὰ τί μὴ καὶ ἀμφότερα ἀλλ᾿ Εὐχαριστία καλεῖται μόνον;

(3.) Ἀπὸ τοῦ πλείονος. Πλείους γὰρ αἱ ἀφορμαὶ τῆς εὐχαριστίας ἢ τῆς ἱκεσίας· πλείω γὰρ ἐλάβομεν ἢ ὧν ἔτι δεόμεθα. Ταῦτα μὲν γὰρ μέρος, ἐκεῖνα δὲ ὅλον. Ἃ γὰρ ἱκετεύομεν λαβεῖν, μέρος εἰσὶν ὧν ἐλάβομεν. Ἐλάβομεν γὰρ ἅπαντα τό γε εἰς τὸν Θεὸν ἧκον καὶ οὐδὲν παρῆκεν ὃ μὴ δέδωκεν· ἀλλὰ τῶν μὲν τυχεῖν οὔπω καιρὸν ἔχομεν, ὥσπερ ἡ ἀφθαρσία τῶν σωμάτων καὶ ἡ ἀθανασία καὶ ἡ ἐν οὐρανοῖς βασιλεία· τὰ δὲ λαβόντες οὐ κατέσχομεν, ὥσπερ ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τἄλλα τὰ διὰ τῶν μυστηρίων ἡμῖν χορηγούμενα δῶρα· τὰ δὲ ἀπεβάλομεν, ὅτι κακῶς ἐχρησάμεθα, ἵνα μὴ γενώμεθα χείρους, ὥσπερ ἄνεσιν καὶ ὑγείαν καὶ πλοῦτον, οἱ τρυφῆς ὕλην καὶ πονηρίας ποιησάμενοι ταῦτα· ἢ ἐπὶ κέρδει μείζονι, ὥσπερ ὁ Ἰώβ, τῶν ἀγαθῶν ἀποστερούμεθα τῶν παρόντων.

(4.) Ὅθεν δῆλον ὡς ἱκεσίας μὲν οὐδένα τόπον ἀφῆκεν ὁ Θεός, εὐχαριστίας δὲ πᾶσαν ἀφορμὴν δέδωκεν· ἡμεῖς δὲ τὴν ἔνδειαν ἡμῖν αὐτοῖς ὑπὸ ῥᾳθυμίας κατασκευάζοντες τῆς ἱκεσίας δεόμεθα.

(5.) Ἴδωμεν δὲ περὶ τίνων ἱκετεύομεν.

(6.) Περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν; Ἀλλὰ ταύτην πλουσίαν ἐλάβομεν καὶ μηδὲν ἀγωνισάμενοι διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Τί οὖν πάλιν αὐτὴν αἰτοῦμεν; ὅτι πάλιν ὑπεύθυνοι γεγόναμεν ἁμαρτίαις. Ἀλλὰ τί τὸ αἴτιον ἡμῖν τῆς εὐθύνης ταύτης; ἡμεῖς αὐτοί. Οὐκοῦν καὶ τῆς ἱκεσίας ἡμεῖς.

(7.) Ἔτι περὶ τῆς βασιλείας, ἵνα κληρονομήσωμεν αὐτῆς, ἱκετεύομεν; καὶ μὴν δέδοται ἡμῖν αὕτη ἡ κληρονομία. Καὶ γὰρ τέκνα Θεοῦ γεγόναμεν αὐτοῦ τοῦ περικειμένου τὴν βασιλείαν. Τίς γὰρ κληρονόμος, εἰ μὴ τὸ τέκνον; Τί δὲ τῶν πατρῴων διαφεύγει τὸν κληρονόμον; Οὐδέν. Πῶς οὖν αἰτοῦμεν τὸ ἤδη δοθέν; Ἀλλότρια τῆς υἱοθεσίας ἐτολμήσαμεν, μετὰ τὸ ἐκ Θεοῦ γεννηθῆναι καὶ εἰς ταύτην ἀναβῆναι τὴν τιμήν, ἀντὶ υἱῶν πονηροὶ δοῦλοι γεγόναμεν· καὶ διὰ τοῦτο ὡς περὶ ἀλλοτρίου πράγματος καὶ οὐδὲν ἡμῖν διαφέροντος ἱκετεύομεν. Οὐκοῦν καὶ ταύτης ἡμεῖς ἐσμεν αἴτιοι τῆς ἱκεσίας ἡμῖν αὐτοῖς.

