Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλιππησίους

Περίληψη

Η «Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλιππησίους» του αγίου Πολυκάρπου, επισκόπου Σμύρνης και μαθητή του ευαγγελιστού Ιωάννη, ανήκει στα πολυτιμότερα κείμενα των Αποστολικών Πατέρων. Γραμμένη πιθανώς μεταξύ του 110 και του 140 μ.Χ., απευθύνεται στην εκκλησία των Φιλίππων, την ίδια κοινότητα που είχε λάβει δεκαετίες νωρίτερα την επιστολή του αποστόλου Παύλου. Αν και σύντομη, η επιστολή συμπυκνώνει με αφοπλιστική αμεσότητα θεμελιώδεις αλήθειες της πίστεως, ποιμαντικές οδηγίες για όλες τις τάξεις της εκκλησιαστικής κοινότητας και αγωνιώδη προειδοποίηση εναντίον των αιρετικών διδασκαλιών. Το κείμενο αποπνέει την αυθεντία του μάρτυρος που γράφει λίγο πριν από το δικό του μαρτύριο, συνδέοντας την αποστολική παράδοση με τη συνεχιζόμενη ζωή της Εκκλησίας.

Η πίστη των Φιλιππησίων και η χάρη της σωτηρίας

Ξεκινώντας, ο Πολύκαρπος ποιεί έπαινο της εκκλησίας των Φιλίππων, διότι δέχθηκαν με αγάπη τους ομολογητές που ήσαν «ἐνειλημένους τοῖς ἁγιοπρεπέσιν δεσμοῖς», τους οποίους χαρακτηρίζει «διαδήματα τῶν ἀληθῶς ὑπὸ Θεοῦ ἐκλελεγμένων». Η στάση αυτή μαρτυρεί τη βεβαιότητα της πίστεώς τους, ρίζα η οποία «ἐξ ἀρχαίων καταγγελλομένη χρόνων μέχρι νῦν διαμένει καὶ καρποφορεῖ». Ο συγγραφεύς υπενθυμίζει ότι ο Χριστός «ὑπέμεινεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἕως θανάτου καταντῆσαι» και ότι ο Θεός τον ανέστησε «λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ ᾅδου». Κορυφώνει τη σκέψη του με έναν από τους πληρέστερους δογματικούς ορισμούς της πρώιμης εκκλησιαστικής γραμματείας:

εἰδότες, ὅτι χάριτί ἐστε σεσωσμένοι, οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλὰ θελήματι θεοῦ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ

Η σωτηρία, λοιπόν, είναι δώρον της θείας χάριτος και όχι αμοιβή έργων, πραγματικότητα που οι πιστοί ήδη γεύονται «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ». Με τον τρόπο αυτό ο Πολύκαρπος τοποθετεί εξ αρχής ολόκληρη τη χριστιανική ζωή εντός του ορίζοντος της χάριτος, αποφεύγοντας κάθε ίχνος ηθικισμού ή νομικισμού.

Κλήση σε χριστοκεντρική διαγωγή και η εντολή της αγάπης

Στη συνέχεια (κεφ. Β´-Γ´) ο άγιος αναπτύσσει τις ηθικές συνέπειες της πίστεως. Καλεί τους πιστούς να «ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας» δουλεύσουν τω Θεώ εν φόβω και αληθεία, αφήνοντας την κενή ματαιολογία και την πλάνη των πολλών. Ως κέντρο της ηθικής διδασκαλίας προβάλλει τα λόγια του Κυρίου, τα οποία παραθέτει σχεδόν αυτολεξεί:

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε: ἀφίετε, καὶ ἀφεθήσεται ὑμῖν: ἐλεᾶτε, ἵνα ἐλεηθῆτε: ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν

Η συγχώρηση, η ελεημοσύνη και η αποφυγή της κατάκρισης καθίστανται καρπός της πίστεως, και όχι εξωτερική συμμόρφωση. Όμως ο Πολύκαρπος γνωρίζει ότι δεν είναι σοφός δι’ εαυτού· με ταπείνωση δηλώνει ότι ούτε ο ίδιος ούτε άλλος μπορεί να συναγωνισθεί τη σοφία του μακαρίου Παύλου, ο οποίος δίδαξε προφορικά και έγραψε επιστολές προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτές τις επιστολές, λέγει, εάν «ἐγκύπτητε», θα οικοδομηθείτε στην πίστη. Στο σημείο αυτό εισάγει μια από τις γνωστότερες ρήσεις του, που συμπυκνώνει την τριάδα των θεολογικών αρετών με έμφαση στην αγάπη:

ὁ γὰρ ἔχων ἀγάπην μακράν ἐστιν πάσης ἁμαρτίας

Η αγάπη, λοιπόν, είναι το αντίδοτο σε όλα τα πάθη, και όποιος την έχει, εκπληρώνει την εντολή της δικαιοσύνης. Αυτή η προτροπή δεν είναι αφηρημένη· ο συγγραφεύς θα την εξειδικεύσει αμέσως παρακάτω, απευθυνόμενος σε όλα τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας.

Ο κίνδυνος της φιλαργυρίας και υποδείξεις προς τις διάφορες τάξεις

Στα κεφάλαια Δ´ έως Ϛ´ ο Πολύκαρπος ξεδιπλώνει μία από τις πρώτες συστηματικές «οικογενειακές» κατηχήσεις της αρχαίας Εκκλησίας. Ξεκινά με τον αφορισμό «ἀρχὴ δὲ πάντων χαλεπῶν φιλαργυρία», που αντηχεί τα παύλεια λόγια, και υπενθυμίζει ότι «οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, ἀλλ’ οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι ἔχομεν». Γι’ αυτό καλεί να οπλιστούν με τα όπλα της δικαιοσύνης. Ακολουθεί σειρά νουθεσιών: στους συζύγους να διδάσκουν πρώτα τον εαυτό τους, έπειτα οι γυναίκες να αγαπούν με εγκράτεια, τα τέκνα να παιδαγωγούνται στον φόβο του Θεού· οι χήρες να σωφρονούν, να προσεύχονται αδιάλειπτα, αποφεύγοντας κάθε διαβολή, γνωρίζοντας ότι είναι «θυσιαστήριον θεοῦ». Και προσθέτει μια βαθιά θεολογική αλήθεια: τίποτε δεν διαφεύγει από τον παντεπόπτη Θεό – «λέληθεν αὐτὸν οὐδὲν οὔτε λογισμῶν οὔτε ἐννοιῶν οὔτε τι τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας».

Έπειτα ο λόγος στρέφεται στους διακόνους: να είναι «ἄμεμπτοι… ὡς θεοῦ καὶ Χριστοῦ διάκονοι», χωρίς διλογία, αφιλάργυροι, εγκρατείς, εύσπλαχνοι, ακολουθούντες το υπόδειγμα του Κυρίου που έγινε «διάκονος πάντων». Στους νεότερους συνιστά αγνότητα και χαλιναγώγηση των επιθυμιών, υπενθυμίζοντας με παύλεια γλώσσα ότι «οὔτε πόρνοι οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται βασιλείαν θεοῦ κληρονομήσουσιν». Οι πρεσβύτεροι καλούνται να είναι συμπονετικοί, να επαναφέρουν τους πλανώμενους, να φροντίζουν χήρες, ορφανά και πένητες, απέχοντας από οργή, προσωποληψία και βιασύνη στην κρίση, γιατί κι εμείς οι ίδιοι οφειλέτες αμαρτίας είμαστε και χρειαζόμαστε το έλεος του Θεού. Έτσι ο Πολύκαρπος ιχνηλατεί το πρότυπο μιας εκκλησίας που δεν είναι απρόσωπος θεσμός, αλλά ζωντανή κοινότητα αδελφών.

Αιρετικοί και η ομολογία του Σταυρού

Από το κεφάλαιο Ζ´, ο τόνος γίνεται περισσότερο αγωνιστικός. Ο επίσκοπος μάχεται ευθέως την αίρεση, ιδίως τον γνωστικισμό και τον δοκητισμό που αρνούνται την πραγματική σάρκωση του Λόγου. Παραθέτει έναν «κανόνα πίστεως» που θα μείνει στην εκκλησιαστική συνείδηση:

Πᾶς γὰρ ὃς ἂν μὴ ὁμολογῇ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθέναι, ἀντιχριστός ἐστιν: καὶ ὃς ἂν μὴ ὁμολογῇ τὸ μαρτύριον τοῦ σταυροῦ, ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν

Κάθε παραχάραξη των λογίων του Κυρίου ή άρνηση της ανάστασης και της κρίσης προδίδει την σατανική πλάνη. Γι’ αυτό και η προτροπή του είναι ριζική: «ἀπολιπόντες τὴν ματαιότητα τῶν πολλῶν καὶ τὰς ψευδοδιδασκαλίας ἐπὶ τὸν ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν παραδοθέντα λόγον ἐπιστρέψωμεν». Η παρακαταθήκη της πίστεως είναι ο ασφαλής φάρος, και σε καιρούς σύγχυσης οι πιστοί οφείλουν να νηφάλια εμμένουν στην παράδοση, προσευχόμενοι αδιάκοπα και νηστεύοντες, ώστε να μην εισέλθουν σε πειρασμό.

