Πολλοί πιστοί ρωτούν τον ιερέα ή τον πνευματικό τους: «Πώς να προσεύχομαι;» Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Ήδη οι μαθητές, βλέποντας τον Κύριο να προσεύχεται, του ζήτησαν: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι» (Λουκ. 11,1). Ο Κύριος δεν τους παρέδωσε μια τεχνική ή ένα ατομικό ψυχολογικό σύστημα. Τους δίδαξε προσευχή, και μάλιστα μια προσευχή που έγινε το υπόδειγμα κάθε χριστιανικής προσευχής. Σε αυτό το στοιχειώδες άρθρο εξετάζουμε τι δίδαξε ο Κύριος, τι απαγόρευσε, ποια είναι τα είδη της προσευχής και πώς στήνεται ένας καθημερινός κανόνας για τον λαϊκό.

Το υπόδειγμα της Κυριακής προσευχής

Η προσευχή που ο Κύριος δίδαξε, το «Πάτερ ἡμῶν», δεν είναι απλώς ένα κείμενο για αποστήθιση. Είναι κανόνας και υπόδειγμα: μας δείχνει τη δομή, το ήθος και την ιεράρχηση της προσευχής. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (6,9-13) η προσευχή αρχίζει με δοξολογία: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου…». Πρώτα δηλαδή ο πιστός στρέφει τον νου του στο μεγαλείο του Θεού και στην επιθυμία να αγιαστεί το όνομά Του, να έλθει η βασιλεία Του, να γίνει το θέλημά Του. Τα αιτήματα που ακολουθούν δεν είναι ατομικά πρώτα: ο άρτος ζητείται για «εμάς», η άφεση ζητείται για «εμάς», και μάλιστα δεμένη με τη δική μας συγχώρηση προς τους άλλους. Η προσευχή αυτή μας μαθαίνει να βγαίνουμε από τον εαυτό μας και να προσευχόμαστε ως μέλη ενός σώματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκφώνηση «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία…» ανήκει μόνο στον λειτουργό· ο λαϊκός στην ιδιωτική του προσευχή δεν τη λέει. Η Εκκλησία με αυτόν τον τρόπο διαφυλάσσει τη σχέση ανάμεσα στην κοινή λατρεία και στην ατομική προσευχή. Πατερικές ερμηνείες του «Πάτερ ἡμῶν» υπάρχουν πολλές: ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έγραψε την «Ἑρμηνεία εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν», ενώ ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ερμηνεύει την Κυριακή προσευχή στις Μυσταγωγικές Κατηχήσεις, λίγο πριν τη Θεία Κοινωνία. Σημειώνουμε επίσης ότι ο Τερτυλλιανός έγραψε το έργο «De Oratione» και ο Κυπριανός Καρθαγένης το «De Dominica Oratione»· πρόκειται για δύο ξεχωριστά έργα διαφορετικών συγγραφέων.

Τι απαγόρευσε ο Κύριος

Αμέσως πριν διδάξει το «Πάτερ ἡμῶν», ο Κύριος προειδοποίησε με σαφήνεια. Στο κατά Ματθαίον (6,5-6) καταδίκασε την επιδεικτική προσευχή: όχι να σε δουν οι άνθρωποι, αλλά να κλείσεις την πόρτα σου και να προσευχηθείς στον Πατέρα σου εν κρυπτώ. Έπειτα πρόσθεσε: «μὴ βατταλογήσητε… ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται» (Ματθ. 6,7-8). Ο Θεός δεν εισακούει επειδή θα πούμε πολλά λόγια ή θα τα επαναλάβουμε μηχανικά. Η απαγόρευση αυτή δεν στρέφεται κατά της μακράς προσευχής ούτε κατά των καθιερωμένων λειτουργικών κειμένων, αλλά κατά της κενής πολυλογίας και της προσπάθειας να πιέσουμε τον Θεό με τον όγκο των λέξεων. Ποιότητα και όχι ποσότητα λόγων. Σημειώνεται ότι το κριτικό κείμενο γράφει «βατταλογήσητε», ενώ το λειτουργικό συνήθως «βαττολογήσητε»· πρόκειται για μικρή ορθογραφική διαφορά χωρίς νοηματική σημασία.

Τα είδη και η ιεράρχησή τους

Ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Τιμόθεο (2,1) αναφέρει τέσσερα είδη προσευχής: «δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας». Δεν πρόκειται για σχολαστικούς διαχωρισμούς, αλλά για την πληρότητα της προσευχητικής ζωής: δεήσεις για τις ανάγκες μας, προσευχές ως αναφορά στον Θεό, εντεύξεις για τους άλλους, ευχαριστίες για τις δωρεές Του. Η παράδοση της Εκκλησίας δίνει προτεραιότητα στην ευχαριστία και τη δοξολογία έναντι της αιτήσεως. Πριν ζητήσουμε, ευχαριστούμε. Αυτό δεν είναι τυπολατρία, αλλά θεραπεία της πλεονεξίας μας: μας θυμίζει ότι όλα είναι δώρα και ότι ο Θεός ήδη μας αγαπά.

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αφιερώνει ολόκληρο τον 28ο λόγο της Κλίμακος στην προσευχή, με τον τίτλο «Περὶ τῆς ἱερᾶς καὶ μητρὸς τῶν ἀρετῶν τῆς μακαρίας προσευχῆς». Την ονομάζει μητέρα των αρετών, γιατί χωρίς προσευχή καμία αρετή δεν μένει ζωντανή. Η σωστή εσωτερική στάση φαίνεται στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου (Λουκ. 18,9-14). Ο τελώνης δεν προβάλλει δικαιώματα· στέκεται μακριά, χτυπά το στήθος και λέει: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13). Αυτή η προσευχή, σύντομη και ταπεινή, είναι το αντίθετο της αυτοδικαίωσης. Η ταπείνωση δεν είναι μελοδραματισμός αλλά η αλήθεια για τον εαυτό μας ενώπιον του Θεού. Χωρίς αυτήν, η προσευχή γίνεται μονολογισμός ή έκθεση αρετών.

Η επιμονή και η σιωπή του Θεού

Ο Κύριος ζήτησε να προσευχόμαστε «πάντοτε… καὶ μὴ ἐνκακεῖν» (Λουκ. 18,1), δηλαδή χωρίς απογοήτευση. Η παραβολή του άδικου κριτή (Λουκ. 18,1-8) και η παραβολή του φίλου τα μεσάνυχτα (Λουκ. 11,5-8) διδάσκουν την επιμονή: αν ένας άδικος δικαστής ή ένας κουρασμένος φίλος ανταποκρίνεται στην επιμονή, πόσο μάλλον ο ουράνιος Πατέρας. Η επιμονή όμως δεν είναι μηχανική πίεση ούτε αγωνία. Είναι εμπιστοσύνη και σταθερότητα.

Τι γίνεται όταν ο Θεός δεν εισακούει; Ο απόστολος Ιάκωβος εξηγεί ότι συχνά «κακῶς αἰτεῖσθε» (Ιακ. 4,3), δηλαδή ζητάμε με λάθος κίνητρα, για τις ηδονές μας. Άλλοτε ο Θεός απαντά διαφορετικά από ό,τι περιμένουμε. Ο Παύλος τρεις φορές παρακάλεσε να απομακρυνθεί ο «σκόλοψ» από τη σάρκα του, και έλαβε την απάντηση: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου… ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12,8-9). Η σιωπή του Θεού μπορεί να είναι κάλεσμα σε βαθύτερη εμπιστοσύνη και όχι απόρριψη. Εδώ χρειάζεται η διάκριση του πνευματικού πατέρα, που βοηθά να μην ερμηνεύουμε μόνοι μας την «ξηρασία» ή την αναπάντητη δέηση.

Το θεμέλιο: η κοινή λατρεία

Ένα κρίσιμο σημείο για την ορθόδοξη κατανόηση: η λειτουργική, κοινή προσευχή προηγείται της ατομικής. Ο πιστός δεν προσεύχεται απομονωμένος, ούτε η προσωπική του προσευχή είναι ανεξάρτητη από τη ζωή της Εκκλησίας. Η ατομική προσευχή τρέφεται από την εκκλησιαστική, όχι το αντίστροφο. Η συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, στους Όρθρους, στους Εσπερινούς και στα μυστήρια δεν είναι «πρόσθετη» ευλάβεια αλλά το κέντρο. Ο προσωπικός κανόνας δεν υποκαθιστά τη λατρεία· επεκτείνει το ήθος της στην καθημερινότητα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία συνδέει την προσευχή με τον πνευματικό πατέρα, ο οποίος καθοδηγεί το μέτρο και τον τρόπο, ώστε ο κανόνας να μην γίνεται είτε βαρίδι είτε αυτοσχεδιασμός.

Σε αυτό το πλαίσιο ανήκει και ο αρχαίος κανόνας Κ΄ (20ός) της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος απαγορεύει τη γονυκλισία τις Κυριακές και κατά την περίοδο της Πεντηκοστής. Οι Κυριακές είναι ημέρες Αναστάσεως, και η στάση του σώματος εκφράζει τη χαρά της νίκης επί του θανάτου. Σημειώνεται ότι στους αρχαίους κανόνες η «Πεντηκοστή» σημαίνει συνήθως ολόκληρο το πεντηκονθήμερο από το Πάσχα, όχι μόνο τη μία ημέρα· αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη με επιφύλαξη και με την καθοδήγηση του πνευματικού.

Ο καθημερινός κανόνας: πρακτικές οδηγίες

Πώς στήνεται ένας προσωπικός κανόνας για τον λαϊκό; Η παράδοση προτείνει έναν σταθερό κανόνα πρωί και βράδυ, με βάση το προσευχητάριο. Δεν πρόκειται για νομική υποχρέωση αλλά για πνευματικό σκελετό. Το πρωί ευχαριστούμε για τη νύχτα που πέρασε και ζητάμε φωτισμό για την ημέρα· το βράδυ κάνουμε μια ανασκόπηση, μετανοούμε και παραδίδουμε τον ύπνο στον Θεό. Η προσευχή πριν από κάθε γεύμα είναι επίσης ουσιώδης: αναγνωρίζουμε ότι ο άρτος είναι δώρο. Μικρές σύντομες προσευχές μπορούν να συνοδεύουν τις μεταβάσεις της ημέρας, χωρίς όμως να μετατρέπονται σε άγχος.

Η στάση του σώματος έχει σημασία. Προσευχόμαστε όρθιοι, στραμμένοι κατά ανατολάς, μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού (για το εικονοστάσι υπάρχει ειδικό άρθρο στον ιστότοπο: βλ. «Τὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ — ἡ γωνιὰ τῆς προσευχῆς»). Το σημείο του σταυρού γίνεται στην αρχή, στο τέλος και σε επίκαιρες στιγμές. Η γονυκλισία επιτρέπεται τις καθημερινές, αλλά όχι την Κυριακή ή την περίοδο της Πεντηκοστής, σύμφωνα με τον κανόνα που αναφέραμε. Στον κανόνα πρέπει να βρίσκει θέση και η προσευχή για τους κεκοιμημένους και για τους εχθρούς μας· η προσευχή για τους εχθρούς είναι η πιο χριστοειδής πράξη, γιατί σπάει τον κύκλο του μίσους. Όταν έρχονται λογισμοί, δεν τους κυνηγάμε με βία· επιστρέφουμε ήρεμα στα λόγια της προσευχής. Και στην ξηρασία, όταν δεν νιώθουμε τίποτα, παραμένουμε πιστοί στον κανόνα· η σταθερότητα μετράει περισσότερο από τα συναισθήματα. Μια γενική ασκητική αρχή λέει ότι λίγο και σταθερό είναι προτιμότερο από πολύ και ακανόνιστο. Ο καθένας, πάντως, πρέπει να ρυθμίζει τον κανόνα του με τον πνευματικό του πατέρα, ώστε να είναι βιώσιμος και καρποφόρος.