(8.) Περὶ δὲ τῶν σωματικῶν ἀγαθῶν ὁ Κύριος ἐκέλευσεν· «Αἰτεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προσθήσεται ὑμῖν», καί· «Μὴ μεριμνᾶτε περὶ τροφῆς καὶ ἐνδυμάτων· καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος πᾶσαν χορηγήσει τὴν χρείαν.» Ἡμεῖς δὲ ἐπειδὰν αὐτῶν ἐνδεῶς ἔχωμεν, ἢ διὰ ῥᾳθυμίαν καὶ ἀπιστίαν τοῦτο πάσχομεν καὶ τὸ μὴ τηρῆσαι τὴν περὶ αὐτὸν ἐντολήν, καὶ τότε ἡ ἔνδεια ἔργον ἡμέτερον καὶ ἡ δι᾿ αὐτὴν ἱκεσία· ἢ προνοίᾳ Θεοῦ καὶ φιλανθρωπίᾳ, ὥσπερ ὁ Ἰώβ, ἵνα μειζόνων τύχωμεν καὶ τιμιωτέρων, καὶ τότε ἡ ἔνδεια ἐκείνη ἐστὶ μὲν τοῦ Θεοῦ ἔργον, ἔστι δὲ οὐ δεήσεώς τινος καὶ ἱκεσίας ἀλλὰ δοξολογίας ἀφορμὴ καὶ εὐχαριστίας. Ὥσπερ ὁ Ἰὼβ ἔλεγεν· «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» εἰς τοὺς αἰῶνας.

(9.) Ὁρᾷς ὅτι τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς ἅπαντα πρὸς δοξολογίαν καὶ εὐχαριστίαν φέρει μόνον· τῶν δὲ ἱκεσιῶν τούτων καὶ τῶν δεήσεων ἡμεῖς αἴτιοι. Διὰ τοῦτο πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν σωματικῶν καὶ τῶν τῆς ψυχῆς ἐν ταῖς πρὸς Θεὸν ὁμιλίαις μνημονεύοντες, ἐπ᾿ εὐχαριστίᾳ πάντων μνημονεύομεν, εἴτε πάρεστιν ἡμῖν ἅπαντα, εἴτε μή. Ἐκεῖνος γὰρ ἅπαξ ἔδωκεν ἅπαντα καὶ οὐδὲν ἀφῆκε παρ᾿ ἑαυτῷ. Καὶ τοῦτο εἰδὼς ὁ μακάριος Ἀπόστολος ἐκέλευσε πάντων ἕνεκα εὐχαριστεῖν, γράφων· «Πάντοτε χαίρετε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε.»

(10.) Τούτου χάριν τὴν τελεωτάτην καὶ ἀκριβεστάτην πρὸς τὸν Θεὸν ὁμιλίαν, τὴν τῆς κοινωνίας τελετήν, ἐν ᾗ μνημονεύομεν, οὐ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς χάριτος ἀλλὰ πάντων ἁπλῶς τῶν ἐκ Θεοῦ ἀγαθῶν καὶ ὄντων ἡμῖν ἐνεργείᾳ καὶ ἐσομένων Εὐχαριστίαν ὀνομάζειν εἰκὸς ἦν, οὐκ ἐξ ὧν ἡμεῖς δυστυχοῦντες δεόμεθα καλοῦντες αὐτήν, ἀλλ᾿ ἐξ ὧν ὁ Θεὸς ἡμᾶς εὐεργετεῖ, οὐδ᾿ ἀπὸ τῆς ἡμετέρας πενίας ἀλλ᾿ ἀπὸ τοῦ πλούτου τῆς ἐκείνου χρηστότητος.