Αμέσως μετά (κεφ. Η´) ο συγγραφεύς στρέφει το βλέμμα του στο πρόσωπο του Χριστού ως τον ακρογωνιαίο λίθο της ελπίδας. Με έντονα παύλειο και πετρικό λεξιλόγιο ομολογεί:

ὃς ἀνήνεγκεν ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας τῷ ἰδίῳ σώματι ἐπὶ τὸ ξύλον, ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ

Ο αναμάρτητος Κύριος σήκωσε τις αμαρτίες μας πάνω στο ξύλο του Σταυρού, προσφέροντας τον εαυτό Του ως υπόγραμμα υπομονής. Έτσι, οι πιστοί που τυχόν πάσχουν για το όνομά Του καλούνται να δοξάζουν τον Θεό, έχοντας έμπρακτο πρότυπο την ίδια την πορεία του Κυρίου προς το Πάθος.

Μαρτυρικά υποδείγματα, ποιμαντική μέριμνα και τελικές παραινέσεις

Στο ένατο κεφάλαιο, ο Πολύκαρπος επικαλείται συγκεκριμένα παραδείγματα ανδρών που δεν αγάπησαν τον παρόντα αιώνα, αλλά έμειναν πιστοί μέχρι θανάτου: πρώτα τους μακαρίους Ιγνάτιο, Ζώσιμο και Ρούφο, που γνώρισαν οι Φιλιππήσιοι, και κατόπιν τον απόστολο Παύλο και τους λοιπούς αποστόλους. Αυτοί, βεβαιώνει, «οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον», αλλά βρίσκονται ήδη «εἰς τὸν ὀφειλόμενον αὐτοῖς τόπον… παρὰ τῷ κυρίῳ». Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως προεικόνιση του δικού του μαρτυρίου.

Τα κεφάλαια Ι´-ΙΒ´, που στο λατινικό χειρόγραφο διασώζονται σε αρκετά εκτενή μορφή, επαναλαμβάνουν ηθικές νουθεσίες: σταθερότητα στην πίστη, αγάπη ανυπόκριτη, ελεημοσύνη (διότι «ἐλεημοσύνη ἐκ θανάτου ῥύεται»), υποταγή προς αλλήλους, αποφυγή σκανδάλων, προσευχή υπέρ βασιλέων, εξουσιών και εχθρών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην περίπτωση του πρεσβυτέρου Ουάλεντος, ο οποίος παρασύρθηκε από την φιλαργυρία· ο συγγραφεύς εκφράζει βαθιά λύπη, αλλά συνιστά στους πιστούς να μην τον θεωρούν εχθρό, παρά ως πάσχον μέλος που χρειάζεται επαναπροσαγωγή, «ἵνα τὸ σῶμα ὑγιαίνῃ». Η στάση αυτή αποκαλύπτει έναν διάκονο που αγαπά και διορθώνει με σύνεση, όχι με σκληρότητα.

Το ελληνικό τμήμα του ΙΓ´ κεφαλαίου αναφέρει πως ο Πολύκαρπος, ανταποκρινόμενος σε αίτημά τους, θα φροντίσει να προωθήσει επιστολές προς τη Συρία μόλις βρει κατάλληλη ευκαιρία, και ότι τους στέλνει ήδη τις επιστολές του αγίου Ιγνατίου, οι οποίες «περιέχουσι γὰρ πίστιν καὶ ὑπομονὴν καὶ πᾶσαν οἰκοδομὴν τὴν εἰς τὸν κύριον ἡμῶν ἀνήκουσαν». Η επιστολή κλείνει με λατινικούς χαιρετισμούς και τη σύσταση του διακόνου Κρήσκεντος και της αδελφής του.

