Γ΄ Οἰκ. — Ἔφεσος (431)
Κανόνες τῆς ἐν Ἐφέσῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Γ´ Συνόδου
Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Θεοδοσίου τοῦ Δευτέρου ἐν Ἐφέσῳ (431 μ.Χ.)
Περίληψη
Οι οκτώ Ιεροί Κανόνες της Γ´ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε στην Έφεσο το 431, αποτελούν ένα συνεκτικό νομοκανονικό corpus που αντιμετωπίζει άμεσα την αιρετική κρίση του Νεστοριανισμού. Δεν περιορίζονται μόνο στη δογματική ακύρωση της πλάνης, αλλά εισδύουν με ποιμαντική ακρίβεια και στους εκκλησιαστικούς θεσμούς, ορίζοντας την τύχη των αποσχιστών κληρικών, προστατεύοντας τους ορθοδόξους, διαφυλάσσοντας την κανονική τάξη και θωρακίζοντας την παραδεδομένη Πίστη. Οι διατάξεις τους συνιστούν υπόδειγμα συντονισμού της δογματικής αυθεντίας με την εκκλησιαστική οικονομία, ώστε η ενότητα της Εκκλησίας να μην είναι απλώς ιδεολογική, αλλά σωτηριολογική, κανονική και ευχαριστιακή.
Η καταδίκη των αποστατών μητροπολιτών και επισκόπων
Ο πρώτος κανόνας στοχεύει στην εκκλησιαστική απογύμνωση των μητροπολιτών που, ενώ συμμετείχαν αρχικά στην Οικουμενική Σύνοδο, στη συνέχεια αποστάτησαν και προσχώρησαν στην παράνομη σύνοδο της αποστασίας (το λεγόμενο «Συνέδριο» του Ιωάννη Αντιοχείας), ή ασπάστηκαν τα φρονήματα του Κελεστίου, οπαδού του Νεστορίου. Η παύση της δικαιοδοσίας τους υπέρ των επισκόπων της επαρχίας δηλώνεται με απόλυτο τρόπο:
εἴ τις μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας, ἀποστατήσας τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου, προσέθετο τῷ τῆς ἀποστασίας συνεδρίῳ, ἢ μετὰ τοῦτο προστεθείη, ἢ τὰ Κελεστίου ἐφρόνησεν, ἢ φρονήσει, οὗτος κατὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπὸ τῆς συνόδου ἐκβεβλημένος, καὶ ἀνενέργητος ὑπάρχων
Η απόφαση αυτή δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας: ο αποστάτης μητροπολίτης στερείται κάθε κανονικής εξουσίας, ενώ επιπλέον καθίσταται υποκείμενος στην καθαίρεση που μπορούν να επιβάλουν οι ορθόδοξοι επίσκοποι της επαρχίας και των πέριξ. Ο δεύτερος κανόνας επεκτείνει την κρίση στους απλούς επαρχιακούς επισκόπους που, είτε δεν μετείχαν καν στην ιερά Σύνοδο και ετάχθησαν με την αποστασία, είτε μετάνιωσαν για την υπογραφή τους κατά του Νεστορίου και επέστρεψαν στην παράταξη των αποστατών. Σύμφωνα με το γράμμα του κανόνα, τέτοιοι επίσκοποι λογίζονται αποξενωμένοι από την ιερωσύνη και εκπίπτουν οριστικά του βαθμού τους. Με τις διατάξεις αυτές η Σύνοδος οικοδομεί ένα κανονικό ανάχωμα κατά της διοικητικής αυθαιρεσίας των αιρετικών, προστατεύοντας ταυτόχρονα το ορθόδοξο ποίμνιο.
