Λόγος ΚΘ΄

Περὶ τοῦ ἐπιγείου οὐρανοῦ τῆς θεομιμήτου ἀπαθείας, καὶ τελειότητος, καὶ ἀναστάσεως ψυχῆς πρὸ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.

Περίληψη

Ο 29ος Λόγος της «Κλίμακος» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτη είναι αφιερωμένος στην απάθεια, την κορυφαία βαθμίδα της πνευματικής ανόδου που έχει ήδη διαγράψει ο συγγραφέας. Με βαθιά συναίσθηση της ανθρώπινης αδυναμίας, ο όσιος ομολογεί ότι τολμά να φιλοσοφήσει περί του «επιγείου ουρανού» από τον «λάκκο αγνωσίας» όπου βρίσκεται. Ωστόσο, η μακαρία απάθεια δεν είναι μια αφηρημένη κατάσταση, αλλά ο καρπός της συνεχούς άσκησης και της θείας χάριτος, που καθιστά τον άνθρωπο μέτοχο της ουράνιας μακαριότητας ήδη από την παρούσα ζωή. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια ποιμαντική σύνθεση υψηλής θεολογίας και εμπειρικής γνώσης, προσφέροντας έναν πνευματικό οδοδείκτη για όσους αγωνίζονται να υπερβούν τα πάθη και να ενωθούν με τον Θεό.

Η φύση της απάθειας Για τον όσιο Ιωάννη, η απάθεια δεν είναι απλώς η έλλειψη ή η νέκρωση των παθών, αλλά μια δυναμική πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από την αδιάλειπτη παρουσία του Χριστού στην ψυχή. Ο ίδιος τη συνοψίζει σε έναν εμβληματικό ορισμό:

οὐδὲν γὰρ ἕτερόν τι ἔγωγε ἀπάθειαν ὑπείληφα εἶναι· ἀλλ’ ἢ ἐγκάρδιον νοὸς οὐρανόν, τὰς τῶν δαιμόνων πανουργίας, ἀθύρματα λοιπὸν λογιζόμενον

Η εικόνα του «ουρανού» υπογραμμίζει ότι η απάθεια δεν απομονώνει τον άνθρωπο από τον αγώνα, αλλά τον ανυψώνει σε μια εποπτεία που βλέπει τις παγίδες του εχθρού σαν αθύρματα, δηλαδή παιχνίδια ανίσχυρα να τον βλάψουν. Είναι η κατάσταση κατά την οποία ο νους παραμένει ατάραχος και αδιάλειπτα στραμμένος προς τον Θεό, ακόμη και εν μέσω πειρασμών. Ο ορισμός αυτός δεν είναι απλώς ποιητικός, αλλά δηλώνει ότι ο απαθής άνθρωπος έχει αποκτήσει μια τέτοια εσωτερική γαλήνη και διορατικότητα, ώστε οι πανουργίες των δαιμόνων δεν μπορούν πλέον να τον σαλεύσουν, καθώς ο νους του έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού.

Ο απαθής άνθρωπος Προχωρώντας, ο άγιος περιγράφει με σαφήνεια ποιος είναι ο πραγματικά απαθής:

Ἀπαθὴς μὲν οὖν κυρίως καὶ ὑπάρχει, καὶ γνωρίζεται, ὁ τὴν σάρκα μὲν ἄφθαρτον ποιήσας, τὸν δὲ νοῦν τῆς κτίσεως ἀνυψώσας, τὰς δὲ πάσας αἰσθήσεις τούτῳ ὑποτάξας· τῷ δὲ προσώπῳ Κυρίου τὴν ψυχὴν παραστήσας ὑπὲρ τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν πρὸς αὐτὸν ἀεὶ ἐπεκτεινομένης

