Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης
Βίος
Ὁ Συμεὼν γεννήθηκε γύρω στὸ 390 σὲ χωριὸ τῆς ὀρεινῆς Κιλικίας. Σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν, ἀκούγοντας τοὺς Μακαρισμοὺς στὴν ἐκκλησία, ζήτησε νὰ καταλάβει τί σήμαινε «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ». Ἕνας γέροντας τοῦ ἀπάντησε: «Σιωπή, νηστεία, προσευχή, ταπείνωση». Ἀπὸ τότε ξεκίνησε τὴν ἀσκητική του πορεία.
Ἔζησε σὲ διάφορες μονές, ἀσκούμενος μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη αὐστηρότητα. Ὅταν τὰ πλήθη ἄρχισαν νὰ τὸν ἐνοχλοῦν στὶς ἀσκητικὲς του προσπάθειες, ἀνέβηκε σὲ ἕνα στῦλο γιὰ νὰ τοὺς ξεφύγει. Ὁ πρῶτος στῦλος ἦταν χαμηλός, ὕψους περίπου ἕξι μέτρων· σταδιακὰ ἀνέβηκε σὲ μεγαλύτερους, μέχρι ποὺ ὁ τελευταῖος εἶχε ὕψος δεκαπέντε μέτρων. Ἔζησε ἐπάνω σὲ στύλους συνεχῶς γιὰ τριάντα ἑπτὰ χρόνια.
Ἡ ζωή του ἔγινε προσκύνημα παγκόσμιο. Ἀπὸ τὴ Γαλλία ἕως τὴν Ἀραβία, βασιλιάδες καὶ ἁπλοὶ προσκυνητὲς ἔρχονταν νὰ τὸν δοῦν, νὰ ζητήσουν συμβουλὲς ἀπὸ μακριά. Ὁ ἴδιος ἔτρωγε λίγο, μετάνοιες ἀσταμάτητες, καὶ ἐκοίμᾶτο σχεδὸν καθόλου. Ἡ ἀσκητική του ἔδωσε ὄνομα σὲ ἕνα κίνημα — οἱ «στυλίτες» — ποὺ ἀκολούθησε γιὰ αἰῶνες τὸ παράδειγμά του. Ἐκοιμήθη τὸ 459 μ.Χ. στὸν στῦλο του.