Κεφάλαιον Η΄

Περίληψη

Στο όγδοο κεφάλαιο του έργου του «Πρὸς τοὺς νέους», ο Μέγας Βασίλειος στρέφει τον λόγο στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι μπορούν να ωφεληθούν από την ελληνική γραμματεία, εστιάζοντας στη στάση που οφείλουν να τηρούν απέναντι στο σώμα, τον πλούτο, τις ηδονές και τη δημόσια γνώμη. Με νηφαλιότητα και διεισδυτικότητα, αναδεικνύει τη ματαιότητα της προσκόλλησης στα γήινα αγαθά και την ανάγκη προσανατολισμού προς τον ορθό λόγο και την αιωνιότητα. Αντλώντας παραδείγματα από την κλασική σοφία, αλλά και υποδεικνύοντας την υπεροχή της χριστιανικής αλήθειας, ο ιερός πατήρ συνθέτει έναν λόγο διαχρονικής παιδαγωγικής αξίας.

Η ματαιότητα της σωματικής μέριμνας

Ο Μέγας Βασίλειος ξεκινά με μια αιχμηρή διαπίστωση: η υπερβολική φροντίδα του σώματος όχι μόνο δεν ωφελεί το ίδιο το σώμα, αλλά και εμποδίζει την ψυχή. Όποιος υποτάσσεται σε αυτήν και την υπηρετεί δουλικά βρίσκεται σε κατάσταση σαφούς μανίας. Μια τέτοια προσκόλληση καθιστά τον άνθρωπο ανίκανο να θαυμάσει οτιδήποτε πραγματικά σπουδαίο από τα ανθρώπινα, καθώς η σκέψη του παραμένει δέσμια στα κατώτερα ένστικτα. Η άσκηση στην υπέρβαση της σωματικής μέριμνας ανοίγει τον δρόμο για την απαξίωση και κάθε άλλου είδους γήινης επίδειξης, όπως ο πλούτος.

Ὅτε τοίνυν ἡ ἄγαν αὕτη τοῦ σώματος ἐπιμέλεια αὐτῷ τε ἀλυσιτελὴς τῷ σώματι, καὶ πρὸς τὴν ψυχὴν ἐμπόδιόν ἐστι· τό γε ὑποπεπτωκέναι τούτῳ καὶ θεραπεύειν μανία σαφής

Με την κατηγορηματική αυτή φράση, ο άγιος αποκαλύπτει την παράλογη φύση της επίγειας μέριμνας, η οποία, αντί να ελευθερώνει, υποδουλώνει τον νου σε μάταιες επιδιώξεις. Η σωματική άνεση, όταν γίνεται αυτοσκοπός, μετατρέπεται σε τροχοπέδη της πνευματική ανάπτυξης.

Η απληστία των επιθυμιών και η σοφία της αυτάρκειας

Εφόσον λοιπόν απαξιωθούν οι σωματικές ηδονές, τίθεται εύλογα το ερώτημα: σε τι χρησιμεύει ο πλούτος; Ο ιερός συγγραφέας σημειώνει με ειρωνεία ότι μόνο ως άγρυπνη φύλαξη κρυμμένων θησαυρών θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ηδονή, όπως οι δράκοντες των μύθων. Εκείνος που έχει απελευθερωθεί από την τυραννία των υλικών αγαθών δεν θα επέλεγε ποτέ κάτι ευτελές ή αισχρό, ούτε σε έργο ούτε σε λόγο. Το περιττό, ακόμη κι αν είναι χρυσάφι ή περίτεχνο έργο τέχνης, το απαξιώνει κανείς τόσο περισσότερο όσο λιγότερο το έχει ανάγκη. Η ίδια η έννοια της ανάγκης ορίζεται από τις φυσικές επιταγές και όχι από τις ηδονές. Όσοι ξεπερνούν αυτά τα όρια μοιάζουν με ανθρώπους που κατρακυλούν σε κατωφέρεια: ποτέ δεν σταματούν την ορμή τους και όσο περισσότερα αποκτούν, τόσο περισσότερων αισθάνονται την έλλειψη για να ικανοποιήσουν την ακόρεστη επιθυμία τους. Στο σημείο αυτό, ο Μέγας Βασίλειος επικαλείται τους ποιητές για να ενισχύσει το επιχείρημά του.