Σημασία της επιστολής

Η «Πρὸς Φιλιππησίους» αποτελεί μία από τις ελάχιστες σωζόμενες μαρτυρίες της μεταποστολικής Εκκλησίας που βρίσκεται σε άμεση συνέχεια με τους αυτόπτες μάρτυρες. Δεν προσφέρει απλώς ηθικές παραινέσεις, αλλά συμπυκνώνει τη ζωντανή αποστολική παράδοση σε μια εποχή κατά την οποία η Εκκλησία δίνει μάχη για να διαφυλάξει την ορθή πίστη απέναντι στη γνωστική και δοκητική πρόκληση. Η έμφαση στη σωτηρία κατά χάριν, στην αγάπη ως πλήρωμα της δικαιοσύνης, στην ομολογία της ενσάρκου παρουσίας του Χριστού και στη μίμηση του σταυρικού Του πάθους καθιστά την επιστολή αυτή διαχρονικό ποιμαντικό οδοιπορικό. Ο αναγνώστης της σήμερα μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν την ίδια πίστη που ομολογεί η Εκκλησία, την ίδια ελπίδα της αναστάσεως και την ίδια προτροπή αγάπης που οικοδομεί την ενότητα του σώματος του Χριστού.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Πολύκαρπος Σμύρνης, «Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλιππησίους» — τὸ πρωτότυπον ἀρχαῖον κείμενον, κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Kirsopp Lake, The Apostolic Fathers (Loeb), 1912. Ψηφιακὴ ἔκδοσις τοῦ κειμένου: «First1KGreek» (Open Greek and Latin / Perseus Digital Library), ὑπὸ ἄδειαν Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 (CC BY-SA).

Προοίμιον

Πολύκαρπος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρεσβύτεροι τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ θεοῦ τῇ παροικούσῃ Φιλίππους: ἔλεος ὑμῖν καὶ εἰρήνη παρὰ θεοῦ παντοκράτορος καὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν πληθυνθείη.

Κεφάλαιον Α΄

Συνεχάρην ὑμῖν μεγάλως ἐν τῷ κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, δεξαμένοις τὰ μιμήματα τῆς ἀληθοῦς ἀγάπης καὶ προπέμψασιν, ὡς ἐπέβαλεν ὑμῖν, τοὺς ἐνειλημένους τοῖς ἁγιοπρεπέσιν δεσμοῖς, ἅτινά ἐστιν διαδήματα τῶν ἀληθῶς ὑπὸ θεοῦ καὶ τοῦ κυρίου ἡμῶν ἐκλελεγμένων:

καὶ ὅτι ἡ βεβαία τῆς πίστεως ὑμῶν ῥίζα, ἐξ ἀρχαίων καταγγελλομένη χρόνων, μέχρι νῦν διαμένει καὶ καρποφορεῖ εἰς τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὃς ὑπέμεινεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἕως θανάτου καταντῆσαι, ὃν ἤγειρεν ὁ θεός, λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ ᾅδου:

εἰς ὃν οὐκ ἰδόντες πιστεύετε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ, εἰς ἣν πολλοὶ ἐπιθυμοῦσιν εἰσελθεῖν, εἰδότες, ὅτι χάριτί ἐστε σεσωσμένοι, οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλὰ θελήματι θεοῦ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κεφάλαιον Β΄

Διὸ ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας ὑμῶν δουλεύσατε τῷ θεῷ ἐν φόβῳ καὶ ἀληθείᾳ, ἀπολιπόντες τὴν κενὴν ματαιολογίαν καὶ τὴν τῶν πολλῶν πλάνην, πιστεύσαντες εἰς τὸν ἐγείραντα τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν καὶ δόντα αὐτῷ δόξαν καὶ θρόνον ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ: ᾧ ὑπετάγη τὰ πάντα ἐπουράνια καὶ ἐπίγεια, ᾧ πᾶσα πνοὴ λατρεύει, ὃς ἔρχεται κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, οὖ τὸ αἷμα ἐκζητήσει ὁ θεὸς ἀπὸ τῶν ἀπειθούντων αὐτῷ.

ὁ δὲ ἐγείρας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν καὶ ἡμᾶς ἐγερεῖ, ἐὰν ποιῶμεν αὐτοῦ τὸ θέλημα καὶ πορευώμεθα ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἃ ἠγάπησεν, ἀπεχόμενοι πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, φιλαργυρίας, καταλαλιᾶς,ψευδομαρτυρίας: μὴ ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ λοιδορίαν ἀντὶ λοιδορίας ἢ γρόνθον ἀντὶ γρόνθον ἢ κατάραν ἀντὶ κατάρας:

μνημονεύοντες δὲ ὧν εἶπεν ὁ κύριος διδάσκων: Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε: ἀφίετε, καὶ ἀφεθήσεται ὑμῖν: ἐλεᾶτε, ἵνα ἐλεηθῆτε: ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν: καὶ ὅτι μακάριοι οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ διωκόμενοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὑτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ.

Κεφάλαιον Γ΄

Ταῦτα, ἀδελφοί, οὐκ ἐμαυτῷ ἐπιτρέψας γράφω ὑμῖν περὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ̓ ἐπεὶ ὑμεῖς προεπεκαλέσασθέ με.

οὔτε γὰρ ἐγὼ οὔτε ἄλλος ὅμοιος ἐμοὶ δύναται κατακολουθῆσαι τῇ σοφίᾳ τοῦ μακαρίου καὶ ἐνδόξου Παύλου, ὃς γενόμενος ἐν ὑμῖν κατὰ πρόσωπον τῶν τότε ἀνθρώπων ἐδίδαξεν ἀκριβῶς καὶ βεβαίως τὸν περὶ ἀληθείας λόγον, ὃς καὶ ἀπὼν ὑμῖν ἔγραψεν ἐπιστολάς, εἰς ἃς ἐὰν ἐγκύπτητε, δυνηθήσεσθε οἰκοδομεῖσθαι εἰς τὴν δοθεῖσαν ὑμῖν πίστιν:

ἥτις ἐστὶν μήτηρ πάντων ἡμῶν, ἐπακολουθούσης τῆς ἐλπίδος, προαγούσης τῆς ἀγάπης τῆς εἰς θεὸν καὶ Χριστὸν καὶ εἰς τὸν πλησίον. ἐὰν γάρ τις τούτων ἐντὸς ᾖ, πεπλήρωκεν ἐντολὴν δικαιοσύνης: ὁ γὰρ ἔχων ἀγάπην μακράν ἐστιν πάσης ἁμαρτίας.

Κεφάλαιον Δ΄

Ἀρχὴ δὲ πάντων χαλεπῶν φιλαργυρία. εἰδότες οὖν ὅτι οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, ἀλλ̓ οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι ἔχομεν, ὁπλισώμεθα τοῖς ὅπλοις τῆς δικαιοσύνης καὶ διδάξωμεν ἑαυτοὺς πρῶτον πορεύεσθαι ἐν τῇ ἐντολῇ τοῦ κυριοῦ:

ἔπειτα καὶ τὰς γυναῖκας ἡμῶν ἐν τῇ δοθείσῃ αὐταῖς πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγνείᾳ στεργούσας τοὺς ἑαυτῶν ἄνδρας ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ ἀγαπώσας πάντας ἐξ ἴσου ἐν πάσῃ ἐγκρατείᾳ, καὶ τὰ τέκνα παιδεύειν τὴν παιδείαν τοῦ φόβου τοῦ θεοῦ:

τὰς χήρας σωφρονούσας περὶ τὴν τοῦ κυρίου πίστιν, ἐντυγχανούσας ἀδιαλείπτως περὶ πάντων, μακρὰν οὔσας πάσης διαβολῆς, καταλαλιᾶς, ψευδομαρτυρίας, φιλαργυρίας καὶ παντὸς κακοῦ, γινωσκούσας ὅτι εἰσὶ θυσιαστήριον θεοῦ καὶ ὅτι πάντα μωμοσκοπεῖται, καὶ λέληθεν αὐτὸν οὐδὲν οὔτε λογισμῶν οὔτε ἐννοιῶν οὔτε τι τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας.

Κεφάλαιον Ε΄

Εἰδότες, οὖν, ὅτι θεὸς οὐ μυκτηρίζεται, ὀφείλομεν ἀξίως τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ καὶ δόξης περιπατεῖν.

ὁμοίως διάκονοι ἄμεμπτοι κατενώπιον αὐτοῦ τῆς δικαιοσύνης ὡς θεοῦ καὶ Χριστοῦ διάκονοι καὶ οὐκ ἀνθρώπων: μὴ διάβολοι, μὴ δίλογοι, ἀφιλάργυροι, ἐγκρατεῖς περὶ πάντα, εὔσπλαγχνοι, ἐπιμελεῖς, πορευόμενοι κατὰ τὴν ἀλήθειαν τοῦ κυρίου, ὃς ἐγένετο διάκονος πάντων: ᾧ ἐὰν εὐαρεστήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, ἀποληψόμεθα καὶ τὸν μέλλοντα, καθὼς ὑπέσχετο ἡμῖν ἐγεῖραι ἡμᾶς ἐκ νεκρῶν, καὶ ὅτι ἐὰν πολιτευσώμεθα ἀξίως αὐτοῦ, καὶ συμβασιλεύσομεν αὐτῷ, εἴγε πιστεύομεν.

