Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρός

Απολυτίκιο

Τῆς λέπρας τὸν ἀσκητὴν καὶ τοῦ σταυροῦ τὸν ἀκοίμητον λάτρην, Νικηφόρον τιμήσωμεν, ὅτι ἐν ταῖς πικραῖς ἀσθενείαις ἐδόξασε Χριστόν, καὶ τῆς ὑπομονῆς ἀνεδείχθη διδάσκαλος, βοῶντες αὐτῷ· πάτερ ἅγιε, πρέσβευε τῷ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Βίος

Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρὸς εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινητικὲς μορφὲς τῆς νεώτερης ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας — ἕνας ἅγιος ποὺ ἀσκήτευσε μέσα ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπώδυνη σωματικὴ δοκιμασία, μετουσιώνοντας τὴν ἀρρώστια σὲ μέσο ἁγιασμοῦ.

Γεννήθηκε στὴ Σηρικάρι Κισσάμου Χανίων τὸ 1890. Ὀρφανὸς ἀπὸ μικρός, στὰ 16 του χρόνια διαπιστώθηκαν τὰ πρῶτα συμπτώματα τῆς λέπρας. Καταδικασμένος νὰ ἀπομονωθῇ γιὰ νὰ μὴ μολύνῃ ἄλλους, ἔφυγε γιὰ τὴ Σμύρνη ὅπου ἐργάστηκε ὡς κουρέας μέχρι τὴν ἐξορία του.

Στὴν Σμύρνη συνδέθηκε μὲ τὸν ἁγιασμένο ἱερέα Ἀνθιμο Βαγιάνο (μετέπειτα Ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου), ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του. Μὲ τὴ βοήθειά του ἔγινε δεκτὸς ὡς μοναχὸς στὸ Λεπροκομεῖο τῆς Χίου, ὅπου ἐκάρη ἀκόλουθος μὲ τὸ ὄνομα Νικηφόρος.

Τὸ 1957, μετὰ τὸ κλείσιμο τοῦ Λεπροκομείου τῆς Χίου, μετεφέρθη στὸ Ἀντιλεπρικὸ Νοσοκομεῖο Ἁγίας Βαρβάρας στὸ Αἰγάλεω. Ἐκεῖ συνέχισε τὴν ἀσκητικὴ ζωή του ὑπὸ ἀνεκλάλητη ταλαιπωρία — εἶχε χάσει τὴν ὅρασή του, παραμορφωμένα μέλη, πληγές ποὺ συνεχῶς ἀνανεώνονταν. Παρὰ ταῦτα, διηκόνησε ὡς πνευματικὸς γιὰ τοὺς συμπάσχοντες ἀσθενεῖς καὶ τοὺς προσκυνητές, ποὺ ἔρχονταν συνεχῶς νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν.

Ἐκοιμήθη στὶς 4 Ἰανουαρίου 1964. Ἀνακηρύχθηκε ἅγιος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 2012. Ἑορτάζεται στὶς 4 Ἰανουαρίου.