Λόγος Λ΄

Περὶ τοῦ συνδέσμου τῆς ἐναρέτου τριάδος ἐν ἀρεταῖς

Περίληψη

Ο τριακοστός και τελευταίος Λόγος της «Κλίμακος» του Αγίου Ιωάννου, του ηγουμένου του Όρους Σινά, φέρει τον τίτλο «Περί της αγίας και κορωνίδος των αρετών, της αγάπης». Αποτελεί το επιστέγασμα ενός έργου που, σαν πνευματική κλίμακα, οδηγεί την ψυχή από τα γήινα στα ουράνια. Εδώ ο συγγραφέας, αφού ανέβηκε όλες τις προηγούμενες βαθμίδες της πρακτικής αρετής, φτάνει στην κορυφή της θεωρίας και της ενώσεως με τον Θεό. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένας φλογερός ύμνος στην αγάπη, πλούσιος σε ποιητικές εικόνες και μυστικές ελλάμψεις. Ο λόγος του γίνεται εκστατικός, σχεδόν άναρθρος, καθώς επιχειρεί να περιγράψει το απερίγραπτο: την αγάπη που είναι ο ίδιος ο Θεός. Η πραγματεία αποκαλύπτει τη φύση της αγάπης, τις ενέργειές της, τη μεταμορφωτική της δύναμη στον άνθρωπο και την αναγκαία σύνδεσή της με την πίστη και την ελπίδα, καταλήγοντας σε μια θερμή προτροπή για συνεχή άνοδο προς την τελειότητα.

Η φύση της αγάπης: απόρρητη και ενωτική

Ξεκινώντας, ο Σιναΐτης τονίζει ότι η αγάπη δεν είναι απλώς μία αρετή, αλλά ο σύνδεσμος που συγκρατεί όλες τις άλλες. Μαζί με την πίστη και την ελπίδα, συγκροτεί την τριαδική βάση της εν Χριστώ ζωής. Είναι τόσο υψηλή, ώστε το να μιλά κανείς γι’ αυτήν ισοδυναμεί με το να μιλά για τον Θεό, πράγμα επικίνδυνο και σφαλερό για τους απρόσεκτους.

Νυνὶ δὲ λοιπόν, μετὰ πάντα τὸ προειρημένα, μένει τὰ τρία ταῦτα, τὰ τὸ σύνδεσμον πάντων ἐπισφίγγοντα καὶ κρατοῦντα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· Μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη· Θεὸς γὰρ ὀνομάζεται. Πλὴν ἔγωγε τὴν μὲν ἀκτῖνα ὁρῶ, τὴν δὲ φῶς, τὴν δὲ κύκλον· πάντα δὲ ἓν ἀπαύγασμα καὶ μίαν λαμπρότητα Αυτή η εικόνα της ενότητας των τριών σε ένα απαύγασμα δείχνει ότι στην κορυφή της πνευματικής ζωής οι αρετές συγχωνεύονται, αποκαλύπτοντας την απλότητα της θείας χάρης. Η αγάπη, λοιπόν, είναι κατά τον συγγραφέα «ομοίωσις Θεού, καθ’ όσον βροτοίς εφικτόν», «μέθη ψυχής», «πηγή πίστεως», «άβυσσος μακροθυμίας», «θάλασσα ταπεινώσεως». Αυτοί οι παράδοξοι χαρακτηρισμοί υπογραμμίζουν τον υπερφυσικό και ολιστικό της χαρακτήρα: εισάγει τον άνθρωπο στην εμπειρία του Θείου, τον μεθά πνευματικά και τον κάνει απαθή, τόσο ώστε η αγάπη, η απάθεια και η υιοθεσία να διαφέρουν μόνο στο όνομα, όπως το φως, η φωτιά και η φλόγα που συντρέχουν σε μία ενέργεια.

Ο μακάριος θείος έρωτας και οι ανθρώπινες εικόνες του

Ο άγιος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τις πιο τολμηρές ανθρώπινες συγκρίσεις για να εκφράσει την ένταση του θείου έρωτα. Μακαρίζει όποιον αισθάνεται για τον Θεό τον έρωτα που ένας μανικός εραστής τρέφει για την ερωμένη του, ή τον φόβο που ένας κατάδικος έχει για τον δικαστή, ή τον ζήλο ενός συζύγου.

