Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας καὶ συνάντησε τὸν ἑλληνόφωνο κόσμο, ἀντιμετώπισε ἕνα ἐρώτημα ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ ἀπασχολεῖ τὴν Ἐκκλησία: τί σχέση ἔχει ἡ πίστη στὸν σεσαρκωμένο Λόγο μὲ τὴν σοφία ποὺ γέννησε ἡ Ἑλλάδα; Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ἡ ὀρθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι οὔτε ἀπόρριψη οὔτε συγχώνευση· εἶναι κρίση, διάκριση καὶ, στὸ τέλος, βάπτισμα.
Δύο στάσεις ἀπέναντι στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία
Ἡ ἱστορία τῆς συναντήσεως αὐτῆς ξεκινᾶ ἀπὸ μία ἐπιφυλακτικὴ φωνή. Ὁ Τερτυλλιανός, στὴν Δύση, διατύπωσε μὲ ὀξύτητα τὸ ἐρώτημα: «Τί κοινὸν ἔχει ἡ Ἀθήνα μὲ τὴν Ἱερουσαλήμ;» Εἶδε στὴ φιλοσοφία πηγὴ αἱρέσεων, μία ὀπτικὴ ποὺ ἀντλοῦσε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ καταγωγὴ τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ. Ὑπῆρχε στὴ στάση αὐτή, βεβαίως, κάτι σωστό: ἡ ἀποκάλυψη δὲν εἶναι φιλοσοφία, καὶ καμία ἀνθρώπινη διάνοια δὲν γεννᾶ τὴν χάρη.
Ὅμως οἱ ἑλληνόφωνοι Πατέρες, ζῶντας μέσα στὸν κόσμο ποὺ διαμόρφωσε ἡ παιδεία αὐτή, εἶδαν τὸ πρᾶγμα διαφορετικά. Διέκριναν στὸν Ἑλληνισμὸ ἴχνη μιᾶς πρωταρχικῆς ἀλήθειας ποὺ δὲν εἶχε σβήσει τελείως κάτω ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ὁ λόγος σπερματικὸς καὶ ἡ «προπαρασκευὴ εὐαγγελική»
Πρῶτος καὶ μέγας ἐκπρόσωπος τῆς κριτικῆς ἀποδοχῆς ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς. Βιώνοντας ὁ ἴδιος τὴν πορεία ἀπὸ τὴ φιλοσοφία στὴν πίστη, δίδαξε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ — ὁ Αἰώνιος Υἱὸς — εἶχε σκορπίσει ἀπὸ πάντοτε «σπέρματα» τῆς ἀλήθειάς Του μέσα στὴν ἀνθρωπότητα. Αὐτὸς ὁ «σπερματικός λόγος» ἐξηγοῦσε γιατί ὁ Σωκράτης καὶ ἄλλοι σοφοὶ τοῦ κόσμου κατόρθωσαν, μὲ τὴ δύναμη τοῦ νοῦ, νὰ ἀγγίξουν κάποιες ἀλήθειες: ἔζησαν «κατὰ λόγον», ἔστω καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὸ Πλήρωμα τοῦ Λόγου ποὺ σαρκώθηκε ἐν Χριστῷ.
Παράλληλα, ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας ἐπεξεργάστηκε τὴν ἔννοια τῆς «εὐαγγελικῆς προπαρασκευῆς»: ὅπως ὁ Νόμος τοῦ Ἰσραὴλ ἦταν «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν» (πρβλ. Γαλ. 3,24), ἔτσι καὶ ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ὑπῆρξε, γιὰ τὰ ἔθνη, κάποια ἑτοιμασία τῆς ψυχῆς νὰ δεχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Οἱ δύο ὁδοί — ἡ ἑβραϊκὴ καὶ ἡ ἑλληνικὴ — συνέκλιναν, μέσα στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἕνα κοινὸ σημεῖο: τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Σωτῆρος.
Τὸ «βάπτισμα» τῆς ἑλληνικῆς παιδείας
Τὴν πληρέστερη διατύπωση τῆς ὀρθόδοξης θέσεως τὴν δίνουν οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ τετάρτου αἰώνα. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας συνέταξε εἰδικὸ λόγο πρὸς τοὺς νέους — τὸ γνωστὸ Πρὸς τοὺς νέους — στὸν ὁποῖο ὑπεδείκνυε πῶς ἡ χριστιανικὴ νεολαία μπορεῖ νὰ διαβάζει τοὺς ἐθνικοὺς συγγραφεῖς χωρὶς νὰ χάνει τὴν πίστη της. Τὸ κεντρικό του παράδειγμα εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς μέλισσας: ὅπως ἡ μέλισσα δὲν φθάνει σὲ κάθε λουλούδι γιὰ νὰ τὸ καταστρέψει, ἀλλὰ μαζεύει τὸ νέκταρ ποὺ τῆς εἶναι χρήσιμο καὶ ἀφήνει πίσω ὅ,τι δὲν τὴν ὠφελεῖ, ἔτσι καὶ ὁ νέος χριστιανὸς πρέπει νὰ πλησιάζει τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου: νὰ παίρνει ὅ,τι συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ προσπερνᾶ ὅ,τι εἶναι ἀντίθετο πρὸς αὐτή.
Αὐτὴ ἡ στάση δὲν εἶναι συμβιβασμός· εἶναι ἐλευθερία καὶ διάκριση. Ὁ ἅγιος Βασίλειος δὲν φοβᾶται τὸν Ἑλληνισμό, διότι γνωρίζει ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ἀπειλεῖται ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν πλάνη, ὅταν ὁ χριστιανὸς κρατᾶ ἀκέραιο τὸ κριτήριο τῆς πίστεως. Ὁ φίλος του ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μαθητὴς τῶν ἰδίων σχολῶν — Καισαρείας, Ἀλεξανδρείας, Ἀθηνῶν — ἀνέδειξε ἀκόμη περισσότερο πῶς ἡ ῥητορικὴ τέχνη καὶ ἡ ποιητικὴ δύναμη τῆς ἑλληνικῆς παιδείας μπορεῖ νὰ γίνει ὄχημα θεολογικῆς ἐκφράσεως χωρὶς νὰ ἀλλοιώσει τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκαλύψεως.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὡς δοχεῖο τοῦ δόγματος
Δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι ὁ Θεὸς διάλεξε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ νὰ γραφεῖ ἡ Καινὴ Διαθήκη καὶ γιὰ νὰ διατυπωθοῦν οἱ πρῶτες δογματικὲς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶχε φτιάξει λέξεις — «οὐσία», «ὑπόστασις», «πρόσωπον» — ποὺ οἱ Πατέρες δανείστηκαν καὶ μεταμόρφωσαν. Τὰ ἴδια αὐτὰ ὀνόματα σήμαιναν στοὺς φιλοσόφους κάτι διαφορετικό· στὴν χριστιανικὴ θεολογία πῆραν ἕνα βάρος ὑπέρβατο, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φέρει κανένα ἀνθρώπινο σύστημα ἀπὸ μόνο του.
Ὅταν οἱ Πατέρες ἀγωνίστηκαν στὴν Νίκαια, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἔφεσο καὶ στὴν Χαλκηδόνα νὰ βροῦν τὶς ἀκριβεῖς λέξεις ποὺ θὰ ἐκφράσουν τὸ Μυστήριο χωρὶς νὰ τὸ στρεβλώσουν, χρησιμοποίησαν τὰ ἐργαλεῖα ποὺ εἶχαν φτιάξει αἰῶνες ἑλληνικῆς σκέψης — ἀλλὰ τὰ γέμισαν μὲ ἐκκλησιαστικὸ νόημα. Ἡ φιλοσοφία ὑπηρέτησε ὡς «θεραπαινίς», ὡς ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας.
Τὸ ὅριο· ἡ ἀποκάλυψη δὲν ὑποτάσσεται στὴν φιλοσοφία
Τὸ κρίσιμο σημεῖο ποὺ δὲν διαπραγματεύτηκε ποτὲ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τοῦτο: ἡ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια εἶναι κριτὴς τῆς φιλοσοφίας, ὄχι τὸ ἀντίθετο. Ὅταν ὁ Ἑλληνισμὸς ἐδίδασκε τὴν αἰωνιότητα τῆς ὕλης ἢ τὴν εἱμαρμένη ἀνάγκη τοῦ κόσμου, ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριπτε τὴν διδασκαλία αὐτή, ἀνεξαρτήτως τοῦ πόσο ἐντυπωσιακὸ ἦταν τὸ φιλοσοφικὸ οἰκοδόμημα ποὺ τὴν στήριζε. Ὅταν ἡ εἰδωλολατρία ἐπικαλοῦνταν αἰσθητικὴ ἢ θρησκευτικὴ ἐμπειρία, αὐτὴ ἀπορρίπτονταν ὡς πλάνη. Ἡ μέλισσα τοῦ ἁγίου Βασιλείου δὲν πλησιάζει κάθε λουλούδι ἀδιάκριτα· ξέρει τί ζητεῖ καὶ τί ἀφήνει πίσω.
Αὐτὴ ἡ σύνθεση — ἀποδοχὴ ὅπου ὑπηρετεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀπόρριψη ὅπου τὴν ἀντιτάσσεται — εἶναι τὸ θαῦμα τῆς ὀρθόδοξης σκέψης: ὄχι φόβος ἀπέναντι στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν βεβαιότητα τῆς ἀποκαλύψεως. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν φοβήθηκε τὸν Ἑλληνισμό, διότι τὸν εἶδε ὡς ἀτελὴ ψηλάφηση τῆς ἀλήθειας ποὺ ὁ ἴδιος φέρει πλήρη.