Λίγα θέματα ταράζουν σήμερα τη λαϊκή ευσέβεια όσο οι προφητείες. Κείμενα, αποσπάσματα, φράσεις αποδιδόμενες σε αγίους και Γέροντες κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα και από οθόνη σε οθόνη, συχνά συνδεδεμένα με τρόμο για το μέλλον, με ημερομηνίες και με σενάρια για πολέμους και καταστροφές. Η Εκκλησία δεν αγνοεί το φαινόμενο, ούτε όμως το ακολουθεί. Έχει τη δική της, βαθιά και δοκιμασμένη, κατανόηση του τι είναι προφητεία, ποιος ο ρόλος της στην ιστορία της σωτηρίας και πώς ξεχωρίζει το γνήσιο πνευματικό χάρισμα από την ανθρώπινη φαντασία και τη δαιμονική απάτη. Το παρόν κείμενο επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή τη νηφάλια θέση, χωρίς εντυπωσιασμούς και χωρίς μειώσεις, όπως αρμόζει σε ζήτημα που αγγίζει την πίστη και συνάμα την ψυχική ειρήνη των πιστών.
Τι είναι η προφητεία στην ορθόδοξη πίστη
Στη βιβλική και πατερική κατανόηση, προφήτης δεν είναι πρωτίστως εκείνος που προλέγει το μέλλον, αλλά εκείνος που ομιλεί εκ μέρους του Θεού. Η εβραϊκή λέξη «ναβί» δηλώνει αυτόν που ανακοινώνει, που γίνεται στόμα του Θεού προς τον λαό. Ο ίδιος ο Κύριος λέει για τον προφήτη στο Δευτερονόμιο ότι «δώσω τὸ ῥῆμά μου ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ». Η πρόρρηση μελλοντικών γεγονότων υπάρχει, και μάλιστα κατέχει σημαντική θέση, αλλά είναι μία μόνο πλευρά ενός ευρύτερου λειτουργήματος. Ο προφήτης ελέγχει, νουθετεί, παρηγορεί, καλεί σε μετάνοια, υπενθυμίζει τη διαθήκη και προαναγγέλλει τη σωτηρία. Ο λόγος του δεν πηγάζει από τον εαυτό του αλλά από το Πνεύμα του Θεού, και γι’ αυτό η προφητεία είναι χάρισμα, δωρεά, και όχι ικανότητα που κατακτάται με τεχνική ή άσκηση της θελήσεως.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η θεμελιώδης διάκριση της ορθόδοξης παραδόσεως. Η προφητεία, ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος, διαφέρει ριζικά από τη μαντεία, τους χρησμούς, τη μελλοντολογία και κάθε μορφή αποκρυφισμού. Οι αρχαίοι απολογητές διέκριναν με σαφήνεια την προφητεία, που είναι αληθής επειδή προέρχεται από τον Θεό, από τη μαντεία, που είναι ψευδής επειδή ανήκει στον χώρο της μαγείας. Η Παλαιά Διαθήκη καταδικάζει απερίφραστα τη μαντεία, τη νεκρομαντεία και τη γοητεία, τις κατατάσσει μεταξύ των βδελυγμάτων και τις αντιπαραθέτει στον γνήσιο προφητικό λόγο. Η διαφορά δεν είναι απλώς ηθική αλλά οντολογική: στη μαντεία ο άνθρωπος επιχειρεί να αποσπάσει γνώση από σκοτεινές δυνάμεις για ίδιον όφελος ή για την ικανοποίηση της περιέργειας, ενώ στην προφητεία ο Θεός ελεύθερα αποκαλύπτει τη βουλή του για τη σωτηρία του λαού. Ο σύγχρονος πειρασμός να αντιμετωπίζονται οι προφητείες των αγίων ως ένα είδος χριστιανικού ωροσκοπίου προδίδει, στην πραγματικότητα, μια νοοτροπία πιο κοντά στη μαντεία παρά στην πίστη.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι κατ’ εξοχήν ο χώρος των προφητών. Η παράδοση αριθμεί τους τέσσερις μεγάλους, τον Ησαΐα, τον Ιερεμία, τον Ιεζεκιήλ και τον Δανιήλ, και τους δώδεκα ελάσσονες. Ο ρόλος τους ήταν να επαγρυπνούν για την πιστότητα του λαού στη διαθήκη, να ελέγχουν βασιλείς και ιερείς, να προαναγγέλλουν την κρίση αλλά και το έλεος του Θεού, και προπάντων να προετοιμάζουν την έλευση του Μεσσία. Ο Ιερεμίας υπήρξε προφήτης απρόθυμος, που υπέφερε πολλά από τον ίδιο τον λαό του. Ο Ιεζεκιήλ, ιερέας και προφήτης μαζί, μίλησε για την παρουσία και την αναχώρηση της δόξας του Θεού από τον Ναό. Αξίζει να θυμηθούμε ότι το κήρυγμα των προφητών δεν εξαντλούνταν σε προρρήσεις. Ήταν πρωτίστως ένα κάλεσμα δικαιοσύνης και μετανοίας. Ο Ησαΐας ήλεγχε την υποκρισία της λατρείας που συνοδεύεται από αδικία, ο Αμώς κραύγαζε για την καταπίεση των πτωχών, ο Μιχαίας συνόψισε το θέλημα του Θεού στο να πράττει κανείς το δίκαιο, να αγαπά το έλεος και να πορεύεται ταπεινά μαζί του. Η προφητεία, δηλαδή, ήταν πάντοτε δεμένη με τη ζωή, με την ηθική στάση του λαού, με τη σχέση του με τον Θεό και τον πλησίον. Ακόμη και όταν προανήγγειλε το μέλλον, το έκανε για να αφυπνίσει το παρόν. Αυτή η διάσταση συχνά ξεχνιέται σήμερα, όταν η προσοχή στρέφεται αποκλειστικά στο αν και πότε θα συμβεί κάτι, και όχι στο τι μας καλεί να πράξουμε τώρα. Ολόκληρη η προφητική παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης τείνει, κατά την ορθόδοξη ανάγνωση, προς ένα κέντρο και ένα τέλος, τον Χριστό. Κορυφώνεται δε στο πρόσωπο του Ιωάννου του Προδρόμου, τον οποίο ο ίδιος ο Κύριος ονόμασε μεγαλύτερο «ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», τον τελευταίο και μεγαλύτερο των προφητών, τη γέφυρα ανάμεσα στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Το χάρισμα της προφητείας δεν έπαυσε με την έλευση του Χριστού. Στην πρώτη Εκκλησία η προφητεία συγκαταλέγεται ρητά μεταξύ των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Ο απόστολος Παύλος την τοποθετεί στους καταλόγους των πνευματικών δωρεών, στην προς Κορινθίους, στην προς Ρωμαίους και στην προς Εφεσίους επιστολή, και μάλιστα στην πρώτη προς Κορινθίους την κατατάσσει αμέσως μετά το αποστολικό αξίωμα, «πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους». Η Καινή Διαθήκη μνημονεύει επώνυμους προφήτες, όπως τον Άγαβο, που προείπε τον μεγάλο λιμό επί Κλαυδίου και αργότερα τη σύλληψη του Παύλου στα Ιεροσόλυμα, δένοντας συμβολικά τα χέρια και τα πόδια του με τη ζώνη του αποστόλου. Αναφέρει επίσης τις τέσσερις θυγατέρες του Φιλίππου, που είχαν το χάρισμα της προφητείας. Ο προφητικός λόγος στην αποστολική κοινότητα δεν ήταν ανεξέλεγκτος: εκτιμούνταν, εξεταζόταν και υποβαλλόταν σε διάκριση από την Εκκλησία.
Η αντιπαραβολή με τον αρχαίο κόσμο φωτίζει ακόμη περισσότερο τη διαφορά. Η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα γνώρισε τα μαντεία, τους χρησμούς και τις Σίβυλλες, μορφές που η παράδοση θεωρούσε κατεχόμενες από θεϊκή έκσταση και ικανές να προλέγουν το μέλλον. Η Εκκλησία δεν αντιμετώπισε το φαινόμενο αυτό με απλοϊκή απόρριψη, αλλά ούτε και με αφελή αποδοχή. Οι πρώτοι απολογητές, μάλιστα, χρησιμοποίησαν κατά καιρούς σιβυλλικά κείμενα για να προσεγγίσουν τους εθνικούς, γνωρίζοντας όμως ότι επρόκειτο για ένα εντελώς διαφορετικό είδος λόγου, όπου η έκσταση σήμαινε συχνά απώλεια της αυτοσυνειδησίας, σε αντίθεση προς τον νηφάλιο προφήτη της Βίβλου που μιλά με πλήρη επίγνωση. Η ιστορία των σιβυλλικών χρησμών, ψευδεπίγραφων κειμένων που συνετέθησαν και παρεμβλήθησαν επί αιώνες, είναι διδακτική για το πόσο εύκολα ο ανθρώπινος λόγος μεταμφιέζεται σε θεϊκό όταν λείπει η διάκριση. Ο γνήσιος προφήτης, αντιθέτως, δεν χάνεται μέσα στην έκσταση αλλά παραμένει διαυγής υπηρέτης του λόγου που του εμπιστεύεται ο Θεός.
Η αρχαία Εκκλησία ανέπτυξε ακόμη ένα ισχυρό επιχείρημα, το λεγόμενο επιχείρημα εκ της προφητείας. Ο άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, στην «Απολογία» του και στον «Διάλογο πρὸς Τρύφωνα», γύρω στα μέσα του δευτέρου αιώνα, έδειξε συστηματικά ότι τα προφητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης προανήγγειλαν με ακρίβεια τη ζωή, το πάθος, την ανάσταση και την ανάληψη του Χριστού. Η εκπλήρωση των παλαιότερων προφητειών, υποστήριζε, δικαιολογεί την προσδοκία και της εκπληρώσεως όσων απομένουν. Το επιχείρημα αυτό έγινε ακρογωνιαίος λίθος της πατερικής απολογητικής και παραμένει ζωντανό στη λειτουργική συνείδηση της Εκκλησίας, που ψάλλει διαρκώς τη συνάντηση προρρήσεως και εκπληρώσεως.
Οφείλουμε ωστόσο μια διευκρίνιση, για να μην παρασυρθούμε σε υπερβολές. Η ορθόδοξη παράδοση δέχεται ότι το χάρισμα της προφητείας συνεχίζεται στην Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος, στα πρόσωπα αγίων και Γερόντων, αλλά πάντοτε υποτεταγμένο στον Χριστό και δοκιμαζόμενο από την Εκκλησία. Κατά τους πρώτους μεταποστολικούς αιώνες τα εκτυπότερα χαρίσματα φαίνεται να αραίωσαν σε συχνότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Πνεύμα εγκατέλειψε την Εκκλησία. Η ορθόδοξη θέση αποφεύγει δύο ακρότητες. Από τη μία δεν δέχεται ότι η προφητεία έσβησε ολοσχερώς, σαν να απομακρύνθηκε ο Θεός από την ιστορία. Από την άλλη δεν αποδέχεται νέες, ιδιωτικές αποκαλύψεις που θα ανταγωνίζονταν ή θα συμπλήρωναν την πληρότητα της εν Χριστώ αποκαλύψεως, η οποία φυλάσσεται στην Ιερά Παράδοση. Ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία μας ειπώθηκε και φανερώθηκε στον Χριστό. Κάθε γνήσια μεταγενέστερη προφητεία δεν προσθέτει νέο δόγμα αλλά υπηρετεί, φωτίζει και εφαρμόζει το ήδη δεδομένο.
Οι μεσσιανικές προφητείες που εκπληρώθηκαν στον Χριστό
Το κέντρο βάρους της χριστιανικής θεωρήσεως της προφητείας δεν βρίσκεται στο μέλλον αλλά στο παρελθόν, στο πρόσωπο του Χριστού. Η Εκκλησία διαβάζει ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη ως προετοιμασία και προτύπωση, και βλέπει στον Ιησού την εκπλήρωση των μεσσιανικών προρρήσεων. Ήδη στην αρχή της Γενέσεως, στο λεγόμενο πρωτευαγγέλιο, δίδεται η υπόσχεση ότι το σπέρμα της γυναικός θα συντρίψει την κεφαλή του όφεως. Οι Πατέρες, από τον άγιο Ειρηναίο και εξής, είδαν εδώ την πρώτη υπόσχεση της νίκης του Χριστού κατά του διαβόλου και ανέπτυξαν την αντιστοιχία Εύας και Μαρίας, της μητέρας του θανάτου και της μητέρας της ζωής. Στην ευλογία του Ιακώβ προς τον Ιούδα προαναγγέλλεται ότι δεν θα εκλείψει άρχων από τον Ιούδα «ἕως ἂν ἔλθῃ» εκείνος στον οποίο ανήκει η βασιλεία, πρόρρηση που η πατερική παράδοση συνέδεσε με την παύση της ιουδαϊκής αυτονομίας κατά την εποχή του Χριστού.
