Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης
Βίος
Ὁ Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης γεννήθηκε στὴν Εὐχάιτα τῆς Μ. Ἀσίας καὶ διακρίθηκε ἀπὸ νωρὶς γιὰ τὴν ἀνδρεία του στὸν Ρωμαϊκὸ στρατό. Ὁ αὐτοκράτορας Λικίνιος, παρόλο ποὺ ἦταν εἰδωλολάτρης, τὸν διόρισε στρατηλάτη (ἀρχιστράτηγο) τῆς λεγεώνας τῆς Ἡράκλειας — πόλη στὴ Θράκη μὲ μεγάλη στρατηγικὴ σημασία.
Ὅταν ὁ Λικίνιος ξεκίνησε τὸν διωγμὸ τῶν χριστιανῶν τὸ 319, παράγγειλε στὸν Θεόδωρο νὰ ὑποχρεώσει τὸν λαὸ νὰ προσφέρει θυσίες στὰ εἴδωλα. Ὁ Θεόδωρος ἀντεπιτέθηκε: ζήτησε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα νὰ φέρει τὰ χρυσᾶ ἀγάλματα τῶν θεῶν στὴν Ἡράκλεια ὥστε νὰ τὰ προσκυνήσει δημοσίως. Ὁ Λικίνιος συγκινήθηκε καὶ ἔστειλε ἁμάξια μὲ τὰ ἀγάλματα. Τὴ νύχτα, ὁ Θεόδωρος τὰ διέλυσε καὶ μοίρασε τὸν χρυσὸ στοὺς φτωχούς.
Ὁ Λικίνιος μανιώθηκε. Διέταξε τὸν φρικτὸ μαρτύριο: ὁ Θεόδωρος καρφώθηκε σὲ σταυρό, ξυλοκοπήθηκε, καὶ τέλος ἀπεκεφαλίστηκε στὶς 8 Φεβρουαρίου 319. Ὁ Στρατηλάτης συγκαταριθμεῖται μὲ τὸν Θεόδωρο τὸν Τήρωνα ὡς οἱ δύο μεγάλοι «Ἅγιοι Θεόδωροι» τῆς Ὀρθοδοξίας. Στὸν Τήρωνα ἀνάγεται τὸ Σάββατο τῆς πρώτης ἑβδομάδας τῆς Μ. Σαρακοστῆς (Σάββατο τῶν Κολλύβων), ποὺ θυμίζει τὸ θαῦμα του ὅταν προστάτευσε τοὺς ὀρθόδοξους ἀπὸ τὶς μολυσμένες ἀπὸ εἰδωλόθυτα τροφὲς ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου.