Η ακηδία, η «πλήξη» των ασκητικών κειμένων, δεν είναι απλώς μια παροδική ανία ούτε μια ψυχολογική κόπωση. Πρόκειται για έναν από τους οκτώ λογισμούς που κατέγραψε ο Ευάγριος ο Ποντικός και που οι Πατέρες ονόμασαν «δαίμονα μεσημβρινό». Στην πνευματική ζωή, η ακηδία πλήττει ακριβώς εκεί όπου ο άνθρωπος νομίζει ότι βρίσκεται σε ασφάλεια: στη ρουτίνα, στη συνήθεια, στην επανάληψη. Η θεραπεία της, όπως θα δούμε, δεν είναι ζήτημα δυνατής θελήσεως αλλά συγκεκριμένης πράξεως.

Τι είναι η ακηδία

Η λέξη προέρχεται από το στερητικό α- και το κήδος (φροντίδα). Δηλώνει δηλαδή την «αφροντισιά», την αμεριμνησία, την έλλειψη φροντίδας για τη σωτηρία. Δεν είναι κούραση· είναι αδιαφορία, ραθυμία, πλήξη. Ο Ευάγριος την κατατάσσει ανάμεσα στους οκτώ λογισμούς: γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια. Προσοχή: η λύπη και η ακηδία είναι δύο ξεχωριστά πάθη. Η λύπη έχει συνήθως εξωτερική αφορμή, ενώ η ακηδία εμφανίζεται αναίτια, σαν ένα σκοτάδι που πέφτει πάνω στην ψυχή.

Ο δαίμων ο μεσημβρινός

Οι Πατέρες έδωσαν στην ακηδία ένα χαρακτηριστικό όνομα: «δαιμόνιον μεσημβρινόν». Το άγκιστρο είναι βιβλικό, από τον Ψαλμό 90 κατά τους Εβδομήκοντα: «ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ». Στην ασκητική εμπειρία, αυτό το «μεσημέρι» δεν είναι η ώρα της ημέρας μόνο, αλλά το μεσημέρι της πνευματικής ζωής: εκεί που η μέρα φαίνεται ακίνητη, η ζέστη βαριά, ο χρόνος ατελείωτος, και η ψυχή αισθάνεται ότι ο ήλιος δεν πρόκειται ποτέ να δύσει. Η ακηδία χτυπά όχι στην κρίση αλλά στη ρουτίνα.

Πώς εκδηλώνεται

Ο Ευάγριος περιγράφει με ακρίβεια τον πάσχοντα (δεν παραθέτουμε αυτολεξεί αλλά αποδίδουμε την ουσία): ανησυχεί, αισθάνεται απέχθεια για τον τόπο όπου βρίσκεται και για τον ίδιο τον βίο του, εγκαταλείπει την προσευχή και την εργασία, θέλει να φύγει, αναβάλλει συνεχώς. Κοιτάζει γύρω του, μετρά τον χρόνο, νομίζει ότι κάπου αλλού θα είναι καλύτερα. Στην πραγματικότητα, ο λογισμός αυτός είναι «φυγομαχία»: υπόσχεται ανάπαυση έξω από τη θέση και το έργο μας, αλλά όπως διδάσκουν οι Πατέρες, η φυγή αναπαράγει το πάθος αλλού. Γι’ αυτό και ο Ιωάννης της Κλίμακος αφιερώνει ολόκληρο τον Λόγο ΙΓ΄ της Κλίμακος στην ακηδία, ως μία από τις πιο ύπουλες καταστάσεις της πνευματικής ζωής.

Η θεραπεία διά της πράξεως

Ο σύγχρονος άνθρωπος πιστεύει ότι αρκεί να «θέλει» για να αλλάξει. Αλλά η ακηδία δεν θεραπεύεται με μια αυτόνομη απόφαση, γιατί ακριβώς παραλύει τη θέληση. Όταν κάποιος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, η προτροπή «κάνε λίγη προσπάθεια» μοιάζει άδεια. Οι Πατέρες επιμένουν: η θεραπεία είναι πράξη, όχι θέληση. Δηλαδή μπαίνουμε σε μια σειρά από συγκεκριμένες ενέργειες που, επαναλαμβανόμενες, σπάνε τον κλοιό της ακηδίας. Η θέληση ακολουθεί την πράξη, όχι το αντίστροφο.

Πρώτον, η παραμονή στον τόπο. Ο μοναχός που πλήττεται από ακηδία δεν πρέπει να φύγει από το κελλί του· αν φύγει, ο λογισμός θα τον ακολουθήσει και αλλού και θα τον πολεμήσει εκ νέου. Το ίδιο ισχύει και για τον λαϊκό: η αλλαγή χώρου, σχέσεως ή εργασίας, όταν γίνεται υπό την πίεση του λογισμού, δεν λύνει το πρόβλημα. Η παραμονή είναι η πρώτη πράξη.