Ο προφήτης Ησαΐας κατέχει ξεχωριστή θέση. Το «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» αναγιγνώσκεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο ως προφητεία της εκ Παρθένου γεννήσεως. Εδώ οφείλουμε ειλικρίνεια, γιατί το σημείο έχει συζητηθεί πολύ. Η εβραϊκή λέξη του πρωτοτύπου, «αλμά», σημαίνει τη νεαρή γυναίκα σε ηλικία γάμου, ενώ η μετάφραση των Εβδομήκοντα την αποδίδει με το «παρθένος». Η ορθόδοξη Εκκλησία δεν στηρίζει την πίστη της στην εκ Παρθένου γεννήσεως σε μια φιλολογική λεπτομέρεια του εβραϊκού κειμένου, αλλά δέχεται το κείμενο των Εβδομήκοντα ως το αυθεντικό της κείμενο, εκείνο που χρησιμοποίησαν οι απόστολοι και οι Πατέρες. Η ανάγνωση αυτή δεν είναι, επομένως, μια βεβιασμένη απόδειξη από το εβραϊκό, αλλά η ομολογία της Εκκλησίας που διαβάζει τη Γραφή μέσα από την παράδοσή της. Στον ίδιο προφήτη ανήκουν και το «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν», με τα θεϊκά ονόματα του Μεσσία, και η προφητεία της ράβδου εκ της ρίζης Ιεσσαί. Την τελευταία η υμνογραφία της Εκκλησίας συνέδεσε με την Παναγία ως τη ράβδο και τον Χριστό ως το άνθος, εικόνα που επανέρχεται στις καταβασίες των Χριστουγέννων και στη ρίζα του Ιεσσαί της εικονογραφίας.
Ο προφήτης Μιχαίας προσδιόρισε τον τόπο της γεννήσεως, τη Βηθλεέμ, και το ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφέρει ότι οι αρχιερείς και οι γραμματείς παρέπεμψαν τον Ηρώδη ακριβώς σε αυτή την προφητεία. Η ιδιαιτερότητα, η αναφορά σε μια μικρή κωμόπολη και όχι στην Ιερουσαλήμ, θεωρήθηκε από τους Πατέρες ένδειξη ότι δεν πρόκειται για επινοημένη αφήγηση. Το πεντηκοστό τρίτο κεφάλαιο του Ησαΐα, ο ύμνος του πάσχοντος Δούλου του Κυρίου, περιγράφει εκείνον που τραυματίζεται για τις ανομίες μας, που φέρει τις αμαρτίες πολλών και μεσιτεύει για τους παραβάτες. Στις Πράξεις των Αποστόλων ο διάκονος Φίλιππος ερμηνεύει αυτό ακριβώς το χωρίο στον Αιθίοπα ευνούχο ως αναφορά στον Ιησού. Η αρχαία παράδοση ονόμασε το κεφάλαιο αυτό «πέμπτο ευαγγέλιο», και η λειτουργική πράξη το αναγιγνώσκει τη Μεγάλη Παρασκευή ως προφητεία του πάθους. Η Καινή Διαθήκη επανέρχεται στον πάσχοντα Δούλο δεκάδες φορές, τόσο ώστε να μπορεί κανείς να πει ότι ο Ησαΐας προσέφερε στην πρώτη Εκκλησία το ερμηνευτικό κλειδί για να κατανοήσει το σκάνδαλο του σταυρού.
Πίσω από όλα αυτά τα επιμέρους χωρία υπάρχει μια βαθύτερη αρχή, που αξίζει να διατυπωθεί ρητά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη κατά κύριο λόγο μέσα από το κείμενο των Εβδομήκοντα, τη μετάφραση που ήταν η Γραφή των αποστόλων και των Πατέρων. Αυτό έχει συνέπειες, όπως είδαμε στο «παρθένος» του Ησαΐα και στο «ὤρυξαν» του ψαλμού, όπου η ανάγνωση των Εβδομήκοντα διαφέρει από το μεταγενέστερο εβραϊκό μασωριτικό κείμενο. Για την Εκκλησία αυτό δεν είναι αδυναμία αλλά η ίδια η παραδοθείσα της Γραφή. Οι Πατέρες, εξάλλου, δεν προσέγγιζαν τις προφητείες με τη λογική του σύγχρονου ιστορικού που αναζητεί μια μηχανική αντιστοιχία, αλλά με τη λογική της ανακεφαλαιώσεως, όπως τη διατύπωσε ο άγιος Ειρηναίος. Ο Χριστός ανακεφαλαιώνει, συγκεφαλαιώνει και ολοκληρώνει ολόκληρη την ιστορία της σωτηρίας, και υπό το φως της Αναστάσεώς του αποκαλύπτεται το βαθύτερο νόημα των παλαιών κειμένων. Η ανάγνωση αυτή είναι τυπολογική και πνευματική, όχι μια συλλογή αποσπασματικών αποδείξεων, και ακριβώς γι’ αυτό αντέχει στην κριτική. Δεν στηρίζεται σε ένα μεμονωμένο χωρίο που θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, αλλά στη συνολική συνοχή μιας ολόκληρης Γραφής που συγκλίνει στο ίδιο πρόσωπο.
Ιδιαίτερα πυκνή είναι η σχέση των Ψαλμών με το πάθος. Ο εικοστός πρώτος ψαλμός κατά τους Εβδομήκοντα, ο εικοστός δεύτερος κατά την εβραϊκή αρίθμηση, ανοίγει με το «ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με;», λόγο που ο ίδιος ο Κύριος πρόφερε επάνω στον σταυρό. Ο ίδιος ψαλμός περιέχει τη φράση «ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου» και το «διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Οφείλουμε και εδώ διευκρίνιση. Το εβραϊκό μασωριτικό κείμενο σε αυτό το σημείο διαβάζεται διαφορετικά, ενώ η ανάγνωση των Εβδομήκοντα, «ὤρυξαν», δηλαδή διάτρησαν, επιβεβαιώνεται πλέον και από αρχαία χειρόγραφα των ευρημάτων της ερήμου του Ιούδα. Η Εκκλησία διαβάζει τον ψαλμό στην εκδοχή των Εβδομήκοντα, και η υμνογραφία της Μεγάλης Παρασκευής είναι διαποτισμένη από αυτόν. Στον ίδιο κύκλο ανήκουν το «ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος», η προφητεία για τη Θριαμβευτική Είσοδο του βασιλέως «πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον» στον Ζαχαρία, τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας στον ίδιο προφήτη, και το «ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν», που ο ευαγγελιστής Ιωάννης συνδέει με τη λόγχευση της πλευράς. Ο προφήτης Μαλαχίας, τέλος, προανήγγειλε τον αγγελιαφόρο που θα προετοιμάσει την οδό του Κυρίου, τον οποίο η Εκκλησία ταυτίζει με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Δεν λείπουν και τα σημεία που απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή στην ερμηνεία. Η προφητεία των εβδομήκοντα εβδομάδων στον Δανιήλ αναγνωρίστηκε σχεδόν ομόφωνα από τους Πατέρες ως αναφορά στον ερχομό του Μεσσία. Ωστόσο οι ίδιοι οι Πατέρες διαφώνησαν μεταξύ τους ως προς τον ακριβή υπολογισμό, ως προς το αν οι εβδομάδες καταλήγουν στη γέννηση, στη βάπτιση ή στη σταύρωση. Θα ήταν λάθος, επομένως, να παρουσιάζουμε το χωρίο σαν έναν μηχανικό, μαθηματικά ακριβή χρησμό που προσδιορίζει ημερομηνίες. Η ορθόδοξη ανάγνωση κρατεί τη βεβαιότητα της αναφοράς στον Χριστό και συνάμα την ταπεινή αναγνώριση ότι η ακριβής χρονολογική ερμηνεία παραμένει ανοιχτή.
