Λόγος ΚΒ΄

Περὶ τῆς πολυμόρφου κενοδοξίας

Περίληψη

Ο Λόγος ΚΒ’ της «Κλίμακος» του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου επικεντρώνεται στο ύπουλο πάθος της κενοδοξίας και την ολέθρια σχέση της με την υπερηφάνεια. Μέσα στην ασκητική γραμματεία, ο άγιος προσφέρει μια διεισδυτική ανάλυση του πάθους αυτού, αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς του, τις εκδηλώσεις του και τον τρόπο θεραπείας. Το κείμενο λειτουργεί ως πνευματικός καθρέφτης, καλώντας τον αναγνώστη σε αυτογνωσία και ταπείνωση.

Η οντολογική φύση της κενοδοξίας και η διαβάθμισή της προς την υπερηφάνεια Ο άγιος Ιωάννης ξεκινά διευκρινίζοντας τη σχέση ανάμεσα στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια, σημειώνοντας ότι ορισμένοι τις κατατάσσουν χωριστά, ενώ ο ίδιος ακολουθεί την άποψη του Γρηγορίου του Θεολόγου που τις θεωρεί ως δύο στάδια του ίδιου πάθους. Η κενοδοξία είναι η αρχή, ένα είδος παιδαριώδους μορφής, ενώ η υπερηφάνεια το πλήρωμα, η ώριμη και πλήρης εκδήλωση της αλαζονείας. Χρησιμοποιώντας την εικόνα του παιδιού προς τον άνδρα και του σίτου προς τον άρτο, ο άγιος υπογραμμίζει τη σταδιακή ανάπτυξη της υπερηφάνειας από την κενοδοξία, η οποία αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, ωριμάζει και καθίσταται καταστροφική. Κατόπιν, προχωρά σε έναν εντυπωσιακό ορισμό:

Κενοδοξία ἐστὶ κατὰ μὲν τὸ εἶδος φύσεως ἐναλλαγή, καὶ ἠθῶν διαστροφή, καὶ παρατήρησις μέμψεως. Κατὰ δὲ τὴν ποιότητα, καμάτων σκορπιστήριον, ἱδρώτων ἀπώλεια, θησαυροῦ ἐπιβουλή, ἀπιστίας ἔκγονος, ὑπερηφανίας πρόδρομος

Η γλαφυρή αυτή περιγραφή αποτυπώνει τη διπλή όψη της κενοδοξίας: αφενός αλλοιώνει την ίδια τη φύση του ανθρώπου και διαστρέφει τα ήθη, καθιστώντας τον ευάλωτο σε μομφές· αφετέρου, σε ποιοτικό επίπεδο, διασκορπίζει τον πνευματικό πλούτο που συσσωρεύτηκε με κόπους, αποτελεί προπομπό της υπερηφάνειας και γεννιέται από την έλλειψη πίστης. Πρόκειται για ένα παράσιτο που λυμαίνεται τον καρπό των ασκητικών αγώνων.

Οι πολυποίκιλες εκφάνσεις της κενοδοξίας στην καθημερινή άσκηση Αφού ορίσει το πάθος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά παραδειγμάτων που δείχνουν πόσο πανταχού παρούσα είναι η κενοδοξία. Από τα ενδύματα και τα μύρα μέχρι τις νηστείες και τις προσευχές, τίποτα δεν της ξεφεύγει. Ακόμη και στις ψαλμωδίες, ο κενόδοξος άλλοτε γελά και άλλοτε κλαίει επιδεικτικά, υποκινούμενος από το πάθος. Χαρακτηριστική είναι η ομολογία:

Πᾶσιν ἀφθόνως λάμπει ὁ ἥλιος καὶ πᾶσιν ἐπιτηδεύμασιν ἐπιχαίρει κενοδοξία. Οἶον τι λέγω, νηστεύων κενοδοξῶ, καὶ καταλύων ἴνα μὴ γνωσθῶ , ὡς φρόνιμος πάλιν κενοδοξῶ

