Η λέξη «ἀντίδωρον» σημαίνει «αντί του δώρου» και παραπέμπει στον ευλογημένο άρτο που μοιράζεται στους πιστούς στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Δεν είναι το Σώμα του Χριστού, αλλά ευλογία από τα πρόσφορα της Προσκομιδής, που δίνεται ως σημείο συμμετοχής στη σύναξη και αγάπης του Θεού.

Προέλευση και ιστορία

Η συνήθεια της διανομής ευλογημένου άρτου έχει τις ρίζες της στην αρχαία Εκκλησία. Όταν η συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία δεν ήταν δυνατή για όλους, οι πιστοί έπαιρναν μια ευλογία άρτου αντί των θείων δώρων, για να διατηρούν τον δεσμό τους με την ευχαριστιακή κοινότητα. Στη βυζαντινή περίοδο η πρακτική αυτή οργανώθηκε λειτουργικά: το αντίδωρο κόβεται από τα πρόσφορα μετά την εξαγωγή του Αμνού και διανέμεται μετά την απόλυση.

Λειτουργική πράξη

Σήμερα, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο ιερέας μοιράζει το αντίδωρο στους εκκλησιαζομένους, συνήθως την ώρα που ασπάζονται τον Σταυρό. Ο πιστός το λαμβάνει με σεβασμό στο δεξί του χέρι και το τρώει αμέσως ή το παίρνει στο σπίτι. Το αντίδωρο δεν αντικαθιστά τη Θεία Κοινωνία, ούτε έχει μυστηριακό χαρακτήρα· είναι ευλογία και υπενθύμιση ότι ολόκληρη η ζωή του εκκλησιαζομένου αγιάζεται από τη συμμετοχή του στη λατρεία.

Ο συμβολισμός

Ο άρτος στην ορθόδοξη παράδοση είναι σύμβολο ενότητας και κοινωνίας. Όπως πολλοί κόκκοι σιταριού γίνονται ένας άρτος, έτσι και οι πιστοί ενώνονται στο σώμα του Χριστού. Το αντίδωρο, που προέρχεται από το ίδιο πρόσφορο από το οποίο αφαιρέθηκε ο Αμνός, υπενθυμίζει ότι όλοι, είτε κοινώνησαν είτε όχι, ανήκουν στην ίδια ευχαριστιακή οικογένεια. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Κυριακή προσευχή ζητούμε «τον άρτον ημών τον επιούσιον» — ο άρτος αυτός περιλαμβάνει και την καθημερινή τροφή και την πνευματική ευλογία.

Ποιμαντική σημασία

Το αντίδωρο δεν πρέπει να λαμβάνεται δεισιδαιμονικά. Δεν «καθαρίζει» ούτε υποκαθιστά τη Θεία Κοινωνία ή την εξομολόγηση. Είναι έκφραση της φιλοξενίας του Θεού, που μετά την κοινή προσευχή δεν αφήνει κανέναν να φύγει χωρίς ευλογία. Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι «εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν» (Α΄ Κορ. 10,17). Το αντίδωρο, ως μικρή ευλογία από το ίδιο πρόσφορο, μάς υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία είναι κοινωνία αγάπης, στην οποία όλοι καλούνται να μετέχουν με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη.