Ἅγιος Διονύσιος Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης ὁ ἐν Ζακύνθῳ
Βίος
Ὁ Δραγανίγος Σιγοῦρος, ὁ μετέπειτα Διονύσιος, γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο τὸ 1547 ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογένεια. Ἐκάρη μοναχὸς στὴν Παναγία τῶν Στροφάδων (νησιὰ νοτίως τῆς Ζακύνθου), καὶ ἀργότερα διορίστηκε Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης. Παραιτήθηκε καὶ ἐπέστρεψε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου ἔζησε ὡς ἁπλὸς ἡγούμενος μέχρι τὴν κοίμησή του τὸ 1622.
Τὸ πιὸ διάσημο ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς του διηγεῖται ὅτι ὁ φονιὰς τοῦ ἀδελφοῦ του Κωνσταντίνου προσέφυγε στὴν μονή του ζητώντας ἄσυλο. Χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσει —ὁ φόνος εἶχε γίνει νωρίτερα—, ὁ Διονύσιος τὸν δέχτηκε. Ὅταν κατάλαβε ποιός ἦταν, ἀντὶ νὰ τὸν παραδώσει στοὺς διῶκτες ποὺ τὸν κυνηγοῦσαν, τὸν ἔκρυψε. Ἡ συγχωρητικότητα αὐτὴ ἀπέναντι σ’ ἕναν δολοφόνο ἀδελφοῦ ἔγινε σύμβολο τῆς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς.
Πολιοῦχος τῆς Ζακύνθου, τὸ λείψανό του εἶναι ἀκέραιο μέχρι σήμερα καὶ φυλάσσεται στὸν ναὸ τῆς πόλης. Λέγεται ὅτι τὰ σανδάλια του φθείρονται —ὁ ἅγιος περπατᾶ τὶς νύχτες στὸ νησί. Κάθε χρόνο τὰ ἀντικαθιστοῦν.