Εδώ φανερώνεται η βαθύτερη πλάνη: η κενοδοξία δεν ηττάται με την απλή αλλαγή συμπεριφοράς, διότι ακόμη και η προσπάθεια απόκρυψης της αρετής μπορεί να γίνει αφορμή για υπερηφάνεια. Ο κενόδοξος γίνεται «πιστός ειδωλολάτρης», που λατρεύει τον Θεό φαινομενικά, αλλά αποσκοπεί στην ανθρώπινη επιδοκιμασία. Η νηστεία του παραμένει άμισθη, η προσευχή του άκαιρη, και ο ασκητής αδικείται διπλά: καταπονεί το σώμα του χωρίς να λαμβάνει μισθό από τον Θεό. Ο άγιος σημειώνει ότι ο Κύριος συχνά κρύβει από τα μάτια μας τα καλά που έχουμε, αλλά ο έπαινος μας τυφλώνει και μας στερεί αυτόν τον πλούτο. Ο κόλακας είναι διάκονος των δαιμόνων, αφανιστής των καλών και πλάνης της οδού, όπως βεβαιώνει και ο προφήτης: «Οι γαρ μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς».

Η πνευματική απάτη του επαίνου και η δαιμονική υπόσταση της κενοδοξίας Ο Λόγος ΚΒ’ αναδεικνύει τον ύπουλο ρόλο του επαίνου και των κολάκων, τους οποίους ονομάζει «διακόνους των δαιμόνων» και «πλάνους οδού». Ο έπαινος τυφλώνει τον άνθρωπο και του στερεί τον πνευματικό πλούτο που ο Κύριος μπορεί να είχε κρύψει από τα μάτια του. Ακόμη και η αγνή μετάνοια μπορεί να νοθευτεί: είδε άγιος ανθρώπους που, ενώ πενθούσαν, επαινέθηκαν και αμέσως άλλαξαν διάθεση, σαν να βρέθηκαν σε πανηγύρι. Στη συνέχεια, αφηγείται ένα αποκαλυπτικό περιστατικό πνευματικού οράματος, όπου οι δαίμονες της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας κάθονται εκατέρωθεν ενός μοναχού και του ψιθυρίζουν λογισμούς. Ο ίδιος ο άγιος παρατήρησε πώς ο δαίμων της κενοδοξίας υποβάλλει λογισμούς σε έναν αδελφό και έπειτα τους αποκαλύπτει σε άλλον, κάνοντάς τον να φαίνεται προγνώστης. Ακόμη και σωματικές κινήσεις προκαλεί, για να εντυπωσιάσει. Προειδοποιεί να μην δεχόμαστε υποβολές που μας προτρέπουν σε επισκοπή, ηγουμενεία ή διδασκαλία, γιατί είναι εξίσου δύσκολο να διώξεις ένα σκύλο από κρεοπωλείο όσο και να αντισταθείς σε αυτές τις παγίδες. Από τη διήγηση του οράματος προκύπτει η ακόλουθη διαπίστωση:

Οἱ μὲν ἔπαινοι ὑψοῦσι καὶ φυσιοῦσιν. Ὑψωθείσης δὲ τῇ ψυχῆς, τότε αὕτη ἡ ὑπερηφανία λαβοῦσα ἀναφέρει ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ κατεφέρει ἕως τῶν ἀβύσσων

Οι έπαινοι, λοιπόν, φουσκώνουν την ψυχή και την προετοιμάζουν για την άνοδο της υπερηφάνειας, η οποία όμως καταλήγει σε κατακρήμνιση. Η κενοδοξία αποδεικνύεται ότι δεν είναι απλώς μια αδυναμία, αλλά μια ενεργός δαιμονική ενέργεια που επιδιώκει την πνευματική καταστροφή. Γι‘ αυτό και ο άγιος συμβουλεύει να μην κρύβουμε την ντροπή μας για να φανούμε άμεμπτοι, αλλά να αντιστεκόμαστε σθεναρά στις υποβολές του πάθους.