Οὐκ ἔραμαι πλουτεῖν, οὔτ’ εὔχομαι, ἀλλά μοι εἴη Ζῇν ἀπὸ τῶν ὀλίγων, μηδὲν ἔχοντι κακόν

Η ρήση του Θεόγνιδος λειτουργεί ως αντιπρόταση ζωής: η επιθυμία δεν πρέπει να κατευθύνεται προς τη συσσώρευση αγαθών, αλλά προς μια λιτή και ανέφελη ύπαρξη, απαλλαγμένη από τα δεινά που γεννά η απληστία. Την ίδια σοφία προτείνει και ο Διογένης, τον οποίο ο άγιος θαυμάζει για την υπεροψία του έναντι όλων των ανθρωπίνων. Ο κυνικός φιλόσοφος θεωρούσε τον εαυτό του πλουσιότερο ακόμη και από τον μέγα βασιλέα, επειδή είχε ανάγκη από λιγότερα πράγματα. Αντιθέτως, οι άνθρωποι της εποχής του Βασιλείου, και κάθε εποχής, μοιάζουν να μην αρκούνται ποτέ, αναζητώντας πλούτο και κτήματα χωρίς μέτρο.

Η ορθή χρήση του πλούτου και η αξία της αρετής

Ο Μέγας Βασίλειος δεν απορρίπτει τον πλούτο καθαυτόν, αλλά παροτρύνει τους νέους να μην τον ποθούν όταν είναι απών, ούτε να υπερηφανεύονται για την κατοχή του όταν είναι παρών. Αντίθετα, η αξία έγκειται στη γνώση του πώς να τον διαθέτει κανείς με σύνεση. Το παράδειγμα του Σωκράτη είναι αποκαλυπτικό: ο φιλόσοφος δεν θαύμαζε έναν πλούσιο για τα χρήματά του, προτού διαπιστώσει αν γνώριζε να τα χρησιμοποιεί σωστά.

Τὸ γὰρ τοῦ Σωκράτους εὖ ἔχει· ὃς μέγα φρονοῦντος πλουσίου ἀνδρὸς ἐπὶ τοῖς χρήμασιν, οὐ πρότερον αὐτὸν θαυμάσειν ἔφη, πρὶν ἂν καὶ ὅτι κεχρῆσθαι τούτοις ἐπίσταται πειραθῆναι

Η στάση αυτή συμφωνεί απολύτως με το ήθος εκείνων που αναγνωρίζουν ότι η αληθινή αξία δεν βρίσκεται στα υλικά μέσα, αλλά στην τέχνη του βίου. Αν ο Φειδίας και ο Πολύκλειτος υπερηφανεύονταν για το χρυσάφι και το ελεφαντόδοντο των αγαλμάτων τους, θα ήταν καταγέλαστοι, γιατί η ωραιότητα των έργων τους οφειλόταν στην τέχνη και όχι στην ύλη. Αντίστοιχα, όσοι θεωρούν ότι η ανθρώπινη αρετή από μόνη της δεν αρκεί για να στολίσει τον άνθρωπο και αναζητούν εξωτερικό πλούτο, διαπράττουν πολύ μεγαλύτερο σφάλμα και αισχύνη.

Ο κίνδυνος της κολακείας και η έμμονή στον ορθό λόγο

Αφού ξεκαθαρίζει τα περί πλούτου και ηδονών, ο άγιος Πατήρ στρέφει την κριτική του προς την επιδίωξη της ανθρώπινης δόξας μέσω του κόλακα και της θωπείας. Πολλοί, αν και μπορούν να απαξιώσουν τα υλικά αγαθά, δεν διστάζουν να μιμηθούν την κερδοσκοπική και πονηρή αλεπού του Αρχιλόχου. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτε πιο αποφευκτέο για τον σώφρονα άνθρωπο από το να ζει για τα μάτια των πολλών και να μην έχει ως ηγεμόνα τον ορθό λόγο. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αντιταχθεί σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, να περιφρονηθεί ή να κινδυνεύσει για χάρη του καλού, ο αληθινά φρόνιμος δεν θα προδώσει ποτέ τις ορθές του πεποιθήσεις. Όποιος δεν τηρεί αυτή τη στάση μοιάζει επικίνδυνα με τον Αιγύπτιο σοφιστή, που μεταμορφωνόταν σε φυτό ή ζώο, σε φωτιά ή νερό, κατά το δοκούν. Το ίδιο και ο κόλακας: σήμερα επαινεί το δίκαιο δίπλα σε εκείνους που το τιμούν, και αύριο υπερασπίζεται την αδικία όταν αυτή ευδοκιμεί. Η συμπεριφορά αυτή παρομοιάζεται εύστοχα με το χταπόδι που αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον βυθό, υποδηλώνοντας την ευμετάβλητη και ανυπόστατη φύση του ανθρώπου που προσαρμόζει τη σκέψη του στις γνώμες των συναναστρεφομένων του.

Η αιώνια προοπτική και η απόκτηση εφοδίων για την ψυχή

Ο Μέγας Βασίλειος υπενθυμίζει ότι η πληρέστερη διδασκαλία πάνω σε αυτά τα θέματα υπάρχει στη χριστιανική πίστη. Ωστόσο, μπορεί κανείς να αντλήσει μια σκιαγραφία της αρετής και από τα εξωτερικά γράμματα. Σαν τους μεγάλους ποταμούς που δέχονται προσθήκες από πολλές πηγές, έτσι και ο μελετηρός μελετητής συγκεντρώνει μικρές ωφέλειες από κάθε γνώση. Η συμβουλή του ποιητή ότι ακόμη και «μικρόν επί μικρώ» έχει αξία ισχύει και για την επιστήμη. Αναφέρεται η περίπτωση του σοφού Βίαντος, ο οποίος συμβούλευσε τον γιο του που έφευγε για την Αίγυπτο να αποκτήσει «εφόδιον προς γήρας», εννοώντας την αρετή – μια συμβουλή που όμως περιορίζεται στην πρόσκαιρη ανθρώπινη ζωή. Ο άγιος όμως βλέπει πολύ πιο μακριά: κάθε μακροβιότητα, ακόμη και τα χίλια χρόνια του Μαθουσάλα, ωχριά μπροστά στον απέραντο και αγέραστο αιώνα της αθάνατης ψυχής.

εἰς τὸν μακρὸν ἀποσκοπῶν καὶ ἀγήρω αἰῶνα, οὗ πέρας οὐδὲν ἔστι τῇ ἐπινοίᾳ λαβεῖν, οὐ μᾶλλόν γε ἢ τελευτὴν ὑποθέσθαι τῆς ἀθανάτου ψυχῆς

Μπροστά σε αυτή την αιώνια προοπτική, η προτροπή του Βασιλείου γίνεται σαφής: πρέπει να «κινούμε κάθε λίθο», κατά την παροιμία, για να συλλέγουμε εφόδια που ωφελούν την ψυχή στην πορεία προς την ατελεύτητη ζωή. Και ας μην αποθαρρυνόμαστε από τις δυσκολίες και τους κόπους, γιατί, όπως έχει ειπωθεί, ο καθένας οφείλει να επιλέγει τον άριστο βίο και να ελπίζει ότι με τη συνήθεια αυτός θα γίνει και γλυκός.

Η τελική προτροπή: εκλογή του αρίστου βίου και αποφυγή της αθεράπευτης νόσου

Στο κλείσιμο του κεφαλαίου, ο ιερός Πατήρ απευθύνει μια ευθεία νουθεσία στους νέους. Είναι αισχρό να αφήνουμε να περνά ο παρών καιρός και αργότερα, όταν δεν θα υπάρχει πια κανένα όφελος, να ανακαλούμε το παρελθόν με θλίψη.

Αἰσχρὸν γὰρ, τὸν παρόντα καιρὸν προεμένους, ὕστερόν ποτ’ ἀνακαλεῖσθαι τὸ παρελθόν, ὅτε οὐδὲν ἔσται πλέον ἀνιωμένοις

Ο Μέγας Βασίλειος προσφέρει στους νέους όσα θεωρεί κράτιστα, διαβεβαιώνοντας ότι θα συνεχίσει να τους συμβουλεύει σε όλη του τη ζωή. Τέλος, χρησιμοποιεί μια εύγλωττη ιατρική αναλογία: υπάρχουν τρία είδη αρρώστων· εκείνοι με ελαφρά νοσήματα πηγαίνουν μόνοι τους στον γιατρό, εκείνοι με βαριά φωνάζουν τον θεραπευτή, ενώ όσοι έχουν υποστεί ανίατη διανοητική σύγχυση αποφεύγουν ακόμη και εκείνους που τους πλησιάζουν. Προτρέπει λοιπόν τους ακροατές του να μην επιλέξουν αυτή την τρίτη, ανίατη κατάσταση, αποφεύγοντας τους ορθούς λογισμούς, αλλά να παραμείνουν ανοιχτοί στη θεραπεία της ψυχής και στην υιοθέτηση του ενάρετου βίου.

Το όγδοο κεφάλαιο του «Πρὸς τοὺς νέους» αποτελεί ένα υπόδειγμα πατερικής σύνθεσης της κλασικής παιδείας με τη χριστιανική ασκητική. Ο Μέγας Βασίλειος δεν διστάζει να αντλήσει από την ελληνική σοφία, οικειοποιούμενος τους ποιητές και τους φιλοσόφους, αλλά ταυτοχρόνως τους υπερβαίνει, προσδίνοντας αιώνια διάσταση στην έννοια του εφοδίου για τη ψυχή. Η προτροπή του για την απάρνηση της σωματικής μέριμνας, την απαξίωση της απληστίας και τη σταθερότητα στην αρετή συνθέτουν ένα μάθημα διαχρονικής αξίας, ικανό να καθοδηγεί κάθε χριστιανό νέο στην πορεία του προς το αληθινό αγαθό.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» — τὸ πρωτότυπον κείμενον (PG 31, 564–589), ἐκ τῆς ἐλεύθερης ψηφιακῆς βιβλιοθήκης Βικιθήκη (el.wikisource.org). Δημόσιος τομέας (public domain).