Μακάριος ὅστις τοιοῦτον πρὸς Θεὸν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἷον μανικὸς ἐραστὴς πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται. Μακάριος ὁ οὕτως φοβηθεὶς τὸν Κύριον, ὡς δικαστὴν κατάδικοι δεδοίκασι· μακάριος ὁ οὕτως σπουδαῖος γενόμενος ἐν τῇ ὄντως σπουδῇ, ὡς εὐγνώμονες δοῦλοι πρὸς τὸν οἰκεῖον κύριον Αυτές οι εικόνες δεν αποσκοπούν σε έναν συναισθηματικό ερωτισμό, αλλά στην ανάδειξη της ολόψυχης στροφής του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο πιστός γίνεται δούλος ευγνώμων, εραστής φλογερός, ζηλωτής άγρυπνος. Μάλιστα, η αγάπη του Θεού ξεπερνά ακόμη και την μητρική στοργή: «ουχ ούτως μήτηρ υπομαζίω ως αγάπης υιός τω Κυρίω προσκολλάσθαι πέφυκε πάντοτε». Αυτή η κατάσταση δεν επιτρέπει ανάπαυση ούτε στον ύπνο, καθώς η καρδιά αγρυπνά διαρκώς προς το ποθούμενο.

Η σωματική μεταμόρφωση του εραστή της αγάπης

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του κειμένου είναι η περιγραφή της επίδρασης της αγάπης στο σώμα. Ο άνθρωπος που έχει συγκραθεί ολόκληρος με την αγάπη του Θεού ακτινοβολεί και εξωτερικά την ψυχική του λαμπρότητα, όπως ο θεόπτης Μωυσής.

Ὅταν λοιπὸν ὅλος ὁ ἄνθρωπος οἷόν πως συνακραθῇ τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, τότε καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐν τῷ σώματι ὡς δι’ ἐσόπτρου τινὸς τὴν τῆς ψυχῆς δείκνυσι λαμπρότητα· οὕτως δοξάζεται Μωϋσῆς ὁ θεόπτης ἐκεῖνος. Οἱ τοιοῦτον ἰσάγγελον κατειληφότες, πολλάκις τροφῆς σωματικῆς ἐπιλανθάνονται Η φλόγα της αγνείας, που γεννιέται από την αγάπη, διακόπτει την φλόγα των παθών και οδηγεί σε μια προκαταρκτική αφθαρτοποίηση του σώματος. Οι αληθινοί εραστές του Κυρίου δεν επιθυμούν συχνά την τροφή, τρεφόμενοι από το «πυρ ουράνιον», δηλαδή την ίδια την αγάπη. Αυτή η διδασκαλία αποτελεί μια πρακτική επιβεβαίωση ότι η θέωση αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη, ψυχή και σώμα.

Η ελπίδα, κραταιά σύμμαχος της αγάπης

Στην πνευματική ανάβαση, η αγάπη δεν βαδίζει μόνη. Ο Σιναΐτης ονομάζει την ελπίδα «κράτος αγάπης», γιατί μέσω αυτής προσδοκούμε τον μισθό της αγάπης στη βασιλεία του Θεού. Η ελπίδα είναι το αντίδοτο στην απελπισία, η εικόνα των μελλόντων αγαθών που κρατά ζωντανή την αγάπη στους πειρασμούς.

Κράτος ἀγάπης ἐλπίς, δι’ αὐτῆς γὰρ τὸν τῆς ἀγάπης μισθὸν ἀπεκδεχόμεθα. Ἐλπὶς ἐστιν ἄδηλου πλούτου πλοῦτος· ἐλπὶς ἐστιν ἀνενδοίαστος πρὸ θησαυροῦ θησαυρός· αὕτη κόπων ἀνάπαυλαι, αὕτη ἀγάπης θύρα, αὕτη κόπων ἀνάπαυλαι, αὕτη ἀγάπης θύρα, αὕτη ἀναιρεῖ ἀπόγνωσιν, αὕτη τῶν ἀπόντων εἰκών Χωρίς την ελπίδα, η αγάπη εξαφανίζεται, ο μόχθος χάνει το νόημά του και ο θυμός καταστρέφει την εσωτερική ειρήνη. Η ελπίδα, που τρέφεται από την πείρα των δωρεών του Κυρίου, είναι η βεβαιότητα που κάνει τον μοναχό άτρομο απέναντι στην ακηδία και την απόγνωση. Έτσι, ολόκληρη η πνευματική οικοδομή στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση πίστεως, ελπίδος και αγάπης.

Μυσταγωγική κορύφωση και πρόσκληση στην ανάβαση

Προχωρώντας προς το τέλος, ο λόγος αποκτά έναν έντονο διαλογικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας απευθύνεται στην προσωποποιημένη Αγάπη σαν σε βασίλισσα, ικετεύοντας να του αποκαλύψει το μυστικό της κλίμακας, τον τρόπο και τον αριθμό των βαθμίδων της. Και η Αγάπη αποκρίνεται ότι για να δει την ώρα της, ο άνθρωπος πρέπει να λυθεί από κάθε υλική παχύτητα.

Νῦν δὲ μου ψυχὴν κεκαρδίωκας, καὶ οὐ δύναμαι κατέχειν σου τὴν φλόγα, ὅθεν ὑμνήσας σε πορεύομαι· Σὺ δὲ δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμάτων αὐτῆς σὺ καταπραΰνης, καὶ νεκροῖς· σὺ ταπεινοῖς ὡς τραυματίαν ὑπερήφανον λογισμόν Ολόκληρη η κλίμακα των αρετών, από την αποταγή ως την τελεία αγάπη, αποκαλύπτεται τώρα ως ένας δρόμος που οδηγεί στην ένωση με τον Χριστό, το πλήρωμα του νόμου. Το κείμενο ολοκληρώνεται με μια δυναμική προτροπή: «Αναβαίνετε, αναβαίνετε, αναβάσεις προθύμως εν καρδία τιθέμενοι, αδελφοί… Δράμετε… έως ου καταντήσωμεν… εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Ο Χριστός, ο οποίος είναι η αγάπη, αποτελεί τον τελικό σκοπό και την πληρότητα της κλίμακας.

Ο τελευταίος Λόγος της Κλίμακος συνιστά ένα από τα υψηλότερα κείμενα της ορθόδοξης μυστικής παράδοσης. Με σπάνια τόλμη και ευαισθησία, ο Άγιος Ιωάννης της Σιναίος μεταφέρει την εμπειρία της θείας αγάπης, όχι ως μια αφηρημένη έννοια, αλλά ως μια ζωή που μεταμορφώνει ριζικά τον άνθρωπο. Η κλίμακα στηρίζεται στη γη αλλά η κορυφή της αγγίζει τον ουρανό, και όποιος ανέβει τα σκαλοπάτια της δεν βρίσκει απλώς μια αρετή, αλλά τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος είναι αγάπη, και στον οποίο ανήκει κάθε ύμνος, κράτος και σθένος στους απεριόριστους αιώνες.

Ἡ ἀνωτέρω περίληψη καὶ ἀνάλυση συνετάχθησαν ἐπικουρικῶς μὲ χρήση τεχνητῆς νοημοσύνης (μοντέλο DeepSeek V4 Pro (deepseek-v4-pro), μέσῳ DeepSeek API)· τὸ κατωτέρω πρωτότυπον κείμενον παραμένει ἀναλλοίωτο (PG 48, δημόσιος τομέας). Ἔγινε ἀνθρώπινος ἔλεγχος, ὡστόσο ἀπαιτεῖται προσοχὴ γιὰ τυχὸν λάθη ἢ παρερμηνεῖες.

↓ Μετάβαση στὸ πρωτότυπον κείμενον

Κλῖμαξ τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου — τὸ πρωτότυπον κείμενον κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρολογίαν (PG 88), ἐκ τῆς ψηφιακῆς ἐκδόσεως τοῦ pantocrator.gr. Public domain.