ὁμοίως καὶ νεώτεροι ἄμεμπτοι ἐν πᾶσιν, πρὸ παντὸς προνοοῦντες ἁγνείας καὶ χαλιναγωγοῦντες ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς κακοῦ. καλὸν γὰρ τὸ ἀνακόπτεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπιθυμιῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ὅτι πᾶσα ἐπιθυμία κατὰ τοῦ πνεύματος στρατεύεται, καὶ οὔτε πόρνοι οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται βασιλείαν θεοῦ κληρονομήσουσιν, οὔτε οἱ ποιοῦντες τὰ ἄτοπα. διὸ δέον ἀπέχεσθαι ἀπὸ πάντων τούτων, ὑποτασσομένους τοῖς πρεσβυτέροις καὶ διακόνοις ὡς θεῷ καὶ Χριστῷ: τὰς παρθένους ἐν ἀμώμῳ καὶ ἁγνῇ συνειδήσει περιπατεῖν.

Κεφάλαιον Ϛ΄

Καὶ οἱ πρεσβύτεροι δὲ εὔσπλαγχνοι, εἰς πάντας ἐλεήμονες, ἐπιστρέφοντες τὰ ἀποπεπλανημένα, ἐπισκεπτόμενοι πάντας ἀσθενεῖς, μὴ ἀμελοῦντες χήρας ἢ ὀρφανοῦ ἢ πένητος ἀλλὰ προνοοῦντες ἀεὶ τοῦ καλοῦ ἐνώπιον θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἀπεχόμενοι πάσης ὀργῆς, προσωποληψίας, κρίσεως ἀδίκου, μακρὰν ὄντες πάσης φιλαργυρίας, μὴ ταχέως πιστεύοντες κατά τινος, μὴ ἀπότομοι ἐν κρίσει, εἰδότες ὅτι πάντες ὀφειλέται ἐσμὲν ἁμαρτίας.

εἰ οὖν δεόμεθα τοῦ κυρίου, ἵνα ἡμῖν ἀφῇ, ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς ἀφιέναι: ἀπέναντι γὰρ τῶν τοῦ κυρίου καὶ θεοῦ ἐσμὲν ὀφθαλμῶν, καὶ πάντας δεῖ παραστῆναι τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ καὶ ἕκαστον ὑπὲρ αὐτοῦ λόγον δοῦναι.

οὕτως οὖν δουλεύσωμεν αὐτῷ μετὰ φόβου καὶ πάσης εὐλαβείας, καθὼς αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ οἱ εὐαγγελισάμενοι ἡμᾶς ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆται, οἱ προκηρύξαντες τὴν ἔλευσιν τοῦ κυρίου ἡμῶν: ζηλωταὶ περὶ τὸ καλόν, ἀπεχόμενοι τῶν σκανδάλων καὶ τῶν ψευδαδέλφων καὶ τῶν ἐν ὑποκρίσει φερόντων τὸ ὄνομα τοῦ κυρίον, οἵτινες ἀποπλανῶσι κενοὺς ἀνθρώπους.

Κεφάλαιον Ζ΄

Πᾶς γὰρ ὃς ἂν μὴ ὁμολογῇ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθέναι, ἀντιχριστός ἐστιν: καὶ ὃς ἂν μὴ ὁμολογῇ τὸ μαρτύριον τοῦ σταυροῦ, ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν: καὶ ὃς ἂν μεθοδεύῃ τὰ λόγια τοῦ κυρίου πρὸς τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας καὶ λέγῃ μήτε ἀνάστασιν μήτε κρίσιν, οὗτος πρωτότοκος ἐστι τοῦ σατανᾶ.

διὸ ἀπολιπόντες τὴν ματαιότητα τῶν πολλῶν καὶ τὰς ψευδοδιδασκαλίας ἐπὶ τὸν ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν παραδοθέντα λόγον ἐπιστρέψωμεν, νήφοντες πρὸς τὰς εὐχὰς καὶ προσκαρτεροῦντες νηστείαις, δεήσεσιν αἰτούμενοι τὸν παντεπόπτην θεὸν μὴ εἰσενεγκεῖν ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος: Τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.

Κεφάλαιον Η΄

Ἀδιαλείπτως οὖν προσκαρτερῶμεν τῇ ἐλπίδι ἡμῶν καὶ τῷ ἀρραβῶνι τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν, ὅς ἐστι Χριστὸς Ἰησοῦς, ὃς ἀνήνεγκεν ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας τῷ ἰδίῳ σώματι ἐπὶ τὸ ξύλον, ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ: ἀλλὰ δἰ ἡμᾶς, ἵνα ζήσωμεν ἐν αὐτῷ, πάντα ὑπέμεινεν.

μιμηταὶ οὖν γενώμεθα τῆς ὑπομονῆς αὐτοῦ, καὶ ἐὰν πάσχωμεν διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, δοξάζωμεν αὐτόν. τοῦτον γὰρ ἡμῖν τὸν ὑπογραμμὸν ἔθηκε δἰ ἑαυτοῦ, καὶ ἡμεῖς τοῦτο ἐπιστεύσαμεν.

Κεφάλαιον Θ΄

Παρακαλῶ οὖν πάντας ὑμᾶς, πειθαρχεῖν τῷ λόγῳ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀσκεῖν πᾶσαν ὑπομονήν, ἣν καὶ εἴδατε κατ̓ ὀφθαλμοὺς οὐ μόνον ἐν τοῖς μακαρίοις Ἰγνατίῳ καὶ Ζωσίμῳ καὶ Ῥούφῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις τοῖς ἐξ ὑμῶν καὶ ἐν αὐτῷ Παύλῳ καὶ τοῖς λοιποῖς ἀποστόλοις:

πεπεισμένους ὅτι οὗτοι πάντες οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον, ἀλλ̓ ἐν πίστει καὶ δικαιοσύνῃ, καὶ ὅτι εἰς τὸν ὀφειλόμενον αὐτοῖς τόπον εἰσὶ παρὰ τῷ κυρίῳ, ᾧ καὶ συνέπαθον. οὐ γὰρ τὸν νῦν ἠγάπησαν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἀποθανόντα καὶ δἰ ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ θεοῦ ἀναστάντα.

Κεφάλαιον Ι΄

ιν ηις εργο στατε ετ δομινι εχεμπλαρ σε#3υιμινι, φιρμι ιν φιδε ετ ιμμυταβιλες, φρατερνιτατις αματορες, διλιγεντες ινϝιξεμ, ιν ϝεριτατε σοξιατι, μανσυετυδινε δομινι αλτερντρι πραεστολαντες, νυλλυμ δεσπιξιεντες.

ξυμ ποσσιτις βενεφαξερε, νολιτε διλφερρε, #3υια ελεëμοσψνα δε μορτε λιβερατ. ομνες ϝολρις ινϝιξεμ συβιεξτι εστοτξ, ξονϝερσατιονεμ ϝεστραμ ιρρεπρενσιβιλεμ ηαβεντες ιν γεντιβυς, υτ εχ βονις οπεριβυς ϝεστρις ετ ϝος λαυδεμ αξξιπιατις ετ δομινυς ιν ϝοβις νον βλασπηεμετυρ.

Ωαε αυτεμ, περ #3υεμ νομεν δομινι βλασπηεματυρ. σοβριξτατεμ εργο δοξετξ ομνες, ιν #3υα ετ ϝος ξονϝερσαμινι.

Κεφάλαιον ΙΑ΄

νιμις ξοντριστατυς συμ προ Ωαλεντε, #3υι πρεσβψτερ φαξτυς εστ αλι#3υανδο απυδ ϝος, #3υοδ σιξ ιγνορετ ις λοξυμ #3υι δατυς εστ ει. μονεο ιτα#3υε υτ αβστινεατις ϝος αβ αϝαριτια ετ σιτις ξαστι ϝεραξες. αβστινετε ϝος αβ ομνι μαλο.

θυι αυτεμ νον ποτεστ σε ιν ηις γυβερναρε, #3υομοδο αλιι προνυντιατ ηοε? σι #3υις νον σε αβστινυεριτ αβ αϝαριτια, αβ ιδολολατρια ξοιν#3υιναβιτυρ ετ ταμ#3υαμ ιντερ γεντες ιυδιξαβιτυρ, #3υι ιγνοραντ ιυδιξιυμ δομινι. αυτ νεσξιμυς, #3υια σανξτι μυνδυμ ιυδιξαβυντ? σιξυτ παυλυς δοξετ.

εγο αυτεμ νιηιλ ταλε σενσι ιν ϝοβις ϝελ αυδιϝι, ιν #3υιβυς λαβοραϝιτ βεατυς παυλυς, #3υι εστις ιν πρινξιπιο επιστυλαε ειυς. δε ϝοβις ετενιμ γλοριατυρ ιν ομνιβυς εξξλεσιις, #3υαε δομινυμ σολαξ τυνξ ξογνοϝεραντ; νος αυτεμ νονδυμ ξογνοϝεραμυς.