Αυτός ο ορισμός συνδέει την απάθεια όχι μόνο με τον νου αλλά και με το σώμα, που καθίσταται «άφθαρτο» διά της χάριτος, προγευόμενο τη μελλοντική ανάσταση. Η ψυχή του απαθούς παραστέκεται μπροστά στο πρόσωπο του Κυρίου και «επεκτείνεται» διαρκώς προς Αυτόν, ξεπερνώντας τις φυσικές της δυνάμεις. Έτσι, η απάθεια δεν είναι στατική τελειότητα αλλά συνεχής κίνηση αγάπης και εφέσεως του Θεού. Εδώ παρατίθεται και η γνώμη άλλων, που ορίζουν την απάθεια ως «ανάσταση ψυχής προ του σώματος» ή «επίγνωση Θεού τελεία, αγγέλων δευτέρα». Η προσωπική μαρτυρία κάποιου που γεύθηκε αυτή τη χάρη επιβεβαιώνει ότι η απάθεια αφαρπάζει τον νου από τα υλικά και τον ανυψώνει σε θεωρία, ώστε να παραμένει εν ουρανώ ακόμη και εν σώματι, όπως ο Αιγύπτιος μοναχός που δεν άφηνε τα χέρια του να κατεβαίνουν στην προσευχή.

Τα γνωρίσματα των παθών και της απάθειας Σε ένα από τα πιο διδακτικά τμήματα του Λόγου, ο όσιος αντιπαραβάλλει το απώτατο όριο κάθε πάθους με το ιδανικό της αντίστοιχης αρετής, αποδεικνύοντας ότι η απάθεια δεν είναι μια μονόπλευρη επίτευξη, αλλά η αρμονική απουσία όλων των εμπαθών κινήσεων. Η μέθοδος που ακολουθεί είναι διαλεκτική: περιγράφει το απόλυτο όριο κάθε εμπάθειας και κατόπιν το απόλυτο όριο της αντίστοιχης αρετής. Για παράδειγμα, όρος γαστριμαργίας είναι το να παρακινείται κανείς να φάει ακόμη και απροθύμως, ενώ όρος εγκρατείας είναι το να εγκρατεύεται ακόμη και την πεινώσα φύση του. Όρος λαγνείας είναι το να μαίνεται κανείς ακόμη και σε ζώα και άψυχα, ενώ όρος αγνείας είναι το να διατίθεται προς όλα ως άψυχα κατά την αίσθηση. Όρος φιλαργυρίας είναι το να μην παύει κανείς να συγκεντρώνει και να μην κορέννυται ποτέ, ενώ όρος ακτημοσύνης το να μην λυπάται ούτε το ίδιο του το σώμα. Όρος ακηδίας είναι η απουσία υπομονής παρά την άνεση, ενώ όρος υπομονής το να θεωρεί κανείς τη θλίψη άνεση. Όρος οργής το να αγριεύει κάποιος ακόμη και χωρίς την παρουσία ανθρώπου, ενώ όρος μακροθυμίας το να γαληνεύει το ίδιο όταν τον υβρίζουν και όταν ο υβριστής απουσιάζει. Το αποκορύφωμα της κενοδοξίας είναι η επίδειξη ακόμη και χωρίς παρόντες επαινέτες, ενώ η απουσία της φαίνεται στη δυνατότητα να μην κλέπτεται ο νους από τέτοιες σκέψεις ενώπιον ανθρώπων. Το απόγειο της εμπάθειας είναι η εύκολη υποταγή σε κάθε δαιμονικό ερέθισμα. Αντιθέτως, το γνώρισμα της αγίας απάθειας είναι αυτό που ο συγγραφέας διακηρύσσει με παρρησία:

Ἐγὼ τοῦτο τῆς ἁγίας ἀπαθείας ὑπείληφα γνώρισμα, τὰ δύνασθαι ἐναργῶς λέγειν· «Ἐκκλίνοντος ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ, οὐκ ἐγίνωσκον», οὐδὲ πῶς ἐλήλυθεν, οὐδὲ τίνος ἕνεκα, οὐδὲ πῶς ἀπελήλυθεν, ἀλλ’ ὅλος λοιπὸν ἀναισθήτως πρὸς τὰ τοιαῦτα ἔχω· ἡνωμένος ὅλος ὧν, καὶ ἀεὶ ἐσόμενος Θεῷ

Αυτή η ένωση με τον Θεό είναι τόσο απόλυτη, ώστε ο απαθής ούτε καν αντιλαμβάνεται την προσέγγιση ή την απομάκρυνση του πονηρού, παραμένοντας σε μια αδιάλειπτη κοινωνία αγάπης με τον Θεό.