Νυνὶ δὲ λοιπόν, μετὰ πάντα τὸ προειρημένα, μένει τὰ τρία ταῦτα, τὰ τὸ σύνδεσμον πάντων ἐπισφίγγοντα καὶ κρατοῦντα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· Μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη· Θεὸς γὰρ ὀνομάζεται. Πλὴν ἔγωγε τὴν μὲν ἀκτῖνα ὁρῶ, τὴν δὲ φῶς, τὴν δὲ κύκλον· πάντα δὲ ἓν ἀπαύγασμα καὶ μίαν λαμπρότητα. Ἡ μὲν γὰρ πάντα δύναται καὶ ποεῖν, καὶ δημιουργεῖν· τὴν δὲ ἔλεος Θεοῦ περικυκλοῖ, καὶ ἀκαταίσχυντον ποιεῖ· ἡ δὲ οὐδὲ πίπτει οὐδ’ ἑστήκει τοῦ θέειν· οὐδὲ τὸν τρωθέντα ἠρεμεῖν λοιπὸν τῆς μακαρίας μανίας ἐᾷ. Ο περὶ ἀγάπης Θεοῦ λέγειν βουλόμενος, περὶ Θεοῦ λέγειν ἐπεχείρησε. Περὶ Θεοῦ δὲ λόγος διεξιέναι, σφαλερὸν καὶ ἐπικίνδυνον τοῖς μὴ προσέχουσιν. Ο περὶ ἀγάπης λόγος, ἀγγέλοις γνώριμος· κἀκείνοις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐλλάμψεως· Ἀγάπη ὁ Θεὸς ἐστιν, ὁ ὅρον δὲ τούτου λέγειν βουλόμενος, ἐν ἀβύσσῳ τυφλώττων τὸν ψάμμον μετρεῖ.

Ἀγάπη κατὰ μὲν ποιότητα ὁμοίωσις Θεοῦ, καθ’ ὅσον βροτοῖς ἐφικτόν. Κατὰ δὲ ἐνέργειαν μέθη ψυχῆς· κατὰ δὲ τὴν ἰδιότητα πηγὴ πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως· ἀγάπη ἐστὶ κυρίως ἀπόθεσις παντοίας ἐναντίας ἐννοίας· εἴπερ ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τὸ κακόν. Ἀγάπη, καὶ ἀπάθεια, καὶ υἱοθεσία, τοῖς ὀνόμασι, καὶ μόνοις διακέκριται. Ὡς φῶς, καὶ πῦρ, καὶ φλὸξ εἰς μίαν συντρέχουσιν ἐνέργειαν, οὕτω καὶ περὶ τούτων νόει. Κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐλλείψεως ἐνυπάρχει φόβος· ὁ γὰρ φόβου χωρὶς ἀγάπης πεπλήρωται, ἢ τὴν ψυχὴν νενέκρωται· οὐδὲν τὸ δυσχερὲς ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων καὶ πόθου, καὶ φόβου, καὶ σπουδῆς, καὶ ζήλου, καὶ δουλείας, καὶ ἔρωτος Θεοῦ παραθεῖναι εἰκόνας. Μακάριος ὅστις τοιοῦτον πρὸς Θεὸν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἷον μανικὸς ἐραστὴς πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται. Μακάριος ὁ οὕτως φοβηθεὶς τὸν Κύριον, ὡς δικαστὴν κατάδικοι δεδοίκασι· μακάριος ὁ οὕτως σπουδαῖος γενόμενος ἐν τῇ ὄντως σπουδῇ, ὡς εὐγνώμονες δοῦλοι πρὸς τὸν οἰκεῖον κύριον. Μακάριος ὃς οὕτως ζηλωτὴς ἐν ἀρεταῖς γέγονεν, ὡς οἱ περὶ τὰς ἑαυτῶν ὁμοζύγους ἐκ ζήλου νήφοντες. Μακάριος ὁ οὕτως Κυρίῳ ἐν προσευχῇ παριστάμενος, ὡς ὑπηρέται βασιλεῖ παρεστήκασι. Μακάριος ὁ Κύριον, ὡς ἀνθρώπους ἀποθεραπεύειν ἀνελλιπῶς ἀγωνιζόμενος· οὐχ οὕτως μήτηρ ὑπομαζίῳ ὡς ἀγάπης υἱὸς τῷ Κυρίῳ προσκολλᾶσθαι πέφυκε πάντοτε. Ὁ ὄντως ἐρῶν ἀεὶ τὸ τοῦ ἐνηδόνως περιπτύσσεται ὁ τοιοῦτος. Οὐκ ἔτι οὐδέ, καθ’ ὕπνους ἠρεμεῖν τοῦ πόθου δύναται· ἀλλὰ κακεῖσε πρὸς τὸ ποθούμενον ἀδολεσχεῖ. Οὕτως ἐπὶ σωμάτων, οὕτως ἐπὶ ἀσωμάτων πέφυκε γίνεσθαι. Τρωθεὶς τις περὶ ἑαυτοῦ ἔλεγεν, ὅπερ θαυμάζω, ὡς Ἐγὼ καθεύδω διὰ τὴν χρείαν τῆς φύσεως, ἡ δὲ καρδία μοὺ ἀγρυπνεῖ διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἔρωτος. Σημειωτέον σοι, ᾧ πισυνέ, ὅτι περ μετα τούτων θηρίων παρὰ τῆς ἐλάφου ψυχῆς ὄλεθρον, τότε ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει πρὸς Κύριον πυρὶ τῆς ἀγάπης, ὡς ὑπὸ ἰοῦ βαλλομένη. Ἡ μὲν τῆς πείνης ἐνέργεια ἄδηλός τις καὶ ἀσήμαντος· ἡ δὲ τῆς δίψης ἐπιτατικὴ τις καὶ προφανής, καὶ τοῦ φλογμοῦ

πᾶσι σημαντική· διὰ τοῦτό φησιν ὁ Θεὸν ποθῶν· Ἐδίψησεν ἡ ψυχὴ μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα. Εἰ πρόσωπον φιλουμένου ἐναργῶς ὅλους ἡμᾶς μεταβάλλει, καὶ φαιδρούς, καὶ ἱλαρούς, καὶ ἄλυπους ἀπεργάζεται· τὶ ἂν καὶ οὐ ποιήσει πρόσωπον Δεσπότου ἐν καθαρᾷ ψυχῇ ἐπιδημίαν ἀοράτως ποιουμένου; Ὁ μὲν φόβος ὅταν αἰσθήσει ψυχῆς γένηται, ἐκτήκειν καὶ κατεσθίειν τὴν ῥυπαρίαν πέφυκε. Καθήλωσον γάρ, φησίν, ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου. Ἡ δὲ ὅσια ἀγάπη ἐνίους μὲν κατεσθίειν εἴωθε, κατὰ τὸν εἰπόντα· «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἐκαρδίωσας». Ποτὲ δὲ τινας λαμπρύνειν, καὶ ἀγαλλιᾶσθαι ποιεῖ. Ἐπ’ αὐτῷ γὰρ φησιν· Ἤλπισεν ἡ καρδία μου καὶ ἐβοηθήθην, καὶ ἀνέθαλεν ἡ σὰρξ μου· καὶ καρδίας εὐφραινομένης, πρόσωπον θάλλει.