Η θεραπευτική οδός της ακενοδοξίας: μνήμη θανάτου και ταπείνωση Ως αντίδοτο στην κενοδοξία προτείνεται η έμπρακτη ταπείνωση και η συνεχής μνήμη των αμαρτιών και του θανάτου. Ο αγωνιζόμενος οφείλει, όταν ξεκινούν οι έπαινοι, να φέρνει αμέσως στον νου του το πλήθος των ανομιών του, ώστε να αισθανθεί ανάξιος των λεγομένων. Επίσης, η φύλαξη του στόματος και η αγάπη προς την ατιμία συνιστούν τα πρώτα σκαλιά της απελευθέρωσης. Όποιος επιζητεί τη δόξα των ανθρώπων, θα ταπεινωθεί, ενώ εκείνος που αποφεύγει κάθε επίδειξη και καλλιεργεί την αφάνεια, λαμβάνει τη δόξα που προέρχεται από τον Κύριο. Η πνευματική ωριμότητα κρίνεται από την ικανότητα να δέχεται κανείς την ύβρη με γενναιότητα και να περνά αβλαβής μέσα από τον έπαινο χωρίς να αλλοιώνεται. Ο άγιος τονίζει ότι ο χρεώστης που λογίζει τον εαυτό του ανάξιο, θα λάβει απροσδόκητο πλούτο από τον Θεό. Αντίθετα, εκείνος που επιδιώκει να φανεί, χάνει την αληθινή πνευματική πρόοδο. Η ταπεινοφροσύνη εκδηλώνεται όχι όταν κανείς εξευτελίζει μόνος του τον εαυτό του, αλλά όταν δέχεται την ύβρη από άλλον και δεν μειώνει την αγάπη του. Αυτή είναι η γνήσια απόδειξη της απαλλαγής από τον ιό της κενοδοξίας. Ο άγιος κλείνει τον Λόγο με μια ελπιδοφόρα προτροπή:

Ὁ τῆς νόσου ταύτης ἕκτος, ἔγγιστα τῆς σωτηρίας ὁ δ’ οὒ πόῤῥῳ φανήσεται τῆς ἀγίων δόξης

Αυτή η κατακλείδα ανοίγει παράθυρο ελπίδας: η απαλλαγή από το πάθος της κενοδοξίας δεν είναι ανέφικτη, και όσοι την κατορθώνουν βρίσκονται ήδη στην παρυφή της σωτηρίας. Ακόμα και η αρχή αυτής της απελευθέρωσης συνιστά πρόγευση της δόξας των αγίων.