Από όλα αυτά προκύπτει ο σωστός τρόπος να μιλάμε για τις εκπληρωμένες προφητείες. Η δύναμη του επιχειρήματος δεν βρίσκεται στην απομόνωση μεμονωμένων χωρίων που ταιριάζουν σαν κλειδί σε κλειδαριά, αλλά στη συνολική, αφηγηματική και τυπολογική συνοχή. Οι απόστολοι και οι Πατέρες δεν διάβαζαν την Παλαιά Διαθήκη ως μηχανή προβλέψεων αλλά ως Γραφή που ολόκληρη προσανατολίζεται στον Χριστό. Η πολλαπλότητα των προρρήσεων, ο συγκεκριμένος τόπος, η συγκεκριμένη τιμή της προδοσίας, ο συγκεκριμένος τρόπος του θανάτου, καθιστά την ερμηνεία αυτή εύλογη και συνεκτική. Ταυτόχρονα η ορθόδοξη σεμνότητα δεν ισχυρίζεται ότι κάθε στίχος της Παλαιάς Διαθήκης είναι κρυπτογραφημένη αναφορά στον Χριστό. Η ερμηνεία της Εκκλησίας είναι εκ των υστέρων φωτισμένη από την Ανάσταση, πίστη που αναζητεί κατανόηση, και όχι μια θριαμβολογία που θέλει να αποδείξει τα πάντα με τη βία. Ο Χριστός είναι το τέλος, δηλαδή η πλήρωση, του νόμου και των προφητών, και αυτό αρκεί.
Οι προφητείες του ίδιου του Χριστού
Ο Χριστός δεν υπήρξε μόνο το αντικείμενο των προφητειών αλλά και ο ίδιος προφήτης, με την πληρέστερη έννοια. Το ευαγγέλιο διασώζει προρρήσεις του που εκπληρώθηκαν, άλλες μέσα σε ώρες και άλλες μέσα σε δεκαετίες, και η εκπλήρωσή τους λειτουργεί για την Εκκλησία ως σημείο της αξιοπιστίας του λόγου του και της θεότητός του, όχι ως παιχνίδι προβλέψεων. Η πλέον εντυπωσιακή είναι η πρόρρηση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και του Ναού. Βλέποντας τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, ο Κύριος είπε ότι δεν θα μείνει «λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ καταλυθήσεται». Ο λόγος αυτός εκπληρώθηκε το έτος εβδομήντα, όταν τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπό τον Τίτο, γιο του αυτοκράτορα Ουεσπασιανού, πολιόρκησαν και κατέλαβαν την πόλη, κατέστρεψαν τον Ναό και ισοπέδωσαν τα τείχη. Ο ιστορικός Ιώσηπος, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, περιέγραψε την ολοσχερή καταστροφή στο έργο του για τον ιουδαϊκό πόλεμο. Οι αριθμοί των θυμάτων που παραδίδει θεωρούνται σήμερα υπερβολικοί, όπως συνηθιζόταν στην αρχαία ιστοριογραφία, αλλά το γεγονός της καταστροφής και της μαζικής απώλειας είναι ιστορικά βέβαιο. Το σημαντικό είναι ότι η πρόρρηση εκπληρώθηκε μέσα στην ίδια γενεά, όπως είχε προειπωθεί.
Άλλες προρρήσεις εκπληρώθηκαν σχεδόν αμέσως, ενώπιον μαρτύρων. Ο Κύριος προείπε στον Πέτρο ότι θα τον αρνηθεί τρεις φορές πριν λαλήσει ο πετεινός, και το ευαγγέλιο περιγράφει την τριπλή άρνηση μέσα στην ίδια νύχτα, το λάλημα του πετεινού και τα δάκρυα της μετανοίας. Προγνώρισε την προδοσία του Ιούδα και την υπέδειξε στο δείπνο. Προανήγγειλε επανειλημμένα τον θάνατο και την ανάστασή του «τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ», και μάλιστα οι ίδιοι οι αντίπαλοί του θυμήθηκαν αυτόν τον λόγο και ζήτησαν να ασφαλιστεί ο τάφος. Προείπε ότι το ευαγγέλιο θα κηρυχθεί σε όλα τα έθνη, πράγμα που άρχισε να εκπληρώνεται ήδη μέσα στον πρώτο αιώνα με την εξάπλωση της Εκκλησίας στα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας και συνεχίζεται έως σήμερα. Προειδοποίησε τους μαθητές ότι θα διωχθούν και θα θανατωθούν, ότι θα έρθει ώρα που ο φονεύς τους θα νομίζει ότι προσφέρει λατρεία στον Θεό, και η ιστορία των μαρτύρων, από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο και εξής, επιβεβαίωσε τον λόγο. Ακόμη και για τον τρόπο του θανάτου του Πέτρου έδωσε αινιγματική πρόρρηση, όταν του είπε ότι στα γηρατειά θα εκτείνει τα χέρια του και άλλος θα τον οδηγήσει όπου δεν θέλει. Οφείλουμε εδώ μια διάκριση. Η λεπτομέρεια ότι ο Πέτρος σταυρώθηκε αντεστραμμένος δεν προέρχεται από τη Γραφή αλλά από μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση, και ως τέτοια πρέπει να παρουσιάζεται, με σεβασμό αλλά και με ακρίβεια.
Χρειάζεται ωστόσο σύνεση στην ερμηνεία της λεγόμενης επί του Όρους των Ελαιών ομιλίας, όπου ο Κύριος μιλά για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και ταυτόχρονα για τα έσχατα. Η ορθόδοξη ερμηνεία διαβάζει τα κεφάλαια αυτά σε δύο επίπεδα. Το ένα αφορά το ιστορικό γεγονός του εβδομήντα, την πολιορκία και την ερήμωση. Το άλλο αφορά τη Δευτέρα Παρουσία και την τελική κρίση. Οι δύο ορίζοντες πλέκονται στον ίδιο λόγο, και ακριβώς γι’ αυτό η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί την ομιλία αυτή για να ορίσει ημερομηνίες. Ο ίδιος ο Χριστός, στην ίδια συνάφεια, διακήρυξε ότι «περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν». Το δίδαγμα των εκπληρωμένων προρρήσεων του Χριστού δεν είναι, επομένως, να θαυμάσουμε μια ικανότητα προβλέψεως, αλλά να εμπιστευτούμε τον λόγο εκείνου του οποίου κάθε λόγος αποδείχθηκε αληθινός μέσα στην ιστορία.
Το προφητικό χάρισμα στους αγίους και τους Γέροντες
Η ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει ότι το προφητικό χάρισμα, ή ακριβέστερα το χάρισμα της προοράσεως και της διοράσεως, χαρίζεται και σε αγίους της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για μια ικανότητα ανεξάρτητη, ούτε για ένα εντυπωσιακό ταλέντο, αλλά για καρπό της καθάρσεως της καρδιάς. Ο άγιος βλέπει μακρύτερα και βαθύτερα όχι επειδή κατέχει κάποια τεχνική, αλλά επειδή, καθαρίζοντας τον νου και την καρδιά του από τα πάθη, γίνεται διαυγέστερος δέκτης του θείου φωτισμού. Το χάρισμα αυτό συνδέεται αξεδιάλυτα με τα στάδια της πνευματικής ζωής, την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση, και είναι αχώριστο από την ταπείνωση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των γνησίων φορέων του είναι ότι απέφευγαν να το επιδεικνύουν, φοβούμενοι την κενοδοξία και μη θέλοντας να γίνουν αιτία σκανδαλισμού.
Ξεχωριστή θέση στη νεότερη ελληνική συνείδηση κατέχει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο ισαπόστολος. Γεννημένος στο Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας γύρω στο χίλια επτακόσια δεκατέσσερα, μοναχός στη μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους, αφιέρωσε πάνω από είκοσι πέντε χρόνια σε ακαταπόνητη περιοδεία και κήρυγμα στην Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Αλβανία. Ίδρυσε εκατοντάδες σχολεία, στήριξε τον υπόδουλο ελληνισμό στην πίστη και τη γλώσσα, και τελικά μαρτύρησε το χίλια επτακόσια εβδομήντα εννέα. Η Εκκλησία τον κατέταξε επίσημα στους αγίους το χίλια εννιακόσια εξήντα ένα. Η αγιότητά του, το κήρυγμά του και το μαρτύριό του δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Είναι όμως ακριβώς προς τιμήν του που οφείλουμε νηφαλιότητα ως προς τις λεγόμενες προφητείες του.
Οι δημοφιλείς κατάλογοι αποδίδουν στον άγιο Κοσμά εντυπωσιακές προρρήσεις, τη ζώσα περιγραφή του τηλεφώνου ή του ηλεκτρισμού στη φράση για τον τόπο που θα ζωστεί με μια κλωστή, την περιγραφή του αεροπλάνου στην εικόνα του ανθρώπου που θα πετά, την ερήμωση των χωριών και πολλά άλλα. Η ειλικρίνεια απαιτεί να πούμε ότι η κειμενική παράδοση αυτών των προφητειών είναι προβληματική. Δεν σώζεται κανένα αυτόγραφο χειρόγραφο του ίδιου του αγίου. Όσα γνωρίζουμε προέρχονται από αντίγραφα δεύτερου και τρίτου χεριού, καταγεγραμμένα κυρίως μετά τον θάνατό του, και τα διάφορα χειρόγραφα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο, τη σειρά και τη διατύπωση. Η επιστημονική έκδοση του Ιωάννη Μενούνου, «Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία», αποτελεί τη σοβαρότερη προσπάθεια συγκεντρώσεως και κριτικής θεωρήσεως του υλικού, και ήδη αυτή δείχνει πόσο ρευστή είναι η παράδοση. Ορισμένες από τις πιο θεαματικές προρρήσεις, όπως εκείνη για το αεροπλάνο, θεωρούνται από την έρευνα ιδιαίτερα αμφίβολες, καθώς εμφανίζονται σε κείμενα που συντάχθηκαν αφού τα γεγονότα είχαν ήδη συμβεί. Ακόμη περισσότερο, μεταγενέστερες ερμηνευτικές σημειώσεις προσπάθησαν να ταιριάξουν λόγια του αγίου με σύγχρονες εφευρέσεις, φορτώνοντας το αρχικό κείμενο με νοήματα που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν στον ίδιο.
Ποια είναι η σωστή στάση; Η Εκκλησία δεν αγιοποιεί κανέναν επειδή προέβλεψε το μέλλον. Τιμά τον άγιο Κοσμά για τη ζωή, το κήρυγμα, τα σχολεία, την αγάπη προς τον λαό και το μαρτύριό του, όχι για έναν κατάλογο επαληθευμένων προβλέψεων. Είναι πολύ πιθανό ο άγιος, μέσα στο κήρυγμά του, να χρησιμοποίησε προφητικό και αποκαλυπτικό λόγο, κάτι σύνηθες στην παράδοση και απολύτως θεμιτό. Το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος αλλά η μετέπειτα εμπορευματοποίηση των προφητειών του, η μετατροπή τους σε θέαμα και σε τροφή της περιέργειας. Η ευλάβεια προς τον άγιο δεν απαιτεί να υπερασπιζόμαστε κάθε φράση που κυκλοφορεί στο όνομά του. Απαιτεί, αντιθέτως, τη διάκριση που ο ίδιος δίδαξε με τη ζωή του.
Το ίδιο μέτρο ισχύει και για τους νεότερους Γέροντες. Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης και ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, καταξιωμένοι στη συνείδηση του πληρώματος και αγιοκαταταγμένοι, ο πρώτος το δύο χιλιάδες δεκαπέντε και ο δεύτερος το δύο χιλιάδες δεκατρία, είχαν αναγνωρισμένα το χάρισμα της διοράσεως. Και οι δύο, όμως, ήταν εξαιρετικά επιφυλακτικοί στο να το επιδεικνύουν. Ο άγιος Πορφύριος έλεγε καθαρά ότι δεν του αρέσει να προφητεύει. Ο άγιος Παΐσιος συμβούλευε ειρήνη, μετάνοια και εμπιστοσύνη στον Θεό, όχι φόβο. Οφείλουμε εδώ να προσέξουμε ιδιαίτερα, γιατί στο όνομα ιδίως του αγίου Παϊσίου κυκλοφορούν πλήθος γεωπολιτικών προφητειών, για πολέμους, σύνορα και έθνη, οι οποίες στη μεγάλη τους πλειονότητα προέρχονται από προφορική διάδοση και δεν τεκμηριώνονται από αξιόπιστες πηγές. Η προσκόλληση σε τέτοιους καταλόγους αδικεί τον ίδιο τον άγιο, μεταθέτοντας την προσοχή από το ουσιώδες, τη μετάνοια και την αγάπη, στο δευτερεύον και αβέβαιο.