Δεύτερον, η χειρωνακτική εργασία. Ο απόστολος Παύλος δίνει τον κανόνα: «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Β΄ Θεσ. 3,10). Στο πλαίσιο της ακηδίας, η εργασία δεν είναι απλώς βιοπορισμός αλλά θεραπευτική πράξη. Το σώμα μπαίνει σε κίνηση, ο νους αποσπάται από τον εαυτό του, η αίσθηση του χρόνου αλλάζει. Οι ασκητές πλέκουν καλάθια, σκάβουν, καλλιεργούν· σε κάθε εποχή βρίσκουν μια εργασία με τα χέρια που γίνεται «αντίρρηση» στην παράλυση.

Τρίτον, η ψαλμωδία και ο κανόνας. Η προσευχή δεν είναι προαιρετική όταν «έχουμε διάθεση»· είναι κανόνας. Όταν η ψυχή ακηδιά, η ψαλμωδία γίνεται πιο σημαντική, ακόμη κι αν μοιάζει ξερή. Η συνήθεια της καθημερινής προσευχής, ακόμη και χωρίς αίσθηση, είναι πράξη που σιγά σιγά ξαναζεσταίνει την καρδιά.

Τέταρτον, η μνήμη θανάτου. Η ακηδία μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Η ενθύμηση ότι «δεν θα ζούμε για πάντα» δεν είναι μακαριότητα μελαγχολίας, αλλά αφύπνιση. Οι Πατέρες συστήνουν να σκεφτόμαστε το τέλος, όχι για να φοβηθούμε, αλλά για να δώσουμε στο παρόν το πραγματικό του βάρος.

Πέμπτον, η αντίρρηση. Ο Ευάγριος στον «Ἀντιρρητικό» του συγκέντρωσε 487 αντιρρήσεις, δηλαδή τρόπους να αντιτάσσει κανείς στον κάθε λογισμό έναν συγκεκριμένο λόγο της Γραφής. Το ελληνικό πρωτότυπο δεν σώζεται ακέραιο (μόνο σε συριακά και αρμενικά χειρόγραφα), αλλά η μέθοδος είναι καθαρή: όταν έρχεται ο λογισμός της ακηδίας, απαντάμε με ένα χωρίο, με μια φράση ψαλμού, με μια αλήθεια πίστεως. Η αντίρρηση δεν είναι αυθυποβολή αλλά ομολογία πίστεως, που εκτοπίζει τον λογισμό.

Έκτον, η κοινωνία με άλλους. Η ακηδία οδηγεί στην απομόνωση, αλλά η απομόνωση την τρέφει. Η έξοδος προς τον αδελφό, η συνομιλία, η κοινή προσευχή, η συμμετοχή στη σύναξη, είναι πράξεις που σπάνε τον φαύλο κύκλο. Ο λογισμός ψιθυρίζει «μείνε μόνος»· εμείς κάνουμε το αντίθετο.

Η σύγχρονη μορφή: μια αναλογία

Στη σημερινή εποχή, η ακηδία ενδύεται συχνά το προσωπείο της ατέρμονης διαδικτυακής περιπλάνησης. Το ατέρμονο scrolling, η υπερκατανάλωση ερεθισμάτων, η αδιάκοπη εναλλαγή εικόνων και ειδήσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως μια σύγχρονη «φυγή από το κελλί»: αντί να μείνουμε στην πραγματικότητα και το έργο μας, δραπετεύουμε σε ένα εικονικό αλλού, που υπόσχεται ανάπαυση αλλά φέρνει ακόμη μεγαλύτερη κενότητα. Δεν πρόκειται για πατερική διάγνωση, αλλά για αναλογία βοηθητική: η ίδια λογική της φυγής αναπαράγει το πάθος σε νέα μορφή.

Ακηδία και κλινική κατάθλιψη

Η ακηδία, όπως την περιγράφουν οι ασκητικοί Πατέρες, δεν πρέπει να συγχέεται με την κλινική κατάθλιψη. Η κατάθλιψη είναι μια πάθηση που απαιτεί ιατρική διάγνωση και θεραπεία, συχνά με ειδική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Η ακηδία είναι πνευματική κατάσταση που αντιμετωπίζεται με τα μέσα της πνευματικής ζωής. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο πιστός οφείλει να συμβουλεύεται τόσο τον πνευματικό όσο και τον ειδικό ιατρό. Το βάθος αυτής της διακρίσεως ανήκει στο χωριστό άρθρο για τη μελαγχολία (βλ. Η μελαγχολία και τα αίτιά της).

Ἀντὶ ἐπιλόγου

Η ακηδία δεν νικιέται με μια θριαμβευτική απόφαση, αλλά με την ταπεινή επιστροφή στην πράξη: να μείνουμε εκεί που είμαστε, να εργαστούμε με τα χέρια μας, να ψάλουμε ακόμη κι όταν δεν έχουμε διάθεση, να μνημονεύουμε τον θάνατο, να αντιτάσσουμε λόγο της Γραφής στον λογισμό, να βγούμε προς τον αδελφό. Και τότε, συνήθως χωρίς να το καταλάβουμε, ο «μεσημβρινός δαίμων» υποχωρεί, διότι βρήκε έναν άνθρωπο που δεν διαπραγματεύεται με τον λογισμό, αλλά πράττει.