Η εν Χριστώ ζωή του απαθούς Η κορύφωση της απάθειας σηματοδοτείται από την παραμονή του Χριστού ως εσωτερικού κυβερνήτη, κάτι που ο όσιος εκφράζει με τον αποστολικό λόγο:

Ζῇ μὲν οὐκ ἔτι αὐτός, ζῇ δὲ ἐν αὐτῷ ὁ Χριστός

Αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο γίνεται εδώ η προσωπική ομολογία του απαθούς, που έχει πλέον αισθητή την παρουσία του Χριστού σε κάθε λόγο, έργο και διανόημα. Πέρα από κάθε ανθρώπινη διδαχή, δέχεται τον φωτισμό της θείας βουλής και οδηγείται απευθείας από τον ίδιο τον Θεό. Ο πόθος του για το «αθάνατο κάλλος» γίνεται ανυπόφορος, και η προσευχή του συνοψίζεται στην κραυγή: «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού;»

Η είσοδος στο ουράνιο παλάτι Ο όσιος Ιωάννης παρομοιάζει την απάθεια με το παλάτι του επουράνιου Βασιλέως, τονίζοντας ότι καμία αρετή δεν αρκεί μόνη της: «Οὐ συνίσταται διάδημα βασιλέως ἐξ ἑνὸς λίθου, καὶ οὐ τελειοῦται ἀπάθεια, ἂν μιᾶς ἀρετῆς καὶ τῆς τυχούσης ἀμελήσωμεν». Το παλάτι έχει πολλές μονές, και το τείχος του είναι η άφεση των πταισμάτων. Ο συγγραφέας προτρέπει με θέρμη: «Δράμωμεν, ἀδελφοί, τῆς ἐν τῷ νυμφῶνι τοῦ παλατίου εἰσόδου τυχεῖν». Υπάρχουν διάφορες βαθμίδες εγγύτητας: όσοι δεν μπορούν να εισέλθουν στον νυμφώνα, ας φτάσουν τουλάχιστον σε κάποια μονή πλησίον του· και αν ακόμη οκλάζουν, ας εισέλθουν τουλάχιστον εντός του τείχους, διότι ο προ του τέλους μη εισερχόμενος παραμένει στην έρημο. Για να διαβούμε το τείχος, χρειάζεται να γκρεμίσουμε το «μεσότειχον του φραγμού» που οικοδομήσαμε με την παρακοή, δηλαδή τις αμαρτίες μας. Η έκκληση για είσοδο συνοδεύεται από την υπενθύμιση ότι οι αμαρτίες μας είναι εκείνες που μας χωρίζουν από τον Θεό, σύμφωνα με τον προφήτη: «Οὐχ αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν εἰσιν αἱ διαχωρίζουσαι ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἐμοῦ;» Γι’ αυτό προτρέπει να λάβουμε εδώ τη λύση του χρέους, γιατί στον Άδη δεν υπάρχει δυνατότητα ιάσεως. Ως βαπτισμένοι, έχουμε λάβει την εξουσία να γίνουμε τέκνα Θεού και καλούμαστε να σχολάσουμε, δηλαδή να αφιερωθούμε στην πνευματική ησυχία, ώστε να γνωρίσουμε εμπειρικά ότι ο Κύριος είναι ο Θεός και η απάθεια, όπως δηλώνει ο ίδιος ο λόγος:

Σχολάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγὼ εἰμι ὁ Θεός, καὶ ἡ ἀπάθεια

Αυτή η σχόλη δεν είναι αργία, αλλά η απερίσπαστη εσωτερική στροφή που οδηγεί στην αυθεντική εμπειρία της παρουσίας του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την ίδια την απάθεια.

Κατακλείοντας τον Λόγο, ο όσιος Ιωάννης υμνεί την απάθεια ως τη δύναμη που ανασταίνει τον πένητα νου από τη γη στον ουρανό και τον ανυψώνει από την κοπρία των παθών. Ωστόσο, η ύψιστη πανεύφημη αγάπη είναι εκείνη που τελικά συγκαθίζει τον άνθρωπο με άρχοντες, τους αγίους αγγέλους και τους άρχοντες του λαού του Κυρίου. Έτσι, η απάθεια αποκαλύπτεται όχι ως στόχος αυτοσκοπός, αλλά ως το πρόπυλο της αγάπης, η οποία ολοκληρώνει την ομοίωση με τον Θεό και εισάγει τον αγωνιστή στη μακαριότητα της αιώνιας κοινωνίας. Αυτή η βιβλική και πατερική σύνθεση προσφέρει σε κάθε πιστό ένα ανεκτίμητο πνευματικό οδοιπορικό προς την ελευθερία των τέκνων του Θεού.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἡμεῖς οἱ τεθέντες ἐν λάκκῳ ἀγνωσίας βαθυτάτῳ καὶ σκοτεινοῖς πάθεσι, καὶ σκιᾷ θανάτου τούτου τοῦ σώματος, περὶ τοῦ ἐπιγείου οὐρανοῦ ἐκ θρασύτητος φιλοσοφεῖν ἀρχόμεθα. Ἔχει μὲν γὰρ τὸ στερέωμα τοὺς ἀστέρας κάλλος, ἡ δὲ ἀπάθεια τὰς ἀρετὰς κόσμον· οὐδὲν γὰρ ἕτερόν τι ἔγωγε ἀπάθειαν ὑπείληφα εἶναι· ἀλλ’ ἢ ἐγκάρδιον νοὸς οὐρανόν, τὰς τῶν δαιμόνων πανουργίας, ἀθύρματα λοιπὸν λογιζόμενον. Ἀπαθὴς μὲν οὖν κυρίως καὶ ὑπάρχει, καὶ γνωρίζεται, ὁ τὴν σάρκα μὲν ἄφθαρτον ποιήσας, τὸν δὲ νοῦν τῆς κτίσεως ἀνυψώσας, τὰς δὲ πάσας αἰσθήσεις τούτῳ ὑποτάξας· τῷ δὲ προσώπῳ Κυρίου τὴν ψυχὴν παραστήσας ὑπὲρ τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν πρὸς αὐτὸν ἀεὶ ἐπεκτεινομένης. Τινὲς δὲ πάλιν ἀπάθειαν εἶναι ὁρίζονται ἀνάστασιν ψυχῆς πρὸ τοῦ σώματος· ἄλλοι δὲ ἐπίγνωσιν Θεοῦ τελείαν, ἀγγέλων δευτέραν· αὕτη οὖν ἡ τελεία τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης καθὰ μοὶ τὶς αὐτῆς γευσάμενος ὑφηγήσατο, οὕτω λοιπὸν τὸν νοῦν ἁγιάζει, καὶ τῶν ὑλῶν ἀφαρπάζει, ὡς τὸ πολὺ τῆς ἐν σαρκὶ ζωῆς, μετὰ τὴν κατάληψιν μέντοι τοῦ οὐρανίου λιμένος, ἐν οὐρανῷ ἐξεστηκότα αὐτὸν πρὸς θεωρίαν ἀνυψοῖ· περὶ οὗ καὶ φησὶ που ο πεῖραν ἴσως εἰληφώς, ὅτι τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν· τοιοῦτον ἔγνωμεν καὶ τὸν Αἰγύπτιον, τὸν μὴ ἐῶντα τὰς ἑαυτοῦ χεῖρας ἐπὶ πολὺ τεταμένας ἐν προσευχῇ ἡνίκα ἂν μετὰ τινων προσηύχετο.