Η διάκριση των πνευμάτων: πλάνη και νηφαλιότητα
Εδώ φτάνουμε στην καρδιά της ορθόδοξης θέσεως, που είναι η διάκριση. Η Εκκλησία ουδέποτε υπήρξε αφελής απέναντι στους ισχυρισμούς για προφητείες, οράματα και φωνές. Γνωρίζει, από μακρά ασκητική πείρα, ότι δίπλα στο γνήσιο χάρισμα υπάρχει η πλάνη, η απάτη που εισέρχεται στην ψυχή είτε από τη δαιμονική ενέργεια είτε από την ίδια την αυτενέργεια της φαντασίας και της υπερηφανείας. Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, στηριγμένος στους νηπτικούς Πατέρες της Φιλοκαλίας, αφιέρωσε ειδική πραγματεία στην πλάνη, ορίζοντάς την ως τραυματισμό της ανθρώπινης φύσεως από το ψεύδος. Οι ρίζες της είναι η υπερηφάνεια, ο φθόνος του πονηρού και η πρόωρη πνευματική φιλοδοξία, δηλαδή η αναζήτηση οραμάτων και χαρισμάτων πριν θεμελιωθεί η ταπείνωση. Η πιο επικίνδυνη εκδήλωσή της είναι ακριβώς η αποδοχή ψευδών οραμάτων και φωνών ως θείων. Γι’ αυτό και ο ασκητικός κανόνας είναι αυστηρός: ο πιστός δεν αποδέχεται εύκολα οράματα και εσωτερικές φωνές, δεν τα επιζητεί, δεν εμπιστεύεται τη φαντασία του, αλλά υποβάλλει τα πάντα στη δοκιμασία της Εκκλησίας και στην καθοδήγηση έμπειρου πνευματικού.
Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία δοκιμάζεται μια προφητεία; Η Αγία Γραφή προσφέρει σαφείς οδηγίες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης προτρέπει «μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον». Ο Κύριος έδωσε τον κανόνα των καρπών, «ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ο απόστολος Παύλος συνιστά ισορροπία, «τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε, προφητείας μὴ ἐξουθενεῖτε· πάντα δὲ δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε», ώστε ούτε να καταπνίγουμε το γνήσιο ούτε να δεχόμαστε αδιάκριτα το κάθε τι. Το Δευτερονόμιο θέτει ένα πρακτικό κριτήριο: όταν μια πρόρρηση δεν πραγματοποιείται, δεν προήλθε από τον Θεό. Σε αυτά προστίθενται η συμφωνία με το δόγμα και την παράδοση της Εκκλησίας, η ταπείνωση του φορέα, που αναγνωρίζει τον εαυτό του αμαρτωλό και δεν ζητεί οπαδούς, και η υποταγή στην εκκλησιαστική αρχή αντί της προβολής ιδιωτικής εξουσίας. Καμία προφητεία δεν στέκεται πάνω από την Εκκλησία και τη Σύνοδο.
Η διάκριση αυτή δεν είναι νεότερη επινόηση αλλά συνοδεύει την Εκκλησία από τα πρώτα της βήματα. Ήδη η αρχαία Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων, ένα από τα παλαιότερα εκκλησιαστικά κείμενα, έδινε πρακτικά κριτήρια για τη δοκιμασία των περιοδευόντων προφητών. Δίδασκε ότι ο προφήτης αναγνωρίζεται από τους τρόπους και τη ζωή του, ότι δεν πρέπει να δοκιμάζεται όποιος πράγματι μιλά εν Πνεύματι, αλλά ότι εκείνος που ζητεί χρήματα, που παραμένει περισσότερο από όσο πρέπει επιβαρύνοντας την κοινότητα, ή που η ζωή του δεν συμφωνεί με τα λόγια του, είναι ψευδοπροφήτης. Το κριτήριο, δηλαδή, δεν ήταν ποτέ μόνο η φαινομενική ακρίβεια μιας προρρήσεως αλλά ο χαρακτήρας, η ανιδιοτέλεια και η αλήθεια της ζωής. Ο ίδιος πρακτικός ρεαλισμός διατρέχει ολόκληρη την πατερική παράδοση, από τους νηπτικούς Πατέρες της ερήμου έως τους σύγχρονους Γέροντες. Η αγιότητα δεν αποδεικνύεται με το θέαμα αλλά με τους καρπούς του Πνεύματος, την αγάπη, την ταπείνωση, την ειρήνη.
Τα κριτήρια αυτά επιτρέπουν να αντιμετωπίσουμε νηφάλια το πλήθος των κειμένων που κυκλοφορούν με το κύρος αγίων ονομάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη προφητεία του Νείλου του Μυροβλύτου για τον εικοστό αιώνα, ένα κείμενο ευρύτατα διαδεδομένο που όμως θεωρείται νόθο και αβέβαιης προελεύσεως. Το ίδιο το περιεχόμενό του εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις και χρονολογικές αδυναμίες που προδίδουν τη μεταγενέστερη σύνθεση ή αλλοίωση. Η ορθόδοξη διάκριση δεν εφαρμόζεται μόνο στις προφορικές προφητείες αλλά και στα κείμενα: δεν είναι κάθε κείμενο που φέρει το όνομα ενός αγίου γνήσιο έργο του. Το ίδιο ισχύει, όπως είδαμε, για μεγάλο μέρος των γεωπολιτικών προφητειών που αποδίδονται σε σύγχρονους Γέροντες. Η προσεκτική στάση δεν είναι έλλειψη ευλαβείας αλλά η ίδια η ευλάβεια στην πιο ώριμη μορφή της.
Υπάρχει και μια ευρύτερη νόσος, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε προφητειολογία, δηλαδή η εμμονική ενασχόληση με προφητείες περί των εσχάτων, η διαρκής αναζήτηση σημείων, η καλλιέργεια του φόβου και του πανικού. Οι γνήσιοι Γέροντες προειδοποιούσαν εναντίον αυτής της νοοτροπίας. Ο άγιος Παΐσιος συμβούλευε ψυχραιμία και εμπιστοσύνη στη νίκη του Χριστού, όχι κινητοποίηση από τον τρόμο. Η σωτηρία, δίδασκε η παράδοση, ελκύεται από την αγάπη και όχι από τον φόβο. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η απόρριψη κάθε χρονολογήσεως των εσχάτων. Ο Κύριος διακήρυξε ότι ούτε οι άγγελοι γνωρίζουν την ημέρα και την ώρα, και προειδοποίησε τους μαθητές ότι δεν είναι δικό τους «γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ». Όσοι κατά καιρούς προσδιόρισαν ημερομηνίες πλανήθηκαν, χωρίς εξαίρεση. Η Εκκλησία, εξάλλου, δεν υιοθέτησε ποτέ τον χιλιασμό, τη δοξασία δηλαδή για μια επίγεια χιλιετή βασιλεία του Χριστού πριν από το τέλος, και το Σύμβολο της Πίστεως ομολογεί ότι της βασιλείας του «οὐκ ἔσται τέλος».
Έχει σημασία, στο σημείο αυτό, να σκεφτούμε ποιμαντικά. Δεν είναι λίγοι οι πιστοί που ταράζονται πραγματικά, που χάνουν τον ύπνο τους διαβάζοντας κείμενα για επικείμενες καταστροφές, που ζουν μέσα σε ένα κλίμα αγωνίας για το τέλος. Η απάντηση της Εκκλησίας σε αυτούς δεν είναι ούτε η ειρωνεία ούτε η επίταση του φόβου, αλλά η στροφή προς το ουσιώδες. Ο πνευματικός δεν καλείται να λύσει το αίνιγμα του μέλλοντος αλλά να επαναφέρει την ψυχή στην ειρήνη του παρόντος, στη μετάνοια, στην προσευχή, στη συμμετοχή στα μυστήρια. Το πιο σοφό αντίδοτο στην αγωνία των εσχάτων δεν είναι η γνώση περισσότερων προφητειών αλλά η καθημερινή πιστότητα στο θέλημα του Θεού. Όποιος ζει σωστά το σήμερα δεν έχει λόγο να τρέμει το αύριο, γιατί ο ίδιος Κύριος που κρατεί την ιστορία στα χέρια του κρατεί και τη δική του ζωή. Αυτή η μετατόπιση, από την περιέργεια για τον χρόνο στην ετοιμότητα της καρδιάς, είναι ίσως το πολυτιμότερο δώρο που μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία σε έναν ταραγμένο άνθρωπο.
Όσα ακόμη αναμένει η Εκκλησία
Το ότι η Εκκλησία απορρίπτει τη μελλοντολογία δεν σημαίνει ότι δεν προσδοκά τίποτε. Αντιθέτως, ζει με έντονη προσδοκία, αλλά προσδοκία που έχει σαφή δομή και ιεράρχηση. Χρειάζεται εδώ να ξεχωρίσουμε με προσοχή δύο επίπεδα, το δόγμα και τον θρύλο, γιατί η σύγχυσή τους είναι πηγή πολλών παρανοήσεων.
Στο επίπεδο του δόγματος, η Εκκλησία ομολογεί με βεβαιότητα όσα περιέχει το Σύμβολο της Πίστεως. Ο Χριστός θα έλθει και πάλι «μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς», θα γίνει η ανάσταση των νεκρών, η τελική κρίση και η ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αυτά δεν είναι εικασίες αλλά η πίστη της Εκκλησίας. Η Καινή Διαθήκη δίνει επίσης σημεία που θα προηγηθούν, πολέμους και ακοές πολέμων, λιμούς και σεισμούς, ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες, διωγμούς, την ψύξη της αγάπης των πολλών, το κήρυγμα του ευαγγελίου σε όλα τα έθνη. Ο απόστολος Παύλος μιλά για την αποστασία και για την αποκάλυψη του «ἀνθρώπου τῆς ἀνομίας», του Αντιχρίστου, πριν από τη Δευτέρα Παρουσία. Η πατερική παράδοση ασχολήθηκε με το πρόσωπο αυτό, με προσοχή όμως και χωρίς την αξίωση να ορίσει λεπτομέρειες που η Γραφή αφήνει ασαφείς. Ορισμένες παραδόσεις, όπως η αναφορά στους δύο μάρτυρες της Αποκαλύψεως ή η επιστροφή του Ηλία, ανήκουν στη σφαίρα της πατερικής γνώμης και όχι του καθορισμένου δόγματος, και δεν υπάρχει πλήρης ομοφωνία ούτε ως προς την ταυτότητά τους.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το ζήτημα του Αντιχρίστου, ακριβώς επειδή γύρω από αυτό ανθεί η φαντασία. Η πατερική παράδοση δέχεται ότι πριν από το τέλος θα εμφανιστεί ένα πρόσωπο αποστασίας, ενεργούμενο από τη δύναμη του πονηρού, που θα επιχειρήσει να απαιτήσει λατρεία με ψεύτικα σημεία και τέρατα. Ο απόστολος Παύλος μιλά επίσης για κάτι ή κάποιον που «κατέχει», που συγκρατεί προς το παρόν την αποκάλυψη της ανομίας, και οι Πατέρες πρότειναν διάφορες ερμηνείες γι’ αυτόν τον κατέχοντα, χωρίς όμως να επιβάλουν μία. Αυτό που έχει σημασία είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι σε κάθε προσπάθεια ταυτίσεως του Αντιχρίστου με συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα της κάθε εποχής. Κατά μήκος των αιώνων, αναρίθμητοι ηγεμόνες, αυτοκράτορες, πάπες και πολιτικοί χαρακτηρίστηκαν κατά καιρούς ως ο Αντίχριστος, και όλες αυτές οι ταυτίσεις διαψεύστηκαν. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, εξάλλου, είχε ήδη γράψει ότι «πολλοὶ ἀντίχριστοι γεγόνασι», δείχνοντας ότι το πνεύμα της αντιχριστίας ενεργεί σε κάθε εποχή, χωρίς αυτό να επιτρέπει βιαστικές ονοματοδοσίες. Η νηφάλια ορθόδοξη στάση, επομένως, δεν αρνείται τη διδασκαλία περί Αντιχρίστου, αλλά αρνείται τον πειρασμό να τη μετατρέψει σε παιχνίδι αναγνωρίσεων και υποψιών, που τελικά καλλιεργεί περισσότερο τον φόβο και το μίσος παρά την επαγρύπνηση της αγάπης.
Αξίζει εδώ μια ιστορική παρατήρηση για το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Η ανατολική Εκκλησία υπήρξε επιφυλακτική και βραδεία στην αποδοχή του στον κανόνα, και το βιβλίο αυτό, μολονότι κανονικό, δεν αναγιγνώσκεται στη λατρεία της Ορθοδοξίας. Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Εκφράζει τη βαθιά ορθόδοξη επιφύλαξη απέναντι στη γραμματική, κατά λέξη αποκωδικοποίηση των συμβόλων της Αποκαλύψεως, στην ταύτιση των εικόνων της με συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής μας. Τα σύμβολα του βιβλίου διαβάζονται τυπολογικά και καθολικά. Η Βαβυλώνα είναι κάθε κοινωνία που αντιπαρατίθεται στον Θεό, και ο αριθμός του θηρίου δηλώνει την αρχή της αποστασίας, όχι έναν συγκεκριμένο κωδικό σε μια σύγχρονη τεχνολογία. Όσοι θέλουν να εμβαθύνουν στο ζήτημα αυτό μπορούν να δουν τη νηφάλια ορθόδοξη θέση για τον αριθμό εξακόσια εξήντα έξι και το χάραγμα, καθώς και το ευρύτερο πλαίσιο των εσχάτων και της Δευτέρας Παρουσίας, όπως τα παρουσιάζει η Εκκλησία.
