Λόγος ΣΤ΄

Περὶ μνήμης θανάτου

Περίληψη

Η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτη αποτελεί ένα από τα κορυφαία ασκητικά κείμενα της ορθόδοξης πνευματικότητας· ο ΣΤ’ Λόγος, αφιερωμένος στη «Μνήμη του θανάτου», αναδεικνύει το θέμα αυτό ως κεντρικό μοχλό για την πνευματική πρόοδο. Ο συγγραφέας αναλύει με νηφάλιο και διεισδυτικό τρόπο τη φύση της μνήμης του θανάτου, τους ποικίλους καρπούς της, τις παγίδες που κρύβει μια διεστραμμένη επιθυμία του θανάτου, καθώς και τη μεταμορφωτική της δύναμη μέσα από ζωντανά παραδείγματα, προσφέροντας έναν ανεκτίμητο οδηγό για την εν Χριστώ ζωή.

«Μνήμη θανάτου: καθημερινός θάνατος και ώριμος στεναγμός»

Η μνήμη του θανάτου δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα αλλά μια υπαρξιακή κατάσταση που διαπερνά την καθημερινότητα του πιστού. Ο άγιος Ιωάννης την ορίζει με μια εντυπωσιακή αντινομία: «Μνήμη θανάτου» σημαίνει να βιώνεις καθημερινά τον θάνατο, να τον πραγματώνεις στην ύπαρξή σου, ώστε ο επερχόμενος βιολογικός θάνατος να μην προκαλεί τρόμο αλλά να αποτελεί την ολοκλήρωση μιας διαρκούς νεκρώσεως του παλαιού ανθρώπου. Ταυτόχρονα, η μνήμη της εξόδου γεννά έναν διαρκή στεναγμό, όχι απελπισμένο, αλλά ωριμασμένο από την επίγνωση της προσωρινότητας και της ευθύνης ενώπιον του Θεού.

Μνήμη θανάτου ἐστὶ καθημερινὸς θάνατος, μνήμη δὲ ἐξόδου κάθωρος στεναγμός

Με την παρομοίωση αυτή ο Σιναΐτης συνοψίζει τον θεμελιακό χαρακτήρα της μνήμης του θανάτου για την ασκητική εργασία· είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται κάθε αρετή, καθώς χωρίς την επίγνωση του τέλους η καρδία εύκολα εκτρέπεται στη ραθυμία και στη φιλαμαρτία.

Επιπλέον, ο συγγραφέας διακρίνει την «δειλία» του θανάτου, η οποία είναι φυσικό ιδίωμα που προέκυψε από την παρακοή, από τον «τρόμο» που αποτελεί τεκμήριο αμετανόητων πταισμάτων. Ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στον Χριστό, ο οποίος «δειλιᾷ θάνατον, οὐ τρέμει», υπογραμμίζοντας έτσι την τελειότητα της ανθρώπινης φύσεως Του, η οποία ανέλαβε τον φυσικό φόβο αλλά όχι τον τρόμο που συνδέεται με την αμαρτία. Η διάκριση αυτή βοηθά τον πιστό να αντιληφθεί την ποιότητα της δικής του στάσεως εν όψει του θανάτου.

«Οι ευεργετικές συνέπειες: προσευχή, απροσπάθεια και εγκατάλειψη του θελήματος»

Η μνήμη του θανάτου, όταν εδραιωθεί στην καρδιά, παράγει συγκεκριμένους καρπούς πνευματικής προόδου. Για εκείνους που ζουν εν μέσω κόσμου και φροντίδων, γεννά πόνους και εσωτερική αδολεσχία, τους κάνει μάλιστα να ηδύνονται με την ατιμία που υφίστανται, αφού βλέπουν τα πάντα υπό το πρίσμα της προσωρινότητος. Για όσους βρίσκονται εκτός θορύβου, στην ησυχία, η έννοια του θανάτου προκαλεί απόθεση κάθε υλικής μέριμνας, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου – πρόκειται για την ουσία της ησυχαστικής ζωής.

Ὡς πασῶν τροφῶν ὁ ἄρτος ἀναγκαιότερος, οὕτως πασῶν ἐργασιῶν ἡ τοῦ θανάτου ἔννοια

Έτσι εξηγείται γιατί η μνήμη του θανάτου θεωρείται αναγκαιότερη από κάθε άλλη πνευματική εργασία: τρέφει την ψυχή με τρόπο που καμία άσκηση από μόνη της δεν μπορεί να επιτύχει. Πράγματι, οδηγεί στην «εκούσιον ἀπροσπάθειαν» προς όλη την κτίση και στην «παντελῆ ἐγκατάλειψιν» του ιδίου θελήματος, γεγονός που συνιστά το ακριβές τεκμήριο όσων θυμούνται τον θάνατο με «αἰσθήσει καρδίας». Η κορύφωση αυτής της πορείας είναι η «τέλεια αἴσθησις» του θανάτου, η οποία, όπως η τελεία αγάπη, είναι «ἄφοβος» και συνυφασμένη με την βεβαιότητα της αναστάσεως.

«Η απόκρυψη της ώρας του θανάτου: σχέδιο σωτηρίας»

Ο Σιναΐτης διερευνά και τις ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντι στον θάνατο, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι καλή κάθε επιθυμία θανάτου. Υπάρχουν εκείνοι που, εξαιτίας μιας συνεχούς ροπής στην αμαρτία, εύχονται τον θάνατο με ταπείνωση· άλλοι που, μη θέλοντας να μετανοήσουν, τον επικαλούνται από απόγνωση· και άλλοι που, από οίηση, θεωρούν τον εαυτό τους απαθή και δεν φοβούνται. Είναι σπάνιοι, αν υπάρχουν ακόμη, εκείνοι που μέσω της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος επιζητούν την εκδημία τους. Μέσα από αυτές τις διακρίσεις, ο συγγραφέας προφυλάσσει από πνευματική πλάνη και επισημαίνει την ανάγκη της διακρίσεως.

Γιατί όμως ο Θεός απέκρυψε από εμάς την πρόγνωση του θανάτου, αφού η μνήμη του είναι τόσο ωφέλιμη; Η απάντηση αναδεικνύει το σωτηριολογικό σχέδιο: αν ο άνθρωπος γνώριζε πολύ πριν τον θάνατό του, δεν θα έτρεχε στο βάπτισμα ή στη μοναχική ζωή, αλλά θα ξόδευε τις ημέρες του σε ανομίες, αναβάλλοντας τη μετάνοια για την τελευταία στιγμή.

Οὐδεὶς γὰρ τὸν ἑαυτοῦ θάνατον προγνοὺς πρὸ πολλοῦ χρόνου τῷ βαπτίσματι, ἢ τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ προσέτρεχεν. Ἁπάσας δὲ τὰς ἑαυτοῦ ἡμέρας ἐν ἀνομίαις διέτριβεν, καὶ ἐν αὐτῇ τῆς ἐξόδου εἰς τὸ βάπτισμα καὶ εἰς τὴν μετανοίαν προσήρχετο

Η άγνοια της ώρας του θανάτου λειτουργεί ως διαρκής κλήση προς εγρήγορση και μετάνοια. Έτσι, η μνήμη του θανάτου γίνεται ένα διαρκές «σήμερα» που συμπυκνώνει την πνευματική ευθύνη και εμποδίζει την αναβλητικότητα.

«Παραδείγματα ριζικού μετασχηματισμού»

Η διδασκαλία δεν μένει στη θεωρία· συγκεκριμένα περιστατικά μοναχών καταδεικνύουν την μεταμορφωτική ισχύ της μνήμης του θανάτου. Ο Αιγύπτιος μοναχός, στον οποίο η παγιωμένη έννοια του θανάτου δεν επέτρεπε ούτε μικρή σωματική παρηγοριά, είναι ένα παράδειγμα. Ακόμη πιο συγκλονιστική είναι η περίπτωση του Ησυχίου του Χωρηβίτου, ενός αμελούς μοναχού που έμελλε να ζήσει μια ριζική αλλαγή. Ασθενώντας βαριά, λιποθύμησε για μία ώρα και, επανερχόμενος, έχτισε την πόρτα του κελλιού του, παραμένοντας έγκλειστος δώδεκα χρόνια χωρίς να μιλήσει με κανέναν, ζώντας μόνο με άρτο και ύδωρ, σε διαρκή κατάσταση εκστάσεως και θερμών, αθόρυβων δακρύων. Όταν ανοίχθηκε η θύρα λίγο πριν τον θάνατό του, η μόνη φράση που άρθρωσε ήταν:

Συγχωρήσατε οὐδεὶς μνήμην θανάτου ἐγνωκώς, δυνήσεται ἁμαρτῆσαί ποτέ

Η φράση αυτή αποκαλύπτει την καρδία της όλης πνευματικής οικοδομής: η αυθεντική μνήμη του θανάτου δεν είναι μια φευγαλέα σκέψη αλλά μια βαθειά βίωση που ανοσοποιεί την ψυχή κατά της αμαρτίας. Το γεγονός ότι το λείψανο του οσίου δεν βρέθηκε την επομένη της ταφής, αποτελεί κατά τον συγγραφέα ένα σημείο της θείας επιδοκιμασίας για την αξιέπαινη μετάνοιά του. Η μνήμη του θανάτου, συμπεραίνει, κέκτηται «ἄφθαρτον» την αγνεία και την πνευματική εργασία.

«Κάθε μέρα ως τελευταία: η αληθινή φιλοσοφία»

Η πνευματική πορεία όσων ασχολούνται με την μνήμη του θανάτου χαρακτηρίζεται από έναν αδιάκοπο φόβο που δεν παύει παρά μόνον όταν εξαντληθεί και η δύναμη των οστών – δηλαδή μέχρι τέλους. Πρόκειται για δώρο του Θεού, διότι συχνά ακόμη και μπροστά σε τάφους οι άνθρωποι παραμένουν σκληροί και αδάκρυτοι, ενώ άλλοτε εκτός τέτοιων εικόνων κατανύσσονται. Εκείνος που έχει νεκρωθεί από όλα, αυτός πράγματι θυμάται τον θάνατο· όποιος παραμένει «σχετικός», δηλαδή προσκολλημένος σε ανθρώπινες σχέσεις και πράγματα, δεν μπορεί να αφοσιωθεί στον εαυτό του, όντας εχθρός του εαυτού του.

Στο κλείσιμο του Λόγου, ο άγιος τονίζει ότι δεν αρκεί ο χρόνος για να αναπληρώσουμε το χρέος προς τον Δεσπότη· καμία ημέρα δεν επαρκεί για να εκπληρώσει ανελλιπώς το δικό της έργο. Γι’ αυτό παραθέτει και την ρήση ενός ειδωλολάτρη φιλοσόφου, η οποία συμπίπτει με την χριστιανική σοφία:

Παρὰ ἀνθρώποις οὐκ ἐστί, φησίν, οὐκ ἐστὶ τὴν ἐνστῶσαν ἡμέραν εὐσεβῶς διεξιέναι, εἰ μὴ αὐτὴν ἐσχάτην παντὸς τοῦ ὤιου λογισώμεθα

Η «φιλοσοφία» λοιπόν, κατά τον εθνικό στοχαστή, αλλά και κατά τον Σιναΐτη, είναι «μελέτη θανάτου» – μια αδιάκοπη άσκηση μνήμης που μετατρέπει κάθε στιγμή σε ευκαιρία προετοιμασίας για την αιωνιότητα. Αυτή η μελέτη δεν είναι ζοφερή ενασχόληση με το τέλος, αλλά δυναμική πρόσκληση σε ζωή με νόημα, φωτισμένη από την προοπτική της Ανάστασης.