Η διαχρονική σημασία της διδασκαλίας για τον σύγχρονο άνθρωπο Ο Λόγος ΚΒ’ της Κλίμακος δεν απευθύνεται μόνο σε μοναχούς· παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος σε μια εποχή όπου η εικόνα, η δημόσια προβολή και η αναζήτηση «likes» κυριαρχούν. Η κενοδοξία μεταλλάσσεται σε ψηφιακό ναρκισσισμό, όμως η ρίζα της παραμένει ίδια: η αποκοπή από τον Θεό και η εξάρτηση από τη γνώμη των ανθρώπων. Ο άγιος Ιωάννης μας καλεί σε μια ριζική επανεξέταση των κινήτρων μας και μας δείχνει τον δρόμο της εσωτερικής ελευθερίας, που περνά μέσα από την ταπείνωση και την απόρριψη της κούφιας δόξας. Ο αγώνας κατά της κενοδοξίας δεν είναι μεμονωμένο εγχείρημα, αλλά αναπόσπαστο μέρος της συνολικής πνευματικής ζωής, με τελικό προορισμό την κοινωνία με τον Θεό και τη μετοχή στην αληθινή και ακατάλυτη δόξα Του.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Τινὲς μὲν ἰδιαιρετῳ τάξει καὶ λόγῳ τὴν κενοδοξίαν παρὰ τὴν ὑπερηφανίας φιλοῦσιν ὁρίζειν. Ὅθεν καὶ ὀκτὼ τοὺς τῆς κακίας λογισμοὺς πρωτεύοντας καὶ ἐπιτρόπους λέγουσιν εἶναι. Ο δὲ θεολόγος Γρηγόριος, καὶ ἕτεροι ἑπτὰ πάλιν τούτους ἐξέδωκαν. Οἶς ἔγωγε μάλιστα συντίθεσθαι πείθομαι. Τὶς γὰρ κενοδοξίαν νικήσας ὑπερηφανίαν κέκτηται; Τοσαύτην δὲ μόνον πρὸς ἀλλήλας τὴν διαφορὰν κέκτηνται, ὅσην ἔχει τῇ φύσει ὁ παῖς παρὰ τὸν ἄνδρα, καὶ ὁ σῖτος παρὰ τὸν ἄρτον. Ἀρχὴ μὲν γὰρ τὸ πρότερον, τέλος δὲ τὸ δεύτερον. Οὐκοῦν περὶ ἀρχῆς καὶ πληρώματος παθῶν τῆς ἀνοσίου οἰήσεως καιροῦ καλέσαντος, εἴπωμεν συντόμως. Ὁ γὰρ διὰ μήκους περὶ τούτων φιλοσοφεῖν ἐπιχειρῶν, ὅμοιός ἐστι τω περὶ ἀνέμων σταθμοῦ πολυπραγμονοῦντι εἰκῆ. Κενοδοξία ἐστὶ κατὰ μὲν τὸ εἶδος φύσεως ἐναλλαγή, καὶ ἠθῶν διαστροφή, καὶ παρατήρησις μέμψεως. Κατὰ δὲ τὴν ποιότητα, καμάτων σκορπιστήριον, ἱδρώτων ἀπώλεια, θησαυροῦ ἐπιβουλή, ἀπιστίας ἔκγονος, ὑπερηφανίας πρόδρομος, ἐν λιμένι ναυάγιον, ἐν ἅλωνι μύρμηξ, λεπτὸς μὲν ὑπάρχων, παντὶ δὲ καμάτῳ καὶ καρπῶ ἐπιβουλεύων. Ἀναμένει μύρμηξ τελεσθῆναι τὸν σῖτον, καὶ κενοδοξία συναχθῆναι τὸν πλοῦτον. Ὁ μὲν γὰρ χαίρει ἴνα κλέψῃ, ἡ δὲ ἴνα σκορπίσῃ. Πνεῦμα ἀπογνώσεως χαίρει θεωροῦν πληθυνομένην κακίαν. Πνεῦμα δὲ κενοδοξίας πληθυνομένην ἀρετήν. Θύρα γὰρ τοῦ προτέρου τὰ πλήθη τῶν τραυμάτων. Τοῦ δὲ δευτέρου, ὁ πλοῦτος τῶν καμάτων, Ἐπιτήρει, καὶ μέχρι μνήματος τὴν ἀνοσίαν ἀνθοῦσαν εὑρήσεις, ἐν ἱματίοις, καὶ μύροις, καὶ προπομπῇ, καὶ ἀρώμασι καὶ ἑτέροις. Πᾶσιν ἀφθόνως λάμπει ὁ ἥλιος καὶ πᾶσιν ἐπιτηδεύμασιν ἐπιχαίρει κενοδοξία. Οἶον τι λέγω, νηστεύων κενοδοξῶ, καὶ καταλύων ἴνα μὴ γνωσθῶ , ὡς φρόνιμος πάλιν κενοδοξῶ. Λαμπρὰ περιβεβλημένος, ἡττῶμαι ταύτῃ, καὶ εὐτελῆ ἐξαλλάσσων, πάλιν κενοδοξῶ. Λαλῶν ἡττῶμαι, καὶ σιωπῶν πάλιν ἡττήθην. Ὡς ἂν ῥίψῃς ταύτην τὴν τρίβολον, ὀρθὸν τὸ κέντρον ἵσταται. Κενόδοξός ἐστιν εἰδωλολάτρης πιστός, Θεὸν μὲν τῷ δοκεῖν σεβόμενος, ἀνθρώποις δέ, καὶ οὐ Θεῷ, ἀρέσκειν βουλόμενος. Κενόδοξος ἐστι πᾶσ φιλενδείκτης. Κενοδόξου νηστεία ἄμισθος, καὶ προσευχὴ ἄκαιρος. Δι’ ἔπαινον γὰρ ἀνθρώπως ἀμφότερα ἐργάζεται. Κενόδοξος ἀσκητὴς ἀδικεῖται διπλῶς, καὶ τὸ σῶμα κατατήκων, καὶ μισθὸν μὴ λαμβάνων. Τὶς μὴ γελάσῃ τὸν τῆς κενοδοξίας ἐργάτην, ἐν ταῖς ψαλμῳδίαις ἱστάμενον, καὶ ὑπὸ ταύτης κινούμενον; Ποτὲ μὲν γελᾷν, ποτὲ δὲ ἐπὶ πάντων κλαίειν παρασκευάζει. Κρύπτει Κύριος ἐξ ὀφθαλμῶν ἠμῶν πολλάκις, καὶ ἅπερ κεκτήμεθα καλά. Ἀνὴρ δὲ ἐπαινέτης, μᾶλλον δὲ πλανήτης, διὰ τοῦ ἐπαίνου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἠμῶν ἀνέῳξε. Τούτων δὲ ἀνοιγέντων ἄφαντος ὁ πλοῦτος ἐγένετο ἀφ’ ἠμῶν. Κολακευτὴς ἐστι δαιμόνων διάκονος, ὑπερηφανίας χειραγωγός, κατανύξεως ἐξολοθρευτής, καλῶν ἀφανιστὴς, πλάνος ὀδοῦ. «Οἱ γὰρ μακαρίζοντες ὑμᾶς, πλανῶσιν ὑμᾶς», φησὶν ὁ προφήτης.

Ὑψηλῶν μέν, τὸ ὑπενεγκεῖν γενναίως καὶ ἀσμένως ὕβριν. Ἀγίων δὲ καὶ ὀσίων, τὸ ἀβλαβῶς παρελθεῖν τὸν ἔπαινον. Εἶδον πενθοῦντας ἐπαινεθέντας, καὶ εἰς ὀργὴν

ἐξαφθέντας, καὶ ὡς ἐν πανηγύρει πάθος συναλλάξαντας. «Οὐδεὶς γινώσκει τὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου». Αἰσχυνέσθωσαν οὖν καὶ φιμούσθωσαν οἱ ἐπὶ πρόσωπον μακαρίζειν ἐπιχειροῦντες. Ὅταν ἀκούσῃς ὅτι ὁ πλησίον σου και ὁ φίλος ἐλοιδόρησέ σε ἀπόντα, ἢ παρόντα, τότε τὴν ἀγάπην ἔνδειξαι ἐπαινέσας αὐτόν. Μέγα τὸ ἀποσείσασθαι ἐκ τῆς ψυχῆς ἔπαινον ἀνθρώπων. Μεῖζον δέ, ἔπαινον δαιμόνων. Ταπεινοφροσύνην ἔδειξεν, οὐχὶ ἑαυτὸν εὐτελίζων (πῶς γὰρ ἑαυτὸν οὐ βαστάσει;) ἀλλ’ ὁ παρ’ ἑτέρου ὀνειδισθείς, καὶ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ μὲ μειώσας. Ἐπεσημεινάμην τὸν τῆς κενοδοξίας δαίμονα λογισμοὺς ἀδελφῷ ὑποβάλλοντα, καὶ ἐτέρῳ τούτους ἀποκαλύψαντα, κάκείνῳ τὰ ἐγκάρδια αὐτοῦ εἰπεῖν παρασκευάσαντα, καὶ ὡς προγνώστην λοιπὸν τοῦτον μακαρίζοντα. Ἔστι δὲ ὅτε καὶ αὐτῶν τοῦ σώματος μελῶν ἐφαπτόμενος παλμοὺς ποιεῖν ὁ ἀνόσιος πέφυκεν. Μὴ παραδέξῃ αὐτόν, ἐπισκοπὴν σοι, καὶ ἠγουμενείαν, καὶ διδασκαλίαν ὑποβάλλοντα. Κόπος γὰρ κύνα ἀπὸ μακελλικῆς τραπέζης διῶξαι. Ἐπὰν μικρὸν τι εἰρηνικὴν ἴδη ἔχοντας κατάστασιν, εὐθὺς ἐκ τῆς ἐρήμου εἰς τὸν κόσμον παραγενέσθαι προτρέπεται. Ἄπελθε, λέγων, εἰς σωτηρίαν ἀπολλυμένων ψυχῶν. Ἄλλη μορφὴ αἰθιόπων, καὶ ἑτέρα ἀνδριάντων καὶ ἄλλος ὁ τῆς τῶν ἐν κοινοβίῳ διατριβόντων κενοδοξίας τρόπος, παρὰ τὸν τῶν ἐν ἐρήμοις ὄντων. Κοσμικῶν ἐπιδημίας προλαμβάνει κενοδοξία, καὶ τοὺς κουφοτέρους εἰς ἀπαντὴν τῶν ἐρχομένων μοναχοὺς προτρέπεται ἐξελθεῖν, πρὸ τῶν ποδῶν ἐκείνων παρασκευάζει προσπίπτειν, καὶ ταπείνωσιν ὑποδύεται ἡ ὑπερηφανίας ἀνάπλεως. Ἦθος καὶ φωνὴν καταστέλλει, καὶ πρὸς τὰς χεῖρας τῶν ἐπιδημησάντων πρὸς τὸ λαβεῖν ἀποβλέπει, δεσπότας καλεῖ καὶ προστάτας, καὶ μετὰ Θεὸν τὴν ζωὴν χαριζομένους, Εἰς τράπεζαν καθεσθέντας ἐγκρατεύεσθαι προτρέπεται. Καὶ τοῖς κατωτέροις ἀνηλεῶς ἐπιπλήττει. Ἐν ψαλμωδίᾳ σταθέντας τοὺς ῥᾳθύμους ἀνδρείους ἐποίησε, τοὺς ἀφώνους καλλιφώνους, καὶ τοῦ νυστακτὰς ἀγρύπνους. Τὸν ἐπὶ τοῦ κανόνος θωπεύει καὶ τὰ πρωτεῖα αὐτῷ χαρίσασθαι δυσωπεῖ, πατέρα καὶ διδάσκαλον καλεῖ, ἄχρι τῆς τῶν ξένων ἀποδημίας. Προτιμωμένους ὑπερηφάνους κατέστησε καὶ καταφρονουμένους μνησικάκους ἔδειξε. Κενοδοξία ἀντὶ τιμῆς πολλάκις ἀτιμίας ἐγένετο πρόξενος. Ὀργισθεῖσι γὰρ τοῖς αὐτῆς μαθηταῖς αἰσχύνην μεγάλην προσήγαγεν. Κενοδοξία τοὺς ὀξεῖς ἐπὶ ἀνθρώπων πραεῖς εἰργάσατο φυσικοῖς χαρίσμασιν ἐπιπηδᾷ μεγάλως.

Εἶδον δαίμονα τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφὸν λυπήσαντα καὶ διώξαντα. Ὀργιζομένου γὰρ ποτὲ τινος ἀδελφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ κοσμικῶν παρουσία κατέλαβε, καὶ τῇ κενοδοξίᾳ ἐξ ὀργῆς μετεπράθη ὁ ἄθλιος. Ὁμοθυμαδὸν γὰρ αὐταῖς δουλεῦσαι οὐκ ἠδύνατο. Ὁ κενοδοξίᾳ ἀπεμποληθεὶς διπλοῦν τὸν βίον κέκτηται. Ἐν μοναχοῖς μὲν διατρίβων τῷ σχήματι, ἐν κόσμῳ δὲ τῷ φρονήματι καὶ τῷ ἐνθυμήματι. Ἐὰν πρὸς τὴν ἄνω εὐαρέστησιν τρέχειν ἐπειγώμεθα, τῆς ἄνω δόξης πάντως καὶ γευσόμεθα. Ἐκείνης δὲ ὁ γευσάμενος πάσης τῆς ἐπιγείου καταφρονήσει. Θαυμάζω γὰρ εἰ μὴ τῆς προτέρας τις γευσάμενος, πάσης τῆς δευτέρας κατεφρόνησε. Πολλάκις ὑπὸ κενοδοξίας συληθέντες, στραφέντες ἠμεῖς εὐφυεστέρως αὐτὴν ἐσυλήσαμεν. Εἶδόν τινας ἐργασίας πνευματικῆς ἐκ κενοδοξίας ἀπαρξαμένους, καὶ τῆς ἀρχῆς καταβληθείσης

μωμητῆς, τὸ τέλος γέγονεν ἐπαινετόν, διὰ τὸ μετενεχθῆναι τὴν ἔννοιαν. Ὁ ἐπὶ φυσικοῖς πλεονεκτήμασι, λέγω δὲ ἀγχινοίᾳ, εὐμαθείᾳ, ἀναγνώσει, προφορᾷ εὐφυΐᾳ, καὶ τοῖς τοιοῦτοις πᾶσι τοῖς ἀπόνως προσοῦσιν ἡμῖν ἐπειρόμενος, οὐδέποτε τῶν ὑπὲρ φύσιν ἀγαθῶν ἐντεύξεται. Ο γὰρ ἐν ὀλίγῳ ἄπιστος, καὶ ἐν πολλῷ ἄπιστός, καὶ κενόδοξος. Δι’ ἀπάθειαν ἀκροτάτην, καὶ πλοῦτον χαρισμάτων, καὶ θαυμάτων ἐνέργειαν, καὶ προγνώσεως δύναμιν, τινὲς τὰ ἑαυτῶν σώματα εἰκῆ κατατρίβουσι. Λαθόντες οἱ τάλανες, ὡς οὐ πόνοι, ἀλλὰ μᾶλλον ταπείνωσις τῶν τοιούτων μήτηρ καθέστηκεν. Ὁ δὲ χρεώστην ἑαυτὸν λογιζόμενος, ἀπροσδόκητον πλοῦτον καὶ αἰφνίδιον λήψεται. Μὴ πείθου τῷ λικμήτορι τῷ πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀκουόντων τὰς ἀρετὰς θριαμβεύειν ὑποβάλλοντι. «Τὶ γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπος, ἔαν ὅλον τὸν κόσμον κερδήσῃ, ἑαυτὸν δὲ ζημιωθῇ;» Οὐδὲν οὕτως ὡς ταπεινόν, καὶ ἀνόθευτον ἦθος, καὶ λόγος τοὺς ὁρῶντας οἰκοδομῆσαι δύναται. Γίνεται γὰρ καὶ ἑτέροις ἐφόδιον τοῦ μηδέποτε ἐπαίρεσθαι. Οὖ τὶ ἂν ὠφελείας μεῖζον καθέστηκεν;

Ἐπεσημήνατό τις τῶν ὀρᾷν δυναμένων, καὶ διηγεῖτο βλέπων. Ὅτιπερ, φησίν, ἐν συνεδρίῳ μοὺ καθημένου ἐληλυθότες οἱ τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφανίας δαίμονες ἐξ ἑκατέρωθεν μοὺ ἐκάθηντο, καὶ ὁ μὲν ἔνυττέ μου τὴν πλευρὰν τῷ δακτύλῳ αὐτοῦ τῷ κενοδόξῳ προτρεπόμενός με λέγειν τινὰ θεωρίαν ἢ ἐργασίαν, ἢ πεποίηκα ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ὡς δὲ τοῦτον ἀπεσεισάμην εἰπών. «Ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ λογιζόμενοί μοὶ κακά». Θᾶττον ὁ ἐξ εὐωνύμων πρὸς τὸ ἐμὸν οὖς ἔλεγεν. Εὖγε, εὖγε πεποίηκας καὶ μέγας γέγονας, τὴν ἐμὴν ἀναιδεστάτην μητέρα νενικηκώς. Πρὸς ὂν ἐγὼ εὐθυβόλως τὸ ἐξῆς τοῦ στίχου ἀναλαβῶν εἴρηκα. «Ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι, εὖγε, εὖγε πεποίηκας». Ἐπερωτήσαντί μοι τὸν αὐτὸν πῶς ἡ κενοδοξία μήτηρ ὑπερηφανίας, ἀπεκρίνατο. Οἱ μὲν ἔπαινοι ὑψοῦσι καὶ φυσιοῦσιν. Ὑψωθείσης δὲ τῇ ψυχῆς, τότε αὕτη ἡ ὑπερηφανία λαβοῦσα ἀναφέρει ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ κατεφέρει ἕως τῶν ἀβύσσων. Ἔστι δόξα ἐκ Κυρίου προσγινομένη. «Τοὺς γὰρ δοξάξοντάς με δοξάσω», φησίν. Κεἰ ἔστιν ἐκ διαβολικῆς παρασκευῆς ἐπακολουθοῦσα. Οὐαὶ γάρ, φησίν, ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι. Ἐπιγνὼς σαφῶς τὴν προτέραν, ὁπόταν αὐτὴν ὡς βλάβην λογιζόμενος πάσῃ μηχανῇ ταύτην ἀποστρέφῃ. Καὶ ὅπου δ’ ἂν πορεύῃ τὴν σεαυτοῦ πολιτείαν ἀποκρύπτης, τὴν δὲ δευτέραν, ὁπόταν κἂν τὸ τυχὸν πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις ἐργάζῃ σχηματίζεσθαι ἠμᾶς τὴν οὐ προσοῦσαν ἡμῖν ἀρετὴν ἡ μιαρὰ ὑποτίθεται. Οὕτως γάρ, φησίν, «Λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσι τὰ καλὰ ὑμῶν ἔργα», ὑποβάλλουσα.