Στο δεύτερο επίπεδο, εντελώς διακριτό από το δόγμα, βρίσκεται ένα πλούσιο υλικό λαϊκής παραδόσεως και θρύλου. Εδώ ανήκει η θρυλική μορφή του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τον οποίο, κατά τον θρύλο, άγγελος μεταμόρφωσε σε μάρμαρο και έκρυψε σε σπηλιά, περιμένοντας την ώρα να ανακτήσει την Πόλη. Εδώ ανήκει και η παράδοση για τους ιερείς που λειτουργούσαν στην Αγία Σοφία την ώρα της αλώσεως και χάθηκαν μέσα στον τοίχο, για να επιστρέψουν όταν ο ναός γίνει και πάλι χριστιανικός. Αυτές οι διηγήσεις είναι σεβαστές ως εκφράσεις της ελπίδας και της αντοχής ενός λαού μέσα στη δουλεία, ως εικόνες πνευματικές, αλλά δεν αποτελούν δόγμα, ούτε προφητείες που η Εκκλησία αναμένει με δογματική βεβαιότητα. Η Εκκλησία δεν τις έχει επικυρώσει ως θεόπνευστες προρρήσεις. Το ίδιο ισχύει για τις διάφορες κυκλοφορούσες προφητείες περί μεγάλου πολέμου, περί της τύχης της Κωνσταντινουπόλεως και άλλων εθνών, οι οποίες συχνά συγχέουν τον εθνικό πόθο με την πνευματική αλήθεια. Η τιμή προς τη μνήμη και τον πόνο του γένους δεν επιτρέπει να ανάγουμε τον θρύλο σε δόγμα, ούτε να μετατρέπουμε την ελπίδα της αναστάσεως σε εργαλείο εθνικισμού ή έχθρας.
Η γνήσια ορθόδοξη προσδοκία, επομένως, είναι βέβαιη ως προς το ουσιώδες και ταπεινή ως προς τις λεπτομέρειες. Είναι βέβαιη ότι ο Χριστός νίκησε τον θάνατο και θα έλθει εν δόξη. Είναι ταπεινή, γιατί δεν γνωρίζει ούτε θέλει να μαντέψει τον χρόνο, τον τρόπο και τις επιμέρους περιστάσεις. Και είναι απαλλαγμένη από φόβο, γιατί το τέλος της ιστορίας δεν είναι για τον πιστό καταστροφή αλλά συνάντηση με τον αναστημένο Κύριο.
Τα διδάγματα
Τι διδασκόμαστε, τελικά, από τον τρόπο με τον οποίο η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει τις προφητείες; Πρώτο και κυριότερο, ότι η προφητεία δεν υπάρχει για να ικανοποιεί την περιέργεια αλλά για να οδηγεί στον Χριστό και στη μετάνοια. Κάθε γνήσια προφητεία, από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης έως τους αγίους των ημερών μας, δείχνει προς το ίδιο κέντρο. Όταν η ενασχόληση με τις προφητείες μας απομακρύνει από τη μετάνοια και μας βυθίζει στην ανήσυχη μελλοντολογία, έχει ήδη χάσει τον σκοπό της.
Δεύτερο, ότι το γνήσιο χαρακτηρίζεται από ταπείνωση και ξεχωρίζει από την πλάνη με τη διάκριση. Οι άγιοι που είχαν το χάρισμα το έκρυβαν. Όσοι το διαφημίζουν και το εμπορεύονται, όσοι απαιτούν οπαδούς και σπέρνουν φόβο, μαρτυρούν με τη στάση τους ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η Εκκλησία δεν μας ζητεί ούτε να απορρίπτουμε τα πάντα με καχυποψία ούτε να δεχόμαστε τα πάντα με ευπιστία, αλλά να δοκιμάζουμε, κρατώντας το καλό και απορρίπτοντας το νόθο.
Τρίτο, ότι ο φόβος δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος στην πνευματική ζωή. Η προφητειολογία, ο πανικός για ημερομηνίες, αριθμούς και σενάρια, είναι ξένη προς το πνεύμα του ευαγγελίου. Ο Κύριος, μιλώντας για τα σημεία των εσχάτων, δεν είπε να τρομάξουμε αλλά να αγρυπνούμε, να σηκώσουμε την κεφαλή μας γιατί πλησιάζει η απολύτρωσή μας. Η αγρύπνια είναι στάση αγάπης και ετοιμότητας, όχι στάση τρόμου.
Τέταρτο, ότι η ασφάλεια βρίσκεται στην Εκκλησία και όχι στην ιδιωτική βεβαιότητα. Ο πιστός δεν κρίνει μόνος του, με βάση το προσωπικό του αίσθημα, ποια προφητεία είναι γνήσια. Την υποβάλλει στο σώμα της Εκκλησίας, στη Γραφή, στους Πατέρες, στη λειτουργική εμπειρία, στη Σύνοδο και στον έμπειρο πνευματικό. Η ταπεινή αυτή υποταγή είναι η καλύτερη προστασία απέναντι στην πλάνη.
Αντί επιλόγου
Οι προφητείες, σωστά κατανοημένες, δεν είναι παράθυρο στο μέλλον για τους περιέργους αλλά μαρτυρία της πιστότητας του Θεού στην ιστορία. Η μεγάλη προφητεία εκπληρώθηκε ήδη, στο πρόσωπο του Χριστού, και σε αυτήν στηρίζεται όλη η ελπίδα μας για όσα απομένουν. Η Εκκλησία κρατεί τα μάτια της στραμμένα σε εκείνον που έρχεται, χωρίς να μετρά ημερομηνίες, χωρίς να τρέμει, χωρίς να παρασύρεται σε θεάματα. Ανάμεσα στην ευπιστία που δέχεται το κάθε τι και στην απιστία που περιφρονεί το χάρισμα, χαράζει τον στενό δρόμο της διακρίσεως. Και αυτός ο δρόμος, όπως όλα στην ορθόδοξη πνευματικότητα, δεν οδηγεί στον φόβο αλλά στην ειρήνη, στη μετάνοια και στην προσδοκία εκείνου που είπε «ναί, ἔρχομαι ταχύ», και στον οποίο η Εκκλησία απαντά «ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ».