Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὁ Ἰσαπόστολος
Βίος
Ὁ Κωνσταντῖνος —τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ— γεννήθηκε στὸ Μέγα Δένδρο Αἰτωλίας τὸ 1714. Σπούδασε στὴν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία ὑπὸ τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸ ὄνομα Κοσμᾶς. Τὸ 1759, μετὰ ἀπὸ ἔγκριση τοῦ Πατριάρχη Σεραφεὶμ Β’, ξεκίνησε ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες στὴ σκλαβωμένη Ἑλλάδα.
Διέτρεξε ἐπὶ εἴκοσι χρόνια τὴν Ἤπειρο, τὴν Ἀκαρνανία, τὴ Μακεδονία, τὴ Θεσσαλία, τὴν Ἀλβανία καὶ τὴν Πελοπόννησο, διδάσκοντας τὰ θεμέλια τῆς πίστεως σὲ ἕναν λαὸ ποὺ εἶχε ξεχάσει νὰ διαβάζει. Ἵδρυσε πάνω ἀπὸ διακόσια σχολεῖα, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἦταν παράνομη. Οἱ ὁμιλίες του («Διδαχές») ὁμιλοῦν στὰ ἁπλὰ ἑλληνικὰ τῆς ἐποχῆς, μὲ παραβολὲς καὶ ζωντανὲς εἰκόνες.
Μαρτύρησε δι’ ἀπαγχονισμοῦ στὸ Κολικόντασι τῆς Ἀλβανίας στὶς 24 Αὐγούστου 1779, καταγγελθεὶς ἀπὸ Ἑβραίους ἐμπόρους ποὺ τοῦ ἀπεχθάνονταν, ἐπειδὴ ἔπεισε τοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀλλάξουν τὴν ἡμέρα τῆς ἀγορᾶς ἀπὸ τὴν Κυριακὴ στὸ Σάββατο. Ἀνεκηρύχθη ἅγιος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1961, παρόλο ποὺ τιμᾶτο ὡς ἰσαπόστολος ἐπὶ διακόσια χρόνια πρίν.