Πολλάκις ὁ Κύριος τοὺς κενοδόξους δι’ ἀτιμίας ἐπισυμβαινούσης εἰς ἀκενοδοξίαν κατέστησεν. Ἀρχὴ ἀκενοδοξίας φυλακὴ στόματος, καὶ ἀτιμίας ἀγάπη. Μεσότης δὲ ἀνακοπὴ πάντων τῶν νοουμένων τῆς κενοδοξίας ἐπιτηδευμάτων. Τέλος δὲ (εἴπερ ἄρα καὶ ἔστι τῇ ἀβύσσῳ τέλος) τὸ τὰ πρὸς ἀτιμίαν συντελοῦντα ἐπὶ πλήθους ἐπιτηδεύειν ἀνεπαισθήτως. Μὴ κρύπτε σὴν αἰσχύνην διὰ τὸ δοκεῖν μὴ διδόναι πρόσκομμα. Λοιπὸν δὲ καὶ πρὸς τὸ εἶδος τοῦ σφάλματος. Οὖ τῇ αὐτῇ

ἐμπλάστρῳ ἴσως χρήσασθαι χρή. Ὁπόταν ἠμεῖς τὴν δόξαν προσκαλούμεθα, καὶ ὅταν ἀκλήτως ὑφ’ ἑτέρων προπεμπομένη πρὸς ἠμᾶς παραγίνεται. Ὅταν πρὸς κενοδοξίαν ἐπιτηδεύματά τινα ποιεῖν ἐπιχειρήσωμεν, τοῦ ἑαυτῶν πένθους μνημονεύσωμεν, καὶ τῆς ἐν τῇ ἰδιαζούσῃ ἠμῶν προσευχῇ ἐμφόβου παραστάσεως ἐννοηθῶμεν συντόμως, καὶ πάντως ἐντρέψομεν τὴν ἀναιδῆ, εἴπερ ἄρα καὶ προσευχῆς ἀληθινῆς ἐπιμελούμεθα. Εἰ δὲ οὔ, τῆς ἑαυτῶν ἐξόδου συντόμως ἔννοιαν λάβωμεν. Εἰ δὲ μή, κἂν τὴν ἐπακολουθοῦσαν αἰσχύνην τῇ κενοδοξίᾳ φοβηθῶμεν. «Ὁ γὰρ ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται πάντως», καὶ ἐνταύθα καὶ πρὸ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὅταν οἱ ἐπαινέται, μᾶλλον δὲ πλανῆται, ἐπαινεῖν ἠμᾶς ἄρξωνται, τοῦ πλήθους τῶν ἀνομιῶν ἠμῶν κατὰ νοῦν συντόμως μνημονεύσωμεν, καὶ εὑρήσομεν ἑαυτοὺς ἀναξίους τῶν λεγομένων ἢ πραττομένων. Εἰσὶ πάντως καὶ κενόδοξοι ἒν τισὶν αἰτήμασιν αὐτῶν εἰσακουσθῆναι παρὰ τοῦ Θεοῦ ὀφείλοντες, ὦν ὁ Κύριος προκαταλαμβάνειν τὰς εὐχὰς καὶ τὰς δεήσεις πέφυκεν. Ἴνα μὴ δι’ εὐχῆς εἰληφότες τῇ ἑαυτῶν οἰήσει προσθήσουσιν. Οὖ πάνυ οἱ ἁπλούστεροι τῷ ἰῷ τούτῳ τούτω περιπίπτειν πεφύκασι. Κενοδοξία γὰρ ἐστιν ἁπλότητος ἀποβολή, καὶ ἐπίπλαστος διαγωγή. Σκώληξ πολλάκις αὐξηθεὶς πτεροφυήσας ἀνηνέχθη εἰς ὕψος, καὶ κενοδοξία τελεσθεῖσα ὑπερηφανίαν ἔτεκε, τὴν πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελειωτήν.

Ὁ τῆς νόσου ταύτης ἕκτος, ἔγγιστα τῆς σωτηρίας ὁ δ’ οὒ πόῤῥῳ φανήσεται τῆς ἀγίων δόξης.