Συμπερασματικά, ο ΣΤ ̓ Λόγος της «Κλίμακος» προσφέρει μια ολοκληρωμένη και βαθύτατα ποιμαντική διδασκαλία για την μνήμη του θανάτου. Ο άγιος Ιωάννης, συνδυάζοντας θεολογική σαφήνεια με παραδειγματικά ασκητικά βιώματα, οδηγεί τον αναγνώστη από τον φυσικό φόβο στην κατά χάριν αφοβία, από την σύγχυση των λογισμών στην αδιάλειπτη προσευχή, από την πολυμέριμνη προσκόλληση στην ελευθερία της απροσπάθειας. Η μνήμη του θανάτου αποδεικνύεται το κατ’ εξοχήν φάρμακο κατά της αναβλητικότητος και της πνευματικής νωθρότητος, μια διαρκής άσκηση που μεταμορφώνει τον τρόπο του βίου και φανερώνει την αληθινή φιλοσοφία του Χριστού, η οποία είναι ζωή εν Χριστώ μέχρι θανάτου – και πέρα από αυτόν.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Παντὸς λόγου προηγεῖται ἔννοια. Μνήμη δὲ θανάτου καὶ πταισμάτων προηγεῖται κλαυθμοῦ καὶ πένθους. Διὸ κατὰ τὴν οἰκείαν τάξιν καὶ ἐν τῷ λόγῳ τέθειται. Μνήμη θανάτου ἐστὶ καθημερινὸς θάνατος, μνήμη δὲ ἐξόδου κάθωρος στεναγμός. Δειλία μὲν θανάτου ἐστὶν ἰδίωμα φύσεως ἐκ παρακοῆς προσγενόμενον, τρόμος δὲ θανάτου ἐστὶν ἀμετανοήτων πταισμάτων τεκμήριον. Δειλιᾷ Χριστὸς θάνατον, οὐ τρέμει, ἴνα τῶν δύο φυσέων τὰ ἰδιώματα σαφῶς ἐμφανίσῃ. Ὡς πασῶν τροφῶν ὁ ἄρτος ἀναγκαιότερος, οὕτως πασῶν ἐργασιῶν ἡ τοῦ θανάτου ἔννοια. Μνήμη θανάτου γεννᾷ ἐν μὲν τοῖς ἐν μέσῳ πόνους καὶ ἀδολεσχία, μᾶλλον δὲ ἀτιμίας ἡδύτητα. Παρὰ δὲ τοῖς ἐκτὸς θορύβου φροντίδων ἀπόθεσιν καὶ εὐχὴν διηνεκῆ, καὶ νοὸς φυλακήν. Αἰ αὐταὶ δὲ αὐτῆς καὶ μητέρες καὶ θυγατέρες κατεστήκασιν. Ὡς φανερὸς ὁ κασσίτερος παρὰ τὸν ἄργυρον, κἂν τὴν θεωρίαν ἔοικεν, οὕτως παρὰ τοῖς διακριτικοῖς φανερὰ καὶ δήλη ἡ φυσική, καὶ ἡ παρὰ φύσιν δειλία τῆς ἐξόδου. Τοῦτο ἀληθὲς τεκμήριον τῶν ἐν αἰσθήσει καρδίας μνημονευόντων τοῦ θανάτου, ἡ πρὸς πᾶσαν τὴν κτίσιν ἑκούσιος ἀπροσπάθεια, καὶ οὖ ἰδίου θελήματος παντελὴς ἐγκατάλειψης. Δόκιμος μέν, ὁ τοῦτον καθ’ ἡμέραν πάντως προσδεχόμενος. Ἄγιος δέ, ὁ τούτου καθ’ ὤραν ἐφιέμενος. Οὐ πᾶσα ἐπιθυμία θανάτου ἀγαθή. Εἰσὶ γὰρ οἱ διηνεκῶς βίᾳ ἕξεως πταίοντες, καὶ τοῦτον εὐχόμενοι μετὰ ταπεινώσεως. Καὶ εἰσιν αὖθις οἱ μετανοῆσαι μὴ βουλόμενοι, καὶ τὸν θάνατον ἐξ ἀπογνώσεως προσκαλούμενοι. Καὶ εἰσιν οἱ ἐξ οἰήσεως ἀπαθεῖς ἑαυτοὺς ἔχοντες, καὶ τοῦτον μὴ δειλαινόμενοι. Καὶ εἰσίν, εἴπερ καὶ νῦν ἆρα εἰσίν, οἱ δι’ ἐνεργείας Πνεύματος ἁγίου τὴν ἐκδημίαν ἐπιζητοῦντες τὴν ἑαυτῶν. Ζητούσὶ τινες καὶ διαποροῦσι, τίνος ἕνεκεν οὕτως εὐεργετούσης ἠμᾶς τῆς τοῦ θανάτου μνήμης, τὴν τούτου πρόγνωσιν ὁ Θεὸς ἐξ ἠμῶν ἀπέκρυψεν, μὴ γινώσκοντες ὅτι τὴν σωτηρίαν ἠμῶν ὁ Θεὸς διὰ τούτου εἰργάσατο θαυμαστῶς. Οὐδεὶς γὰρ τὸν ἑαυτοῦ θάνατον προγνοὺς πρὸ πολλοῦ χρόνου τῷ βαπτίσματι, ἢ τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ προσέτρεχεν. Ἁπάσας δὲ τὰς ἑαυτοῦ ἡμέρας ἐν ἀνομίαις διέτριβεν, καὶ ἐν αὐτῇ τῆς ἐξόδου εἰς τὸ βάπτισμα καὶ εἰς τὴν μετανοίαν προσήρχετο. Μηδέποτε πενθῶν ἀποδέξῃ, τὸν κύνα ἐκεῖνον τὸν φιλάνθρωπόν σοὶ τὸν Θεὸν ὑποβάλλοντα. Σκοπὸς γὰρ αὐτῶ, τὸ πένθος, καὶ τὸν φόβον τὸν ἄφοβον ἐκ σοῦ ἐξεώσασθαι, εἰ μὴ τὶ ἂν εἰς βαθεῖαν ἀπογνῶσιν ἴδῃ σεαυτὸν κατασυρόμενον. Ὁ μνήμην θανάτου, καὶ κρίσεως Θεοῦ ἐν ἑαυτῶ διὰ παντὸς κατέχειν βουλόμενος, καὶ φροντίσι καὶ περισπασμοῖς ὑλικοῖς ἑαυτὸν ἐκδιδούς, ὅμοιος ἐστι τῷ νηχομένῳ, καὶ τὰς ἑαυτοῦ χεῖρας κρατεῖν βουλομένω. Μνήμη θανάτου ἐναργὴς περιέκοψε βρώματα, βρωμάτων δὲ ἐν ταπεινώσει κοπέντων συνεξεκόπησαν πάθη. Ἀναλγησία καρδίας ἐπώρωσε νοῦν, βρωμάτων δὲ πλῆθος ἐξήρανε πηγάς. Δίψα καὶ ἀγρυπνίαν ἐξέθλιψαν καρδίαν. Καρδίας δὲ θλιβήσης ἀπεπήδησαν ὕδατα. Σκληρὰ μὲν γαστριμάργοις, ἄπιστα δὲ ῥᾳθύμοις τὰ εἰρημένα. Ἀνὴρ δὲ πρακτικὸς δοκιμάσει προθύμως. Ο πείρᾳ εὑρηκὼς μηδιάσει ἐπὶ τούτοις. Ὁ δὲ ἐπιζητῶν, σκυθρωπότερος ἔσται. Ὥσπερ τὴν τελείαν ἀγάπην οἱ Πατέρες ἄπτωτον εἶναι ὁρίζονται, οὕτως ἔγωγε τὴν τελείαν τοῦ θανάτου αἴσθησιν

ἄφοβον εἶναι ἀποφαίνομαι. Πολλαὶ μὲν τοῦ νοὸς τοῦ πρακτικοῦ αἰ ἐργασίαι. Λέγω δὲ ἔννοια ἀγάπης, τῆς πρὸς Θεόν. Μνήμης θανάτου, μνήμης Θεοῦ, μνήμης βασιλείας, ζήλου τῶν ἀγίων μαρτύρων, μνήμης αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ παρόντος, κατὰ τὸν εἰπόντα. «Προωρώμην τὸν Κυρίον». Μνήμης ἅγιων καὶ νοερῶν δυνάμεων. Μνήμης ἐξόδου, ἀπαντήσεως, κολάσεως, ἀποφάσεως. Ἐν μεγάλοις μὲν ἠρξάμεθα, ἀναπτώτοις δὲ κατελήξαμεν. Διηγήσατό μοὶ ποτε Αἰγύπτιος μοναχός, ὡς ὅτι μετὰ τὴν ἐν αἰσθήσει καρδίας τῆς τοῦ θανάτου μνήμης παγίωσιν, θελήσαντός μου χρείας καταλαβούσης μικρὸν τὸν πηλὸν παραμυθήσασθαι, ὕπο τῆς μνήμης, ὡς ὑπὸ δικαστοῦ κεκώλυμαι. Καὶ τὸ θαυμαστόν, ὅτιπερ καὶ βουληθεὶς οὐκ ἠδυνήθην ἀπώσασθαι. Ἕτερός τις οἰκῶν ἐνταῦθα ἐν τῷ λεγομένῳ Θολῷ τόπῳ, πολλάκις ἐκ τῆς τοιαύτης ἐννοίας ἐξίστατο, καὶ ὡς ὀλιγοθυμήσας, ἢ καὶ ἐπιληπτιάσας παρὰ τῶν εὐρισκομένων ἀδελφῶν, ἄπνους σχεδὸν ἐβαστάζετο. Οὐ σιωπήσω σοι καὶ τὸ τοῦ ἡσυχίου τοῦ Χωρηβίτου σημᾶναι διήγημα. Οὗτος ἀεὶ ἐν πάσῃ ἀμελείᾳ διέτριβε, τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς τὸ παράπαν μὴ ποιούμενος ἐπιμέλειαν. Ἀσθενήσας οὖν ἐσχάτως τοῦ σώματος, ὡς ἐπὶ ὤραν μίαν ἀκριβῶς ἐξεδήμησε. Καὶ εἰς αὐτὸν ἐπανελθὼν δυσωπεῖ μὲν ἠμᾶς πάντας εὐθέως ἀναχωρῆσαι. Καὶ τὴν θύραν τῆς κέλλης ἀνοικοδομήσας ἔμεινεν ἔνδον χρόνους δύο καὶ δεκὰ μηδενὶ τὸ παράπαν συντετυχηκὼς, οὐ μικρόν, οὐ μέγαν λόγον, οὐχ ἑτέρου τινός, ἀλλ’ ἢ ἄρτου καὶ ὕδατος ἀπογευόμενος. Μόνον δὲ καθήμενος καὶ πρὸς ἃ ἑώρακεν ἐν τῇ ἐκστάσει ἐξεστηκὼς σύννους, οὕτως, ὡς μηδέποτε ἐπὶ Κυρίου, τὸ ἴδιον ἦθος ἀλλοιώσας, ἀλλ’ ἔκνους ἀεί, καὶ δάκρυα θερμὰ ἀψοφητὶ καθ’ ὄλου προεχόμενος. Ὅτε δὲ ἤμελλεν τελευτᾷν, ἀναφράξαντες τὴν θύραν εἰσεληλύθαμεν, καὶ πολλὰ δυσωπήσαντες, τοῦτο καὶ μόνον παρ’ αὐτοῦ ἀκηκόαμεν. Συγχωρήσατε οὐδεὶς μνήμην θανάτου ἐγνωκώς, δυνήσεται ἁμαρτῆσαί ποτέ. Ἠμεῖς δὲ ἐθαμβούμεθα τὸν οὕτως πρώην ἀμελῆ ὁρῶντες, οὕτως ἀθρόον μεταμορφωθέντα τὴν μακαρίαν ἀλλοίωσιν καὶ μεταμόρφωσιν. Θάψαντες δὲ αὐτὸν ὁσίως ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τῷ πλησίον τοῦ κάστρου μεθ’ ἡμέραν ἐπιζητήσαντες τὸ ἄγιον αὐτοῦ λείψανον, οὐχ εὕρομεν. Τοῦ Κυρίου καὶ ἐν τουτῶ τὴν μεμεριμνημένην αὐτοῦ καὶ ἀξιέπαινον μετάνοιαν πληροφορήσαντος, πάντας τοὺς βουλομένους, καὶ μετὰ πολλὴν ἀμέλειαν διορθώσασθαι ὡσπερ τὴν ἄβυσσον ἀπέρατον, τινὲς εἶναι ὁρίζονται. Τόπον γὰρ αὐτὴν καλοῦσιν ἀπύθμαντον. Οὕτως ἡ τοῦ θανάτου ἔννοια ἄφθαρτον καὶ τὴν ἁγνείαν καὶ τὴν ἐργασίαν κεκτῆται. Βεβαιοῦται δὲ τὸ εἰρημένον ὁ προειρημένος ὅσιος. Φόβῳ φόβον διηνεκῶς οἱ τοιοῦτοι προσλαμβάνοντες, οὐ παύονται ἄχρις ἂν καὶ αὕτη ἡ τῶν ὀστέων ἐκδαπανηθῇ δύναμις. Δῶρον Θεοῦ καὶ τοῦτο μετὰ πάντων ἀγαθῶν εἶναι ἑαυτοὺς πληροφορήσωμεν. Ἐπεὶ πως πολλάκις καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς μνήμασι παραγινόμενοι, ἀδάκρυτοί τινες καὶ σκληροὶ διαμένομεν. Ἐκτὸς δὲ τῆς τοιαύτης θεωρίας πλειστάκις κατανυσσώμεθα. Ὁ πάντων νεκρωθείς, οὗτος θανάτου ἐμνημόνευσεν. Ο δὲ ἔτι σχετικὸς, οὐ σχολάσει ἑαυτῶ ἀντεπίβουλος ὤν. Μὴ θέλε πάντας διὰ λόγον πληροφορεῖν τὴν πρὸς αὐτοὺς ἀγάπην. Μᾶλλον δὲ Θεὸν αἰτοῦ ταύτην αὐτοῖς ἀῤῥήτως ἐμφανίσαι. Εἰ δὲ μή, οὐκ ἐξαρκέσει σοι ὁ χρόνος πρὸς σχέσεις καὶ κατάνυξιν. Μὴ ἀπατῶ, ἄφρον ἐργάτα, χρόνῳ χρόνον ἀναπληροῦν. Οὐ γὰρ ἐξαρκεῖ ἡ ἡμέρα οὐδὲ τὸ ἑαυτῆς χρέος τῷ Δεσπότῃ ἀνελλιπῶς

πληρῶσαι. Παρὰ ἀνθρώποις οὐκ ἐστί, φησίν, οὐκ ἐστὶ τὴν ἐνστῶσαν ἡμέραν εὐσεβῶς διεξιέναι, εἰ μὴ αὐτὴν ἐσχάτην παντὸς τοῦ ὤιου λογισώμεθα. Καὶ θαῦμα ὄντως πῶς καὶ Ἕλληνες τι τοιοῦτον ἐφθέγξαντο, ἐπεὶ καὶ φιλοσοφίαν τοῦτο εἶναι ὁρίζονται, μελέτην θανάτου.