Ἔστιν ἀπαθής, καὶ ἔστιν ἀπαθοῦς ἀπαθέστερος. Ὁ μὲν γὰρ ἰσχυρῶς μισεῖ τὰ πονηρά, ὁ δὲ ἀπλείστως πλουτεῖ ἐν ἀρεταῖς, καὶ ἡ ἁγνεία ἀπάθεια λέγεται, καὶ εἰκότως. Προοίμιον γὰρ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως καὶ ἀφθαρσίας φθαρτῶν. Ἀπάθειαν ἔδειξεν ὁ εἰπών· Νοῦν Κυρίου κέκτημαι· Ἀπάθειαν ἔδειξεν ὁ εἰπὼν Αἰγύπτιος, μὴ φοβεῖσθαι τὸν Κύριον. Ἀπάθειαν ἔδειξεν ὁ ἀνθυποστρέψαι τὰ πάθη εὐξάμενος. Τὶς πρὸ τῆς μελλούσης λαμπρότητος, ὡς ὁ Σύρος ἐκεῖνος ἀπαθείας ἠξίωται; Ὁ μὲν γὰρ Δαυῒδ περίφημος ἐν προφήταις· Ἄνες μοι, φησὶν πρὸς Κύριον, ἵνα ἀναψύξω. Ο δὲ τοῦ Θεοῦ ἀθλητής· Ἄνες τὰ κύματα τῆς χάριτός σου. Ἀπάθειαν ἔχει ψυχή, ἡ οὕτως ποιωθεῖσα ταῖς ἀρεταῖς, ὡς οἱ ἐμπαθεῖς ταῖς ἡδοναῖς. Εἰ τοῦτο ὄρος γαστριμαργίας, τό, καὶ μὴ ὀρεγόμενον βιάζεσθαι, τοῦτο πάντως ὄρος ἐγκρατείας, τὸ καὶ πεινῶσαν τὴν φύσιν ἀνυπεύθυνον οὖσαν ἐπικρατεῖν. Εἰ τοῦτο ὄρος λαγνείας, τό, καὶ ἐπὶ ζώοις καὶ ἀψύχοις μαίνεσθαι· τοῦτο ὄρος ἁγνείας, τό, ἐπὶ πᾶσιν ὡς ἀψύχοις τῆς αἰσθήσει διακεῖσθαι. Εἰ τοῦτο φιλαργυρίας πέρας, τό, μηδέποτε τοῦ συναθροίζειν παύεσθαι, ἢ κορέννυσθαι· τοῦτο ἀκτημοσύνης, τό, μηδὲ τοῦ σώματος φείσασθαι τοῦ ἰδίου. Εἰ τοῦτο ἀκηδίας πέρας, τό, ἐν πάσῃ ὑπάρχοντα ἀνέσει ὑπομονὴν μὴ κεκτῆσθαι· τοῦτο ὑπομονῆς, τό, ἐν θλίψει ὄντα, ἄνεσιν ἔχειν λογίζεσθαι. Εἰ τοῦτο ὀργῆς πέλαγος, τὸ καὶ μηδενὸς παρόντος θηριοῦται· τοῦτο μακροθυμίας τοῦ ἀπόντος, τοῦ λοιδοροῦντος καὶ παρόντος ὡσαύτως γαλιᾷν [γαληνιᾷν]. Εἰ τοῦτο κενοδοξίας

ὕψος, τὸ καὶ μηδενὸς παρόντος τοῦ ἐπαινεῖν ὀφείλοντος κενοδοξίας ἔργα σχηματίζεσθαι, τοῦτο πάντως ἀκενοδοξίας εἶδος, τὸ μηδέποτε ἐν παρουσίας τὴν ἔννοιαν κλέπτεσθαι. Εἰ τοῦτο εἶδος ἀπωλείας, εἴγουν ὑπερηφανίας τὸ ἐν εὐτελεῖ σχήματι ἐπαίρεσθαι, τοῦτο σωτηριῶδες ταπεινώσεως τεκμήριον, τὸ ἐν ὑψηλοῖς ἐγχειρήμασι, καὶ κατορθώμασι ταπεινὸν ἔχειν φρόνημα. Καὶ εἰ τοῦτο ἐμπαθείας παντελοῦς τεκμήριον, τὸ πᾶσι τοῖς ὑπὸ δαιμόνων ὑποσπειρομένοις σχεδὸν ὀξέως ὑπείκειν. Ἐγὼ τοῦτο τῆς ἁγίας ἀπαθείας ὑπείληφα γνώρισμα, τὰ δύνασθαι ἐναργῶς λέγειν· «Ἐκκλίνοντος ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ, οὐκ ἐγίνωσκον», οὐδὲ πῶς ἐλήλυθεν, οὐδὲ τίνος ἕνεκα, οὐδὲ πῶς ἀπελήλυθεν, ἀλλ’ ὅλος λοιπὸν ἀναισθήτως πρὸς τὰ τοιαῦτα ἔχω· ἡνωμένος ὅλος ὧν, καὶ ἀεὶ ἐσόμενος Θεῷ.

Ὁ τοιαύτης καταστάσεως ἠξιωμένος, ἔτι ὧν ἐν σαρκί, αὐτὸν ἐνοικοῦντα ἀεὶ ἐν ἅπασι λόγοις, καὶ ἔργοις, καὶ διανοήμασιν ἔχει κυβερνώντα. Ὅθεν λοιπὸν καὶ ὡς φωνῆς τινος, τῆς τοῦ Κυρίου βουλήσεως ἔνδον διὰ φωτισμοῦ ἀντιλαμβάνεται, πάσης διδασκαλίας ἀνθρωπίνης ὑψηλότερος γενόμενος· «Ποτὲ ἥξω, καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» οὐ γὰρ φέρω λοιπὸν τοῦ πόθου τὴν ἐνέργειαν ἀλλὰ ζητῶ ὅπερ ἀθάνατον κάλλος πρὸ τῆς πηλοῦ μοι δέδωκας. Ὁ ἀπαθής, τὶ δεῖ πολλὰ λέγειν; «Ζῇ μὲν οὐκ ἔτι αὐτός, ζῇ δὲ ἐν αὐτῷ ὁ Χριστός», καθὰ φησιν ὁ τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀγωνισάμενος, καὶ τὸν δρόμον τετελεκώς, καὶ τὴν πίστιν τετηρηκὼς ὀρθόδοξον. Οὐ συνίσταται διάδημα βασιλέως ἐξ ἑνὸς λίθου, καὶ οὐ τελειοῦται ἀπάθεια, ἂν μιᾶς ἀρετῆς καὶ τῆς τυχούσης ἀμελήσωμεν· ἀπάθειαν μὲν νοήσεις, τὸ τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως ἐν οὐρανοῖς παλάτιον. Πολλὰς δὲ μονὰς τὰς ἔνδον τῆς πόλεως ταύτης κατασκηνώσεις. Τεῖχος τὴν Ἱερουσαλήμ,τὴν τῶν πταισμάτων ἄφεσιν. Δράμωμεν, ἀδελφοί, τῆς ἐν τῷ νυμφῶνι τοῦ παλατιοῦ εἰσόδου τυχεῖν· εἰ δὲ ἐκ τινος ἢ φορτίου προλήψεως, ὦ τῆς συμφορὰς! Ἢ χρόνου προκατελήφθημεν, κἂν μονὴν τινα περιξ τοῦ νυμφῶνος προφθάσωμεν. Εἰ δὲ ἔτι ὀκλάζομεν, ἢ παρειμένοι τυγχάνομεν, κἂν ἐντὸς τοῦ τείχους παντὶ τρόπῳ γενώμεθα· ὁ γὰρ πρὸ τέλους ἐκεῖ μὴ εἰσελθών, μᾶλλον δὲ μὴ ὑπερβεβηκὼς ἐν ἐρημίᾳ αὐλισθήσεται. Διὰ τοῦτό τις ηὔχετο λέγων· «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Καὶ ἕτερος ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ φησιν»· Οὐχ αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν εἰσιν αἱ διαχωρίζουσαι ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἐμοῦ; Διακόψωμεν, ὦ φίλοι, τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ, ὅπερ διὰ παρακοῆς κακῶς ᾠκοδομήσαμεν· λάβωμεν ἐντεῦθεν λύσιν τοῦ χρέους, διότι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ ᾅδῃ ὁ δυνάμενος ἰάσασθαι. Σχολάσωμεν, ἀδελφοί, καὶ γὰρ σχολιασταὶ ἀπεγράφημεν· οὐκ ἔστι πτῶμα, οὐκ ἔστι καιρόν, οὐκ ἔστι φορτίον προφασίσασθαι· ὅσοι γὰρ ἔλαβον τὸν Κύριον διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας, ἔδωκε αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, εἰπών· Σχολάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγὼ εἰμι ὁ Θεός, καὶ ἡ ἀπάθεια. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Ἀνιστᾷ μὲν ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν πένητα νοῦν· καὶ ἀπὸ κοπρίας παθῶν ἐγείρει πτωχὸν ἡ μακαρία ἀπάθεια· ἡ δὲ πανύμνητος ἀγάπη ποιεῖ αὐτὸν τοῦ καθίσαι μετὰ ἀρχόντων, ἁγίων ἀγγέλων, μετὰ ἀρχόντων λαοῦ Κυρίου.