Η αποκατάσταση των ορθοδόξων κληρικών και η προστασία τους
Η Σύνοδος δεν στρέφεται μόνον κατά των ενόχων, αλλά μεριμνά και για τα θύματα της νεστοριανικής δίωξης. Ο τρίτος κανόνας ορίζει ότι όσοι κληρικοί σε κάθε πόλη ή χώρα απομακρύνθηκαν υπό του Νεστορίου και των συν αυτώ λόγω της ορθής τους πίστεως, δικαιώνονται και επανακτούν τον βαθμό τους. Η πρόνοια αυτή αποκαλύπτει την ανάγκη άμεσης αποκαταστάσεως της λειτουργικής και μυστηριακής τάξεως, η οποία είχε διασαλευθεί. Στο δεύτερο σκέλος του, ο κανόνας χαράσσει μια σαφή γραμμή προστασίας:
Κοινῶς δὲ τοὺς τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ συμφρονοῦντας κληρικούς, κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν, ἢ ἀφισταμένοις ἐπισκόποις, μηδόλως ὑποκεῖσθαι κατὰ μηδένα τρόπον
Με τον τρόπο αυτόν, οι ορθόδοξοι κληρικοί τίθενται οριστικά εκτός της δικαιοδοσικής εμβέλειας των αποστατημένων επισκόπων, διαρρηγνύοντας κάθε εξαρτητική σχέση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε φαλκίδευση της πίστεώς τους. Ο πέμπτος κανόνας συμπληρώνει την προστασία ορίζοντας ότι όσοι είχαν κατακριθεί για άτοπες πράξεις υπό της ιεράς Συνόδου ή των οικείων επισκόπων, και ο Νεστόριος ή οι οπαδοί του επιχείρησαν να τους αποδώσουν κοινωνία ή βαθμό, παραμένουν καθαιρεμένοι και η απόπειρα αυτή καθίσταται ανενέργητη.
Η οριστική καθαίρεση των νεστοριανιζόντων και το ακλόνητο των αποφάσεων
Ο τέταρτος κανόνας επικεντρώνεται ειδικά στους κληρικούς που τολμούν να εκφράσουν, ιδιωτικώς ή δημοσίως, τα φρονήματα του Νεστορίου ή του Κελεστίου. Τέτοιοι κληρικοί, ανεξαρτήτως βαθμού, λογίζονται καθαιρεμένοι αυτοδικαίως από την Σύνοδο. Η διάταξη λειτουργεί ως προληπτική ασφάλεια, αποκόπτοντας την εξάπλωση της αιρέσεως από τα μέλη του κλήρου. Παράλληλα, ο έκτος κανόνας περιφρουρεί το κύρος των συνοδικών αποφάσεων, προβλέποντας ότι όσοι επιχειρήσουν να παρασαλεύσουν με οποιονδήποτε τρόπο τα πραχθέντα στην αγία Σύνοδο της Εφέσου:
Ὁμοίως δὲ καὶ εἴ τινες βουληθεῖεν, τὰ περὶ ἑκάστου πεπραγμένα ἐν τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ, τῇ ἐν Ἐφέσῳ, οἰῳδήποτε τρόπῳ παρασαλεύειν, ἡ ἁγία σύνοδος ὥρισεν, εἰ μὲν ἐπίσκοποι εἶεν, ἢ κληρικοί, τοῦ οἰκείου παντελῶς ἀποπίπτειν βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀκοινωνήτους ὑπάρχειν
Η απόλυτη αυτή απαγόρευση καλύπτει κάθε μεθόδευση αναθεωρήσεως, άμεση ή έμμεση, και επεκτείνει την ποινή και στους λαϊκούς, αναδεικνύοντας το συνοδικό έργο ως απρόσβλητο και διαρκώς δεσμευτικό. Έτσι, η ενότητα της Εκκλησίας συνδέεται άρρηκτα με την απαρασάλευτη αποδοχή της συνοδικής κρίσεως.
Η υπεράσπιση του Συμβόλου της Νίκαιας και ο αναθεματισμός της κακοδοξίας
Ο έβδομος κανόνας αποτελεί κορυφαία έκφραση της δογματικής αυτοσυνειδησίας της αρχαίας Εκκλησίας. Μετά την ανάγνωση των προηγουμένων κανόνων, η Σύνοδος εκφέρει την επίσημη απαγόρευση:
ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν, ἤγουν συγγράφειν, ἢ συντιθέναι, παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ Νικαέων συναχθέντων πόλει, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι
Η φράση αυτή δεν δηλώνει απλώς νομική απαγόρευση, αλλά ομολογία ότι η πίστη της Νίκαιας είναι πλήρης και ανεπίδεκτη προσθηκών, και ότι κάθε απόπειρα εκθέσεως νέου κειμένου πίστεως, με σκοπό τον προσηλυτισμό από ειδωλολατρία, ιουδαϊσμό ή αίρεση, συνιστά ύβρη κατά της αγιοπνευματικής αληθείας. Οι ποινές κλιμακώνονται ανάλογα με την ιδιότητα: οι επίσκοποι χάνουν την επισκοπή, οι κληρικοί εκπίπτουν του κλήρου, και οι λαϊκοί αναθεματίζονται. Ακολούθως, ο κανόνας επεκτείνει την ίδια απόφαση και σε όσους φρονούν ή διδάσκουν τα νεστοριανικά δόγματα όπως περιείχοντο στην έκθεση του πρεσβυτέρου Χαρισίου, επισφραγίζοντας τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό της αιρέσεως.
Η κανονική αυτονομία των Εκκλησιών και η απόρριψη του κοσμικού φρονήματος
Ο όγδοος και τελευταίος κανόνας αντιμετωπίζει ένα πρακτικό αλλά βαθύτατα εκκλησιολογικό πρόβλημα: την απόπειρα του Επισκόπου Αντιοχείας να χειροτονεί στην Κύπρο, παραβιάζοντας την αρχαία συνήθεια και τους κανόνες. Οι Κύπριοι επίσκοποι, με επικεφαλής τον Ρηγίνο, κατήγγειλαν την καινοτομία. Η Σύνοδος, αναγνωρίζοντας ότι τα κοινά πάθη απαιτούν μείζονα θεραπεία, όρισε ότι οι προεστώτες των αγίων εκκλησιών της Κύπρου θα έχουν ακώλυτα και αβίαστα το δικαίωμα να διεξάγουν μόνοι τους τις χειροτονίες των επισκόπων, κατά την αρχαία συνήθεια και τους κανόνες των Πατέρων. Η ίδια αρχή επεκτάθηκε σε όλες τις διοικήσεις και επαρχίες, απαγορεύοντας κάθε καταδυνάστευση μιας επαρχίας από άλλη. Η θεολογική θεμελίωση είναι συγκλονιστική:
ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ κανόνες παραβαίνωνται, μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι, ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς περεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἀνθρώπων ἐλευθερωτής
Η ελευθερία των τοπικών Εκκλησιών δεν είναι διοικητική πολυτέλεια, αλλά καρπός του λυτρωτικού αίματος του Χριστού, κάθε δε κοσμικός «τύφος» που εισδύει υπό το πρόσχημα της ιερουργίας αντιστρατεύεται τη σωτηριώδη ελευθερία του ανθρώπου. Ο κανόνας καταλήγει ακυρώνοντας προληπτικά κάθε τυχόν πολιτειακό θέσπισμα («τύπον») που θα ερχόταν σε αντίθεση προς τα ορισθέντα, διασφαλίζοντας ότι το συνοδικό δίκαιο υπερέχει κάθε ανθρώπινης εξουσίας.
Επίλογος
Οι Ιεροί Κανόνες της Εφέσου συμπυκνώνουν την αλήθεια ότι η εκκλησιαστική τάξη δεν είναι τυπολατρία, αλλά η σάρκα της ορθοδόξου πίστεως. Κάθε διάταξη, από την καθαίρεση του αιρετικού επισκόπου μέχρι την προάσπιση της ελευθερίας των επαρχιών, αναπνέει την αγωνία της Εκκλησίας να παραμείνει Σώμα Χριστού, αλώβητο από τις δογματικές πλάνες και τις κοσμικές επιβουλές. Η κληρονομιά τους υπενθυμίζει διαχρονικά ότι η οικουμενικότητα δεν ισοπεδώνει την τοπική αυτονομία, ότι η δογματική ακρίβεια στηρίζεται στην κανονική ευταξία, και ότι η αλήθεια της Πίστεως υπηρετείται μέσα από την ατραυμάτιστη διαδοχή των χαρισμάτων που δωρίζονται για τη σωτηρία του κόσμου.
Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.
Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες — τὸ πρωτότυπον κείμενον (ἀρχαία καὶ βυζαντινὴ ἑλληνική), ἐκ τῆς ψηφιακῆς συλλογῆς κανονικῶν κειμένων τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (users.uoa.gr/~nektar). Public domain.