Ωαλδε εργο, φρατρες, ξοντριστορ προ ιλλο ετ προ ξονιυγε ειυς, #3υιβυς δετ δομινυς παενιτεντιαμ ϝεραμ. σοβριι εργο εστοτε ετ ϝος ιν ηοξ: ετ νον σιξυτ ινιμιξος ταλες εχιστιμετις, σεδ σιξυτ πασσιβιλια μεμβρα ετ ερραντια εος ρεϝοξατε, υτ ομνιυμ ϝεστρυν. ξορπυς σαλϝετις. ηοξ ενιμ αγεντες ϝος ιπσος αεδιφιξατις.

Κεφάλαιον ΙΒ΄

ξονφιδο ενιμ ϝος βενε εχερξιτατος εσσε ιν σαξρις λιτερις ετ νιηιλ ϝος λατετ; μιηι αυτεμ νον εστ ξονξεσσυμ. μοδο, υτ ηις σξριπτυρις διξτυμ εστ, ιρασξιμινι ετ νολιτε πεξξαρε, ετ σολ νον οξξιδατ συπερ ιραξυνδιαμ ϝεστραμ. βεατυς, #3υι μεμινεριτ; #3υοδ εγο ξρεδο εσσε ιν ϝοβις.

δευς αυτεμ ετ πατερ δομινι νοστρι ιεσυ ξηριστι, ετ ιπσε σεμπιτερνυς ποντιφεχ, δει φιλιυς λεσυς ξηριστυς, αεδιφιξετ ϝος ιν φιδε ετ ϝεριτατε ετ ιν ομνι μανσυετυδινε ετ σινε ιραξυνδια ετ ιν πατιεντια ετ ιν λονγανιμιτατε ετ τολεραντια ετ ξαστιτατε; ετ δετ ϝοβις σορτεμ ετ παρτεμ ιντερ σανξτος συος ετ νοβις ϝοβισξυμ ετ ομνιβυς, #3υι συντ συβ ξαελο, #3υι ξρεδιτυρι συντ ιν δορνινυμ νοστρυμ ετ δευμ ιεσυμ ξηριστυμ ετ ιν ιπσιυς πατρεμ, #3υι ρεσυσξιταϝιτ ευμ α μορτυις.

προ ομνιβυς σανξτις ορατε. ορατε ετιαμ προ ρεγιβυς ετ ποτεστατιβυς ετ πρινξιπιβυς ατ#3υε προ περσε#3υεντιβυς ετ οδιεντιβυς ϝος ετ προ ινιμιξις ξρυξις, υτ φρυξτυς ϝεστερ μανιφεστυς σιτ ιν ομνιβυς, υτ σιτις ιν ιλλο περφεξτι.

Κεφάλαιον ΙΓ΄

Ἐγράψατέ μοι καὶ ὑμεῖς καὶ Ἰγνάτιος, ἵν᾽, ἐάν τις ἀπέρχηται εἰς Συρίαν, καὶ τὰ παῤ ὑμῶν ἀποκομίσῃ γράμματα: ὅπερ ποιήσω,ἐὰν λάβω καιρὸν εὔθετον, εἴτε ἐγώ, εἴτε ὄν πέμπω πρεσβεύσοντα καὶ περὶ ὑμῶν.

τὰς ἐπιστολὰς Ἰγνατίου τὰς πεμφθείσας ἡμῖν ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλας, ὅσας εἴχομεν παῤ ἡμῖν, ἐπέμψαμεν ὑμῖν, καθὼς ἐνετείλασθε: αἵτινες ὑποτεταγμέναι εἰσὶν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ, ἐξ ὧν μεγάλα ὠφεληθῆναι δυνήσεσθε. περιέχουσι γὰρ πίστιν καὶ ὑπομονὴν καὶ πᾶσαν οἰκοδομὴν τὴν εἰς τὸν κύριον ἡμῶν ἀνήκουσαν. ετ δε ιπσο λγνατιο ετ δε ηις, #3υι ξυμ εο συντ, #3υοδ ξερτιυς αγνοϝεριτις, σιγνιφιξατε.

Κεφάλαιον ΙΔ΄

ηαξξ ϝοβις σξριπσι περ ξρεσξεντεμ, θυεμ ιν πραεσεντι ξορνμευδαϝι ϝοβις ετ νυνε ξομμενδο. ξονϝερσατυς εστ ενιμ νοβισξυμ ινξυλπαβιλιτερ; ξρεδο θυια ετ ϝοβισξυμ σιμιλιτερ. σορορεμ αυτεμ ειυς βαβεβιτις ξομμενδαταμ, ξυμ ϝενεριτ αδ ϝος. ινξολυμες εστοτε ιν δομινο ιεσυ ξηριστο ιν γρατια ξυμ ομνιβυς ϝεστρις. αμεν.