Ὅτε τοίνυν ἡ ἄγαν αὕτη τοῦ σώματος ἐπιμέλεια αὐτῷ τε ἀλυσιτελὴς τῷ σώματι, καὶ πρὸς τὴν ψυχὴν ἐμπόδιόν ἐστι· τό γε ὑποπεπτωκέναι τούτῳ καὶ θεραπεύειν μανία σαφής. Ἀλλὰ μὴν εἰ τούτου γε ὑπερορᾶν μελετήσαιμεν, σχολῇ γ’ ἄλλο τι τῶν ἀνθρωπίνων θαυμάσαιμεν. Τί γὰρ ἔτι χρησόμεθα πλούτῳ, τὰς διὰ τοῦ σώματος ἡδονὰς ἀτιμάζοντες; Ἐγὼ μὲν οὐχ ὁρῶ, πλὴν εἰ μή, κατὰ τοὺς ἐν τοῖς μύθοις δράκοντας, ἡδονήν τινα φέροι θησαυροῖς κατορωρυγμένοις ἐπαγρυπνεῖν. Ὅ γε μὴν ἐλευθερίως πρὸς τὰ τοιαῦτα διακεῖσθαι πεπαιδευμένος, πολλοῦ ἂν δέοι ταπεινόν τι καὶ αἰσχρὸν ἔργῳ ἢ λόγῳ ποτὲ προελέσθαι. Τὸ γὰρ τῆς χρείας περιττότερον, κἂν Λύδιον ᾖ ψῆγμα, κἂν τῶν μυρμήκων ἔργον τῶν χρυσοφόρων, τοσούτῳ πλέον ἀτιμάσει, ὅσῳπερ ἂν ἧττον προσδέηται· αὐτὴν δὲ δήπου τὴν χρείαν τοῖς τῆς φύσεως ἀναγκαίοις, ἀλλ’ οὐ ταῖς ἡδοναῖς ὁριεῖται. Ὡς οἵ γε τῶν ἀναγκαίων ὅρων ἔξω γενόμενοι, παραπλησίως τοῖς κατὰ τοῦ πρανοῦς φερομένοις πρὸς οὐδὲν στάσιμον ἔχοντες ἀποβῆναι, οὐδαμοῦ τῆς εἰς τὸ πρόσω φορᾶς ἵστανται· ἀλλ’ ὅσῳπερ ἂν πλείω προσπεριβάλωνται, τοῦ ἴσου δέονται ἢ καὶ πλείονος πρὸς τὴν τῆς ἐπιθυμίας ἐκπλήρωσιν, κατὰ τὸν Ἐξηκεστίδου Σόλωνα, ὅς φησι·

Πλούτου δ’ οὐδὲν τέρμα πεφασμένον ἀνδράσι κεῖται.

Τῷ δὲ Θεόγνιδι πρὸς ταῦτα διδασκάλῳ χρηστέον, λέγοντι·

Οὐκ ἔραμαι πλουτεῖν, οὔτ’ εὔχομαι, ἀλλά μοι εἴη

Ζῇν ἀπὸ τῶν ὀλίγων, μηδὲν ἔχοντι κακόν.

Ἐγὼ δὲ καὶ Διογένους ἄγαμαι τὴν πάντων ὁμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων ὑπεροψίαν, ὅς γε καὶ βασιλέως τοῦ μεγάλου ἑαυτὸν ἀπέφηνε πλουσιώτερον, τῷ ἐλαττόνων ἢ ἐκεῖνος κατὰ τὸν βίον προσδεῖσθαι. Ἡμῖν δὲ ἄρα, εἰ μὴ τὰ Πυθίου τοῦ Μυσοῦ προσείη τάλαντα, καὶ πλέθρα γῆς τόσα καὶ τόσα, καὶ βοσκημάτων ἐσμοὶ πλείους ἢ ἀριθμῆσαι, οὐδὲν ἐξαρκέσει. Ἀλλ’, οἶμαι, προσήκει ἀπόντα τε μὴ ποθεῖν τὸν πλοῦτον, καὶ παρόντος, μὴ τῷ κεκτῆσθαι μᾶλλον φρονεῖν, ἢ τῷ εἰδέναι αὐτὸν διατίθεσθαι. Τὸ γὰρ τοῦ Σωκράτους εὖ ἔχει· ὃς μέγα φρονοῦντος πλουσίου ἀνδρὸς ἐπὶ τοῖς χρήμασιν, οὐ πρότερον αὐτὸν θαυμάσειν ἔφη, πρὶν ἂν καὶ ὅτι κεχρῆσθαι τούτοις ἐπίσταται πειραθῆναι. Ἢ Φειδίας μὲν καὶ Πολύκλειτος, εἰ τῷ χρυσίῳ μέγα ἐφρόνουν καὶ τῷ ἐλέφαντι, ὧν ὁ μὲν Ἠλείοις τὸν Δία, ὁ δὲ τὴν Ἥραν Ἀργείοις ἐποιησάτην, καταγελάστω ἂν ἤστην ἀλλοτρίῳ πλούτῳ καλλωπιζόμενοι, ἀφέντες τὴν τέχνην, ὑφ’ ἧς καὶ ὁ χρυσὸς ἡδίων καὶ τιμιώτερος ἀπεδείχθη· ἡμεῖς δέ, τὴν ἀνθρωπείαν ἀρετὴν οὐκ ἐξαρκεῖν ἑαυτῇ πρὸς κόσμον ὑπολαμβάνοντες, ἐλάττονος αἰσχύνης ἄξια ποιεῖν οἰόμεθα; Ἀλλὰ δῆτα πλούτου μὲν ὑπεροψόμεθα, καὶ τὰς διὰ τῶν αἰσθήσεων ἡδονὰς ἀτιμάσομεν, κολακείας δὲ καὶ θωπείας διωξόμεθα, καὶ τῆς Ἀρχιλόχου ἀλώπεκος τὸ κερδαλέον τε καὶ ποικίλον ζηλώσομεν; Ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ὃ μᾶλλον φευκτέον τῷ σωφρονοῦντι τοῦ πρὸς δόξαν ζῇν, καὶ τὰ τοῖς πολλοῖς δοκοῦντα προσκοπεῖν, καὶ μὴ τὸν ὀρθὸν λόγον ἡγεμόνα ποιεῖσθαι τοῦ βίου, ὥστε, κἂν πᾶσιν ἀνθρώποις ἀντιλέγειν, κἂν ἀδοξεῖν καὶ κινδυνεύειν ὑπὲρ τοῦ καλοῦ δέῃ, μηδὲν αἱρεῖσθαι τῶν ὀρθῶς ἐγνωσμένων παρακινεῖν. Ἢ τὸν μὴ οὕτως ἔχοντα τί τοῦ Αἰγυπτίου σοφιστοῦ φήσομεν ἀπολείπειν, ὃς φυτὸν ἐγίγνετο καὶ θηρίον, ὁπότε βούλοιτο, καὶ πῦρ καὶ ὕδωρ, καὶ πάντα χρήματα; Εἴπερ δὴ καὶ αὐτὸς νῦν μὲν τὸ δίκαιον ἐπαινέσεται παρὰ τοῖς τοῦτο τιμῶσι· νῦν δὲ τοὺς ἐναντίους ἀφήσει λόγους, ὅταν τὴν ἀδικίαν εὐδοκιμοῦσαν αἴσθηται, ὅπερ δίκης ἐστὶ κολάκων. Καὶ ὥσπερ φασὶ τὸν πολύποδα τὴν χρόαν πρὸς τὴν ὑποκειμένην γῆν, οὕτως αὐτὸς τὴν διάνοιαν πρὸς τὰς τῶν συνόντων γνώμας μεταβαλεῖται. Ἀλλὰ ταῦτα μέν που κἀν τοῖς ἡμετέροις λόγοις τελειότερον μαθησόμεθα· ὅσον δὲ σκιαγραφίαν τινὰ τῆς ἀρετῆς, τό γε νῦν εἶναι, ἐκ τῶν ἔξωθεν παιδευμάτων περιγραψώμεθα. Τοῖς γὰρ ἐπιμελῶς ἐξ ἑκάστου τὴν ὠφέλειαν ἀθροίζουσιν, ὥσπερ τοῖς μεγάλοις τῶν ποταμῶν, πολλαὶ γίνεσθαι πολλαχόθεν αἱ προσθῆκαι πεφύκασι. Τὸ γὰρ καὶ σμικρὸν ἐπὶ σμικρῷ κατατίθεσθαι οὐ μᾶλλον εἰς ἀργυρίου προσθήκην ἢ καὶ εἰς ἡντιναοῦν ἐπιστήμην ὀρθῶς ἡγεῖσθαι ἔχειν τῷ ποιητῇ προσῆκεν. Ὁ μὲν οὖν Βίας τῷ υἱεῖ πρὸς Αἰγυπτίους ἀπαίροντι, καὶ πυνθανομένῳ τί ἂν ποιῶν αὐτῷ μάλιστα κεχαρισμένα πράττοι, Ἐφόδιον, ἔφη, πρὸς γῆρας κτησάμενος· τὴν ἀρετὴν δὴ τὸ ἐφόδιον λέγων, μικροῖς ὅροις αὐτὴν περιγράφων, ὅς γε ἀνθρωπίνῳ βίῳ τὴν ἀπ’ αὐτῆς ὠφέλειαν ὡρίζετο. Ἐγὼ δὲ κἂν τὸ Τιθωνοῦ τις γῆρας, κἂν τὸ Ἀργανθωνίου λέγῃ, κἂν τὸ τοῦ μακροβιωτάτου παρ’ ἡμῖν Μαθουσάλα, ὃς χίλια ἔτη, τριάκοντα δεόντων, βιῶναι λέγεται· κἂν σύμπαντα τὸν ἀφ’ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι χρόνον ἀναμετρῇ, ὡς ἐπὶ παίδων διανοίας γελάσομαι, εἰς τὸν μακρὸν ἀποσκοπῶν καὶ ἀγήρω αἰῶνα, οὗ πέρας οὐδὲν ἔστι τῇ ἐπινοίᾳ λαβεῖν, οὐ μᾶλλόν γε ἢ τελευτὴν ὑποθέσθαι τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Πρὸς ὅνπερ κτᾶσθαι παραινέσαιμ’ ἂν τὰ ἐφόδια, πάντα λίθον, κατὰ τὴν παροιμίαν, κινοῦντας, ὅθεν ἂν μέλλῃ τις ὑμῖν ἐπ’ αὐτὸν ὠφέλεια γενήσεσθαι· μηδ’ ὅτι χαλεπὰ ταῦτα καὶ πόνου δεόμενα, διὰ τοῦτ’ ἀποκνήσωμεν· ἀλλ’ ἀναμνησθέντας τοῦ παραινέσαντος, ὅτι δέοι βίον μὲν ἄριστον αὐτὸν ἕκαστον προαιρεῖσθαι, ἡδὺν δὲ προσδοκᾷν τῇ συνηθείᾳ γενήσεσθαι, ἐγχειρεῖν τοῖς βελτίστοις. Αἰσχρὸν γὰρ, τὸν παρόντα καιρὸν προεμένους, ὕστερόν ποτ’ ἀνακαλεῖσθαι τὸ παρελθόν, ὅτε οὐδὲν ἔσται πλέον ἀνιωμένοις. Ἐγὼ μὲν οὖν ἃ κράτιστα εἶναι κρίνω, τὰ μὲν νῦν εἴρηκα, τὰ δὲ παρὰ πάντα τὸν βίον ὑμῖν συμβουλεύσω· ὑμεῖς δέ, τριῶν ἀῤῥωστημάτων ὄντων, μὴ τῷ ἀνιάτῳ προσεοικέναι δόξητε, μηδὲ τὴν τῆς γνώμης νόσον παραπλησίαν τῇ τῶν εἰς τὰ σώματα δυστυχησάντων δείξητε. Οἱ μὲν γὰρ τὰ μικρὰ τῶν παθῶν κάμνοντες, αὐτοὶ παρὰ τοὺς ἰατροὺς ἔρχονται· οἱ δὲ ὑπὸ μειζόνων καταληφθέντες ἀῤῥωστημάτων ἐφ’ ἑαυτοὺς καλοῦσι τοὺς θεραπεύσοντας· οἱ δὲ εἰς ἀνήκεστον παντελῶς μελαγχολίας παρενεχθέντες οὐδὲ προσιόντας προσίενται. Ὃ μὴ πάθητε νῦν ὑμεῖς, τοὺς ὀρθῶς ἔχοντας τῶν λογισμῶν ἀποφεύγοντες.