(11.) Ἐπεὶ γὰρ καὶ ἱκετεύομεν ἐν αὐτῇ τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστοῦμεν, ἀλλ᾿ ἡ μὲν εὐχαριστία Θεοῦ ἔργον, ὡς εἴρηται· ἡ δὲ ἱκεσία τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας. Καὶ ἡ μὲν εὐχαριστία ἐπὶ πλείοσιν, ἡ δὲ ἱκεσία ὑπὲρ ἐλαττόνων· ἡ μὲν γὰρ ἐπὶ πᾶσιν ἁπλῶς ἀγαθοῖς, ἡ δὲ ὑπὲρ ἐνίων· διὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν κρειττόνων καὶ πλειόνων ἔδει τοὔνομα αὐτῇ θεμένους Εὐχαριστίαν ὀνομάζειν· οὕτω γὰρ καὶ ὁ ἄνθρωπος ζῷον λογικὸν λέγεται, καίτοι καὶ ἀλόγου τινὸς μετέχων, ἀπὸ τοῦ κρείττονος καὶ μείζονος μέρους καλούμενος.

(12.) Ἄλλως θ᾿ ὅτι ὁ πρῶτος αὐτὴν καταδείξας ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς οὐχ ἱκετεύων ἀλλὰ μόνον εὐχαριστῶν τῷ Πατρὶ ταύτην ἐτέλεσε καὶ παρέδωκε τὴν τελετήν· καὶ τούτου χάριν ἡ Ἐκκλησία, ὅπερ οὖσαν παρέλαβεν αὐτήν, τοῦτο καλεῖ Εὐχαριστίαν ὀνομάζουσα. Καὶ ταῦτα μὲν εἰς τοσοῦτον.

ΝΓʹ. Περὶ τῆς ἐπὶ τῇ κοινωνίᾳ τῶν μυστηρίων κοινῆς εὐχαριστίας καὶ τῶν πρὸς τῷ τέλει τῆς ἱερουργίας εὐχῶν

(1.) Ὁ δὲ ἱερεὺς τοὺς μεταλαβόντας τῶν μυστηρίων ὑπὲρ τῆς μεταλήψεως εὐχαριστῆσαι κελεύει τῷ μεταδόντι Θεῷ· καὶ τοῦτο οὐ παρέργως οὐδὲ ῥᾳθύμως, ἀλλὰ μετὰ σπουδῆς. Τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ «Ὀρθοὶ» οὐκ ἀνακειμένους οὐδὲ καθημένους, ἀλλὰ καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα πρὸς αὐτὸν ἀνατείνοντας.

(2.) Εἶτα δὴ καὶ τἄλλα τὰ εἰωθότα δεηθῆναι τοῦ Θεοῦ παραινέσας, ἔξεισι τοῦ θυσιαστηρίου καὶ στὰς πρὸ τῶν θυρῶν ἀναγινώσκει τὴν ὑπὲρ ἁπάντων εὐχήν.

(3.) Ἐνταῦθα δὲ ἐκεῖνο ἐπισημήνασθαι χρὴ πῶς μετὰ τὴν ἱερουργίαν καὶ τὴν ἐπὶ ταύτῃ δοξολογίαν, ὡς δὴ τῶν εἰς τὸ θεῖον ὀφειλομένων τελεσθέντων ἁπάντων, ὥσπερ ἀπολύων ἑαυτὸν τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ συνουσίας καὶ τοῦ ὕψους ἐκείνου εἰς τὴν τῶν ἀνθρώπων ὁμιλίαν φαίνεται κατὰ μικρὸν καταβαίνων, καὶ τοῦτο ἱεροπρεπῶς. Καὶ γὰρ εὐχόμενος τοῦτο ποιεῖ· καὶ ὁ τρόπος τῆς εὐχῆς καὶ ὁ τόπος δείκνυσιν αὐτὸν καταβαίνοντα.