Κανὼν Α´
Ἐπειδὴ ἐχρῆν καὶ τοὺς ἀπολειφθέντας τῆς ἁγίας συνόδου, καὶ μείναντας κατὰ χώραν, ἢ πόλιν, διά τινα αἰτίαν, ἢ ἐκκλησιαστικήν, ἢ σωματικήν, μὴ ἀγνοῆσαι τὰ ἐν αὐτῇ τετυπωμένα, γνωρίζομεν τῇ ὑμετέρᾳ ἁγιότητι καὶ ἀγάπη, ὅτι περ, εἴ τις μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας, ἀποστατήσας τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου, προσέθετο τῷ τῆς ἀποστασίας συνεδρίῳ, ἢ μετὰ τοῦτο προστεθείη, ἢ τὰ Κελεστίου ἐφρόνησεν, ἢ φρονήσει, οὗτος κατὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων διαπράττεσθαί τι οὐδαμῶς δύναται, πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ὑπὸ τῆς συνόδου ἐκβεβλημένος, καὶ ἀνενέργητος ὑπάρχων. Ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόποις, καὶ τοῖς πέριξ μητροπολίταις, τοῖς τὰ τῆς ὀρθοδοξίας φρονοῦσιν, ὑποκείσεται εἰς τὸ πάντη καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι.
Κανὼν Β´
Εἰ δέ τινες ἐπαρχιῶται ἐπίσκοποι ἀπελείφθησαν τῆς ἁγίας συνόδου, καὶ τῇ ἀποστασίᾳ προσετέθησαν, ἢ προστεθῆναι πειραθεῖεν, ἢ καὶ ὑπογράψαντες τῇ Νεστορίου καθαιρέσει, ἐπαλινδρόμησαν πρὸς τὸ τῆς ἀποστασίας συνέδριον· τούτους πάντη κατὰ τὸ δόξαν τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ ἀλλοτρίους εἶναι τῆς ἱερωσύνης, καὶ τοῦ βαθμοῦ ἐκπίπτειν.
Κανὼν Γ´
Εἰ δέ τινες τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει, ἢ χώρᾳ κληρικῶν, ὑπὸ τοῦ Νεστορίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ὄντων, τῆς ἱερωσύνης ἐκωλύθησαν διὰ τὸ ὀρθῶς φρονεῖν, ἐδικαιώσαμεν καὶ τούτους τὸν ἴδιον ἀπολαβεῖν βαθμόν. Κοινῶς δὲ τοὺς τῇ ὀρθοδόξῳ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ συμφρονοῦντας κληρικούς, κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν, ἢ ἀφισταμένοις ἐπισκόποις, μηδόλως ὑποκεῖσθαι κατὰ μηδένα τρόπον.
Κανὼν Δ´
Εἰ δέ τινες ἀποστατήσαιεν τῶν κληρικῶν, καὶ τολμήσαιεν ἢ κατ᾿ ἰδίαν, ἢ δημοσίᾳ, τὰ Νεστορίου, ἢ τὰ Κελεστίου φρονῆσαι, καὶ τούτους εἶναι καθῃρημένους ὑπὸ τῆς ἁγίας συνόδου δεδικαίωται.
Κανὼν Ε´
Ὅσοι δὲ ἐπὶ ἀτόποις πράξεσι κατεκρίθησαν ὑπὸ τῆς ἁγίας συνόδου, ἢ ὑπὸ τῶν οἰκείων ἐπισκόπων, καὶ τούτοις ἀκανονίστως, κατὰ τὴν ἐν ἅπασιν ἀδιαφορίαν αὐτοῦ, ὁ Νεστόριος, καὶ οἱ τὰ αὐτοῦ φρονοῦντες, ἀποδοῦναι ἐπειράθησαν, ἢ πειραθεῖεν, κοινωνίαν, ἢ βαθμόν, ἀνωφελήτους εἶναι, καί μένειν οὐδὲν ἦττον καθῃρημένους ἐδικαιώσαμεν.
Κανὼν ΣΤ´
Ὁμοίως δὲ καὶ εἴ τινες βουληθεῖεν, τὰ περὶ ἑκάστου πεπραγμένα ἐν τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ, τῇ ἐν Ἐφέσῳ, οἰῳδήποτε τρόπῳ παρασαλεύειν, ἡ ἁγία σύνοδος ὥρισεν, εἰ μὲν ἐπίσκοποι εἶεν, ἢ κληρικοί, τοῦ οἰκείου παντελῶς ἀποπίπτειν βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀκοινωνήτους ὑπάρχειν.
Κανὼν Ζ´
Τούτων ἀναγνωσθέντων, ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, ἑτέραν πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν, ἤγουν συγγράφειν, ἢ συντιθέναι, παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ Νικαέων συναχθέντων πόλει, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι. Τοὺς δὲ τολμῶντας ἢ συντιθέναι πίστιν ἑτέραν, ἢ γοῦν προκομίζειν, ἢ προφέρειν τοῖς θέλουσιν ἐπιστρέφειν εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, ἢ ἐξ ἑλληνισμοῦ, ἢ ἐξ ἰουδαϊσμοῦ, ἢ γοῦν ἐξ αἱρέσεως οἱασδηποτοῦν· τούτους, εἰ μὲν εἶεν ἐπίσκοποι, ἢ κληρικοί, ἀλλοτρίους εἶναι τοὺς ἐπισκόπους τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ τοὺς κληρικοὺς τοῦ κλήρου· εἰ δὲ λαϊκοὶ εἶεν ἀναθεματίζεσθαι. Κατὰ τὸν ἴσον δὲ τρόπον, εἰ φωραθεῖεν τινες, εἴτε ἐπίσκοποι, εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοὶ ἢ φρονοῦντες, ἢ διδάσκοντες τὰ ἐν τῇ προκομισθείσῃ ἐκθέσει παρὰ Χαρισίου τοῦ πρεσβυτέρου, περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἤγουν τὰ μιαρὰ καὶ διεστραμμένα τοῦ Νεστορίου δόγματα, ἃ καὶ ὑποτέτακται, ὑποκείσθωσαν τῇ ἀποφάσει τῆς ἁγίας ταύτης καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου· ὥστε δηλονότι, τὸν μὲν ἐπίσκοπον, ἁπαλλοτριοῦσθαι τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ εἶναι καθῃρημένον· τὸν δὲ κληρικόν, ὁμοίως ἐκπίπτειν τοῦ κλήρου· εἰ δὲ λαϊκός τις εἴη, καὶ οὗτος ἀναθεματιζέσθω, καθὰ προείρηται.
Κανὼν Η´
Πρᾶγμα παρὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καινοτομούμενον, καὶ τῆς πάντων ἐλευθερίας ἁπτόμενον, προσήγγειλεν ὁ θεοφιλέστατος συνεπίσκοπος Ῥηγῖνος, καὶ οἱ σῦν αὐτῷ θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι τῆς Κυπρίων ἐπαρχίας, Ζήνων καὶ Εὐάγριος. Ὅθεν, ἐπειδὴ τὰ κοινὰ πάθη μείζονος δεῖται τῆς θεραπείας, ὡς καὶ μείζονα τὴν βλάβην φέροντα, καὶ μάλιστα εἰ μηδὲ ἔθος ἀρχαῖον παρηκολούθησεν, ὥστε τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἀντιοχέων πόλεως τὰς ἐν Κύπρῳ ποιεῖσθαι χειροτονίας, καθὰ διὰ τῶν λιβέλλων καὶ τῶν οἰκείων φωνῶν ἐδίδαξαν οἱ εὐλαβέστατοι ἄνδρες, οἱ τὴν πρόσοδον τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ ποιησάμενοι, ἔξουσι τὸ ἀνεπηρέαστον καὶ ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατὰ τὴν Κύπρον, προεστῶτες, κατὰ τοὺς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καὶ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τὰς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διοικήσεων, καὶ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται· ὥστε μηδένα τῶν θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων ἐπαρχίαν ἑτέραν, οὐκ οὖσαν ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ, ἢ γοῦν τῶν πρὸ αὐτοῦ χεῖρα καταλαμβάνειν ἀλλ᾿ εἰ καί τις κατέλαβε, καὶ ὑφ´ἑαυτὸν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην ἀποδιδόναι· ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ κανόνες παραβαίνωνται, μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι, ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς περεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἀνθρώπων ἐλευθερωτής. Ἔδοξε τοίνυν τῇ ἁγίᾳ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ, σῴζεσθαι ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ καθαρᾷ καὶ ἀβίαστα τὰ αὐτῇ προσόντα δίκαια ἐξ ἀρχῆς καὶ ἄνωθεν, κατὰ τὸ πάλαι κρατῆσαν ἔθος, ἄδειαν ἔχοντος ἑκάστου μητροπολίτου τὰ ἴσα τῶν πεπραγμένων πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀσφαλὲς ἐκλαβεῖν. Εἰ δέ τις μαχόμενον τύπον τοῖς νῦν ὡρισμένοις προσκομίσοι, ἄκυρον τοῦτον εἶναι ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ πάσῃ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ.