Ἅγιος Λάζαρος ὁ Τετραήμερος
Βίος
Ὁ Λάζαρος ἦταν στενὸς φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδελφὸς τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας. Ζοῦσαν στὴ Βηθανία, χωριὸ ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου ὁ Κύριος συχνὰ φιλοξενοῦνταν. Ὅταν ὁ Λάζαρος ἀρρώστησε σοβαρά, οἱ ἀδελφές του ἔστειλαν μήνυμα στὸν Χριστὸ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη. Ὁ Κύριος καθυστέρησε σκόπιμα τέσσερις ἡμέρες, ὥστε ὁ Λάζαρος εἶχε ἤδη πεθάνει καὶ ἐνταφιαστεῖ ὅταν ἔφτασε.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι τὸ τελευταῖο καὶ μεγαλύτερο θαῦμα πρὸ τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου (Ἰω. 11). Ὁ Χριστὸς δάκρυσε στὸν τάφο («ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς» — ὁ συντομότερος στίχος τῆς Καινῆς Διαθήκης), προσευχήθηκε στὸν Πατέρα, καὶ μὲ τὴν ἐντολὴ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» ἀνάστησε τὸν τετραήμερο νεκρό. Τὸ θαῦμα αὐτὸ προεικονίζει καὶ προαναγγέλλει τὴν Ἀνάσταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη, ὁ Λάζαρος ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ —οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν νὰ τὸν σκοτώσουν ἐπειδὴ μαρτυροῦσε τὴν Ἀνάσταση— καὶ κατέφυγε στὴν Κύπρο. Ἐκεῖ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Κιτίου ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Βαρνάβα. Ἔζησε τριάντα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάστασή του καὶ ἐκοιμήθη γιὰ δεύτερη φορά. Λέγεται ὅτι δὲν χαμογέλασε ποτὲ μετὰ τὴν ἀνάσταση, παρὰ μόνο μία φορά. Ἡ ἑορτή του τιμᾶται καὶ τὸ Σάββατο πρὶν τὴ Βαϊοφόρο (Σάββατο τοῦ Λαζάρου), στὸ ξεκίνημα τῆς Μ. Ἑβδομάδος.