(4.) Πρότερον μὲν γὰρ ἔνδον τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ, μηδενὸς ἀκούοντος, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ἀποτεινόμενος εὔχεται· νῦν δὲ τοῦ θυσιαστηρίου ἐξελθὼν καὶ τοῦ πλήθους μέσος γενόμενος, πάντων ἀκουόντων, τὴν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ πάντων τῶν πιστῶν κοινὴν ποιεῖται δέησιν. Εἶτα καὶ τὸν προσενεχθέντα ἄρτον, ἐξ οὗ τὸν ἱερὸν ἀπέτεμεν ἄρτον, εἰς πολλὰ διελών, διαδίδωσι τοῖς πιστοῖς ὡς ἅγιον γενόμενον αὐτῷ τῷ ἀνατεθῆναι Θεῷ καὶ προσενεχθῆναι· οἱ δὲ σὺν εὐλαβείᾳ πάσῃ δέχονται καὶ καταφιλοῦσι τὴν δεξιάν, ὡς ἂν προσφάτως ἁψαμένην τοῦ παναγίου τοῦ Σωτῆρος σώματος καὶ τὸν ἐκεῖθεν ἁγιασμὸν καὶ δεξαμένην, καὶ μεταδιδόναι τοῖς ψαύουσι πιστευομένην.

(5.) Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ τὸν αἴτιον καὶ χορηγὸν αὐτοῖς τῶν ἀγαθῶν τούτων δοξολογοῦσι· καὶ ἡ δοξολογία τῆς Γραφῆς· «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον», καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ τοῦτο πολλάκις βοήσαντες ψαλμὸν ἔπειτα ἀναγινώσκουσι δοξολογίας γέμοντα καὶ εὐχαριστίας. Τίς δὲ ὁ ψαλμός; «Εὐλογήσω τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ.»

(6.) Τοῦ δὲ ἄρτου διαδοθέντος καὶ τοῦ ψαλμοῦ τελεσθέντος, εὔχεται ὁ ἱερεὺς τῷ πλήθει τὴν τελευταίαν εὐχὴν οὐ μόνον ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου καὶ πάντων ἀκουόντων, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ πλῆθος ἀποτεινόμενος τὰ ῥήματα τῆς εὐχῆς, μείζονα νῦν ἢ πρότερον ἐνδεικνύμενος τὴν πρὸς τοὺς πολλοὺς κοινωνίαν. Τίς δὲ ἡ εὐχή; Ἵνα ἐλεηθέντες σωθῶμεν ὡς οὐδὲν ἔχοντες οἴκοθεν εἰσενεγκεῖν σωτηρίας ἄξιον, ἀλλὰ πρὸς μόνην ἀφορῶντες τὴν τοῦ σῶσαι δυναμένου φιλανθρωπίαν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ πολλῶν ἐνταῦθα μέμνηται πρέσβεων τῶν εἰς τοῦτο βοηθησόντων ἡμῖν· καὶ πρὸ πάντων τῆς παναγίας Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, δι᾿ ἧς καὶ τὴν ἀρχὴν ἠλεήθημεν.

(7.) Τὸ δὲ προοίμιον τῆς εὐχῆς· «Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν»· οὐ τῶν νόθων εἷς καὶ τῶν ψευδωνύμων, οὓς πολλούς ποτε ἐσέβομεν, ἀλλ᾿ ὃν ὕστερον μόλις εὕρομεν, «ὁ ἀληθινὸς θεὸς ἡμῶν». αὐτὸ τὸ πλῆθος ἀποτεινόμενος τὰ ῥήματα τῆς εὐχῆς, μείζονα νῦν ἢ πρότερον ἐνδεικνύμενος τὴν πρὸς τοὺς πολλοὺς κοινωνίαν. Τίς δὲ ἡ εὐχή; Ἵνα ἐλεηθέντες σωθῶμεν ὡς οὐδὲν ἔχοντες οἴκοθεν εἰσενεγκεῖν σωτηρίας ἄξιον, ἀλλὰ πρὸς μόνην ἀφορῶντες τὴν τοῦ σῶσαι δυναμένου φιλανθρωπίαν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ πολλῶν ἐνταῦθα μέμνηται πρέσβεων τῶν εἰς τοῦτο βοηθησόντων ἡμῖν· καὶ πρὸ πάντων τῆς παναγίας Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, δι᾿ ἧς καὶ τὴν ἀρχὴν ἠλεήθημεν.

(8.) Διὰ τοῦτο καὶ μόνῳ αὐτῷ πρέπει ὡς Θεῷ πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. * Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο »Sources Chrétiennes», Τόμος 4, Παρίσι 1967. Πηγή : users.uoa.gr/~nektar