Ὅταν λοιπὸν ὅλος ὁ ἄνθρωπος οἷόν πως συνακραθῇ τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγάπῃ, τότε καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐν τῷ σώματι ὡς δι’ ἐσόπτρου τινὸς τὴν τῆς ψυχῆς δείκνυσι λαμπρότητα· οὕτως δοξάζεται Μωϋσῆς ὁ θεόπτης ἐκεῖνος. Οἱ τοιοῦτον ἰσάγγελον κατειληφότες, πολλάκις τροφῆς σωματικῆς ἐπιλανθάνονται. Οἶμαι δὲ οὐδὲ συχνότερον ταύτης ὀρέγονται. Καὶ οὐ θαῦμα· εἴπερ καὶ πόθος ἐναντίος πολλάκις τροφὴν διεκρούσατο, οἶμαι τῶν ἀφθάρτων τούτων λοιπόν, μηδέ, ὡς ἔτυχε, τὸ σῶμα νοσηλεύεσθαι· ἡγνίσθη γὰρ καὶ τρόπον τινὰ ἐφθαρτοποιήθη διὰ φλογὸς ἁγνείας διακοψάσης φλόγα. Οἶμαι μηδὲ αὐτὴν βρῶσιν, ἣν προσίενται λοιπὸν μεθ’ ἡδύτητος προσίεσθαι. Ὕδωρ μὲν γὰρ ὑπόγειον ῥίζα φυτοῦ, τούτων δὲ ψυχὴν πῦρ οὐράνιον τρέφειν πέφυκεν· αὔξησις φόβου ἀρχὴ ἀγάπης· τέλος δὲ ἁγνείας ὑπόθεσις θεολογίας. Ὁ Θεῷ τελείως τὰς αἰσθήσεις ἑνώσας τοὺς λόγους αὐτοῦ μυσταγωγεῖται ὑπ’ αὐτοῦ· τούτων γὰρ μὴ συναφθέντων χαλεπὸν περὶ Θεοῦ διαλέγεσθαι. Ἐνούσιος μὲν λόγος τελειοῖ ἁγνείαν, παρουσίᾳ ἑαυτοῦ νεκρώσας τὸν θάνατον· τούτου δὲ νεκρωθέντος, ὁ τῆς θεολογίας μαθητὴς πεφώτισται. Ὁ λόγος Κυρίου ὁ ἐκ Κυρίου ἁγνὸς διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· ὁ γὰρ Θεὸν μὴ γνοὺς στοχαστικῶς ἀποφθέγγεται· ἁγνεία μαθητὴν θεολόγον εἰργάσατο δι’ ἑαυτοῦ κρατύναντα τῆς τριάδος τῶν τριῶν τὰ δόγματα. Ο ἀγαπῶν τὸν Κύριον, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ προηγάπησεν. Ἀπόδειξις γὰρ τοῦ προτέρου τὸ δεύτερον. Ὁ ἀγαπῶν τὸν πλησίον οὐδέποτε καταλαλούντων ἀνέξεται· ὡς ἀπὸ πυρὸς μᾶλλον δὲ ἀποφεύξεται. Ὁ λέγων Κύριον ἀγαπᾷν καὶ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ὀργιζόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ καθ’ ὕπνους τρέχοντι. Κράτος ἀγάπης ἐλπίς, δι’ αὐτῆς γὰρ τὸν τῆς ἀγάπης μισθὸν ἀπεκδεχόμεθα. Ἐλπὶς ἐστιν ἄδηλου πλούτου πλοῦτος· ἐλπὶς ἐστιν ἀνενδοίαστος πρὸ θησαυροῦ θησαυρός· αὕτη κόπων ἀνάπαυλαι, αὕτη ἀγάπης θύρα, αὕτη κόπων ἀνάπαυλαι, αὕτη ἀγάπης θύρα, αὕτη ἀναιρεῖ ἀπόγνωσιν, αὕτη τῶν ἀπόντων εἰκών· ἐλπίδος ἔλλειψις, ἀγάπης ἀφανισμός, ταύτῃ δέδενται πόνοι, ταύτῃ κρέμανται κόποι· ταύτην κυκλοῖ ἔλεος. Εὔελπις μοναχός, ἀκηδίας σφάκτης, ἐν μαχαίρᾳ ταύτης, ἐκείνην τροπούμενος. Ἐλπίδα τίκτει δώρων Κυρίου πεῖρα· ὁ γὰρ ἄπειρος οὐκ ἀδίστακτος μένει. Ἐλπίδα λύει θυμός· ἡ μὲν γὰρ οὐ καταισχύνει· ἀνὴρ δὲ θυμώδης οὐκ’ εὔσχημων.

Ἀγάπη προφητείας χορηγός· ἀγάπη τεράτων παρεκτική· ἀγάπη ἐλλάμψεως

ἄβυσσος. Ἀγάπῃ πηγὴ πυρός· ὅσον ἀναβλύσει, τοσοῦτον τὸν διψῶντα καταφλέξει· ἀγάπη ἀγγέλων στάσις· ἀγάπη προκοπὴ τῶν αἰώνων. Ἀπάγγειλον ἡμῖν, ᾧ καλὴ ἐν ἀρεταῖς, ποῦ ποιμαίνεις τὰ πρόβατά σου, ποῦ κατασκηνοῖς ἐν μεσημβρίᾳ; Φώτισον ἡμᾶς, πότισον ἡμᾶς, ὁδήγησον ἡμᾶς, χειραγώγησον ἡμᾶς, ἐπειδὴ λοιπὸν ἀναβαίνειν πρὸς σὲ βουλόμεθα. Σὺ γὰρ δεσπόζεις πάντων. Νῦν δὲ μου ψυχὴν κεκαρδίωκας, καὶ οὐ δύναμαι κατέχειν σου τὴν φλόγα, ὅθεν ὑμνήσας σε πορεύομαι· Σὺ δὲ δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμάτων αὐτῆς σὺ καταπραΰνης, καὶ νεκροῖς· σὺ ταπεινοῖς ὡς τραυματίαν ὑπερήφανον λογισμόν. Ἐν τῷ βραχίονι τῆς δυνάμεως σου διεσκόρπησας τοὺς ἐχθροὺς σου, καὶ ἀπολεμήτους τοὺς σοὺς ἐραστὰς ἀπεργάζῃ. Πῶς δὲ ὁ Ἰακὼβ ἐπὶ τὴν κλίμακά σε ἐστηριγμένην τεθέαται μαθεῖν ἐπείγομαι. Τὶ δὲ ἄρᾳ τὸ εἶδος τῆς τοιαύτης ἀνόδου ἐρωμένῳ φράσον· τὶς δὲ ὁ τρόπος καὶ ὁ ἔρανός σου τῆς τῶν βαθμῶν ἐκείνης συνθέσεως, ἃς ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο ὁ σὸς ἐραστής· τὶς δὲ ὁ ἀριθμὸς τούτων ἐδίψων γνῶναι· ὅσος δὲ ἄρα τοῦ δρόμου χρόνος. Τοὺς γὰρ χειραγωγοὺς ἀπήγγειλεν ὁ μαθὼν σου τὴν πάλην καὶ τὴν ὅρασιν· οὐδὲν δὲ ἕτερον φωτίζειν βεβούληται, μᾶλλον δὲ δεδύνηται, εἰ δέοι μὲ λέγειν οἰκειότερον. Ἡ δὲ ὥσπερ ἐξ οὐρανοῦ μοι φανεῖσα, ἡ βασίλισσα ἔλεγεν· ἐὰν μὴ λυθῇς, ᾧ ἐραστά, τῆς παχύτητος, ἐμὴν ὥραν, ὡς ἐστι, μανθάνειν οὐ δύνασαι. Ἡ δὲ κλῖμαξ τὴν τῶν ἀρετῶν σὲ διδασκέτω πνευματικὴν σύνθεσιν· ἐπ’ αὐτῆς διεστήριγμαι ἐγὼ τῆς κορυφῆς, καθὰ ὁ μέγας μου μύστης ἔφησε. Νῦν δὲ μένει τὰ τρία ταῦτα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη.

Προτροπὴ ἐπίτομος καὶ ἰσοδύναμος τῶν διὰ πλώτους εἰρημένων.

Ἀναβαίνετε, ἀναβαίνετε, ἀναβάσεις προθύμως ἐν καρδίᾳ τιθέμενοι, ἀδελφοί, τοῦ φάσκοντος ἀκούοντες. Δεῦτε, ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου· καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τοῦ καταρτίζοντος τοὺς πόδας ἡμῶν ὡσεὶ ἐλάφου, καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστῶντος, τοῦ νικῆσαι ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ. Δράμετε, δυσωπῶ, μετ’ ἐκείνου τοῦ λέγοντος· Σπουδάσωμεν ἕως οὗ καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα πάντες τῆς πίστεως, καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ εἰς ἄνδρα τέλειον εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ὃς τριακονταετὴς τῇ ὁρωμένη ἡλικίᾳ βαπτισθείς, τὸν τριακοστὸν βαθμὸν ἐν τῇ νοερᾷ κλίμακι ἐκπληρώσατο· εἴπερ ἡ ἀγάπη ἐστὶν ὁ Θεός· ᾧ ὕμνος, ᾧ κράτος, ᾧ σθένος· ᾧ τὸ πάντων ἀγαθῶν αἴτιον ἔνεστι, καὶ ἦν, καὶ ἔσται εἰς ἀορίστους αἰῶνας.

Πίναξ Περιεχομένων