Η λέξη αποστασία συχνά χρησιμοποιείται σήμερα με ευρύτητα, άλλοτε για να περιγράψει κάθε μορφή αμφισβήτησης και άλλοτε ως βαρύς χαρακτηρισμός. Η εκκλησιαστική παράδοση ωστόσο έχει ακριβή γλώσσα: διακρίνει την αποστασία από την αίρεση και το σχίσμα, και αντιμετωπίζει τους πεπτωκότες όχι με απόρριψη, αλλά με σταδιακή και διαβαθμισμένη οδό μετανοίας. Αυτήν την παράδοση εξετάζει το παρόν άρθρο.
Ο όρος στην Αγία Γραφή
Στην Καινή Διαθήκη το ρήμα ἀφίστημι και το ουσιαστικό ἀποστασία δηλώνουν την ολική απομάκρυνση. Ο απόστολος Παύλος γράφει στη Β΄ Θεσσαλονικείς ότι «ἡ ἀποστασία πρῶτον» θα προηγηθεί της ημέρας του Κυρίου. Στην Α΄ Τιμόθεο προειδοποιεί ότι «ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως». Η προς Εβραίους μιλά για τον κίνδυνο «ἐν τῷ ἀποστῆναι ἀπὸ Θεοῦ ζῶντος». Στις Πράξεις αναφέρεται ότι οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τον Παύλο ότι διδάσκει την αποστασία από τον Μωυσή. Η Παλαιά Διαθήκη δείχνει ότι η έννοια δεν είναι νεοδιαθηκικό εφεύρημα: στον Ιησού του Ναυή, η φράση «εἰ ἐν ἀποστασίᾳ ἐπλημμελήσαμεν» δηλώνει τη σοβαρή απομάκρυνση από τον Θεό· στο Β΄ Παραλειπομένων ο Άχαζ χαρακτηρίζεται «ἐν τῇ ἀποστασίᾳ αὐτοῦ», ενώ η Λοβνά αποστατεί από τον Ιωράμ επειδή εκείνος «ἐγκατέλιπε Κύριον». Έτσι η σύνδεση θρησκευτικής και κοινωνικής αποστασίας έχει ήδη παλαιοδιαθηκικές ρίζες.
Αποστασία, αίρεση, σχίσμα
Η αποστασία είναι η ολική εγκατάλειψη της πίστεως. Η αίρεση είναι η εσφαλμένη διδασκαλία, η επιμονή σε μια μερική ή παραποιημένη αλήθεια. Το σχίσμα είναι η ρήξη εκκλησιαστικής πειθαρχίας και κοινωνίας, χωρίς απαραίτητα διαφορά πίστεως. Οι τρεις έννοιες δεν ταυτίζονται ούτε είναι εντελώς ανεξάρτητες. Στην ιστορία συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο: ένας αιρετικός μπορεί να οδηγηθεί σε σχίσμα και τελικά σε πλήρη αποστασία, ενώ ένας σχισματικός μπορεί να διατηρήσει ορθή πίστη. Η Εκκλησία διακρίνει για να θεραπεύσει ακριβώς.
Η ποιμαντική των πεπτωκότων στους διωγμούς
Οι διωγμοί έθεσαν το ερώτημα τι γίνεται με εκείνους που αρνήθηκαν την πίστη υπό πίεση. Ο Κυπριανός Καρθαγένης στο έργο του De Lapsis διέκρινε τρεις κατηγορίες: τους sacrificati που θυσίασαν στα είδωλα, τους thurificati που θυμίασαν, και τους libellatici που εξασφάλισαν πλαστό πιστοποιητικό χωρίς να θυσιάσουν. Η Εκκλησία δεν τους απέρριψε συλλήβδην, αλλά καθόρισε διαβαθμισμένη μετάνοια. Η Σύνοδος της Αγκύρας (314) στους πρώτους εννέα κανόνες ρυθμίζει την επάνοδο κληρικών και λαϊκών που θυσίασαν, λαμβάνοντας υπόψη αν ενήργησαν με βία, προθυμία, υποτροπή ή αν εξανάγκασαν και άλλους. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια, 325) με τους κανόνες 11 έως 13 προβλέπει διαβαθμισμένη ελεημοσύνη για όσους αποστάτησαν αναγκαστικά επί Λικινίου· ο 12ος κανόνας αφορά όσους στρατεύτηκαν εκ νέου στον Λικίνιο. Ο Πέτρος Αλεξανδρείας είχε ήδη εκδώσει περίπου 14 κανόνες κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού (306), οι οποίοι επικυρώθηκαν από την Πενθέκτη Σύνοδο (692). Ο Μέγας Βασίλειος στις επιστολές 188, 199 και 217 προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου διακρίνει την άρνηση κάτω από βασανιστήρια από την εκούσια αποστασία, προβλέποντας ανάλογη ποιμαντική αντιμετώπιση. Η επιστροφή δεν ήταν δυαδική: οι μετανοούντες περνούσαν από τις τάξεις των ακροωμένων, των υποπιπτόντων, των συνισταμένων, ώσπου να φτάσουν στην πλήρη κοινωνία.
Ο ριγορισμός ως αντίθετος κίνδυνος
Η ποιμαντική αυτή συνάντησε αντιδράσεις. Στη Ρώμη το 251 ο Νοβατιανός αντιπαρατέθηκε στον επίσκοπο Κορνήλιο επειδή αρνιόταν οποιαδήποτε επανένταξη των πεπτωκότων. Το νοβατιανό σχίσμα καταδικάστηκε ως αιρετικός ριγορισμός. Αργότερα, στη Βόρεια Αφρική (4ος έως 7ος αιώνας), η δονατιστική κρίση περιστράφηκε γύρω από τους traditores, όσους παρέδωσαν τις Γραφές κατά τους διωγμούς, και την εγκυρότητα της χειροτονίας του Καικιλιανού Καρθαγένης. Οι Δονατιστές αρνούνταν την ισχύ των μυστηρίων από τέτοιους κληρικούς. Η Εκκλησία απέρριψε αυτή τη στάση, γιατί η άρνηση της επανεντάξεως αρνείται εμμέσως τη δυνατότητα μετανοίας. Ο ριγορισμός καταδικάστηκε ως ισοδύναμος κίνδυνος με την ίδια την αποστασία, καθώς ακυρώνει τη σωτηριώδη χάρη της μετάνοιας.
Η αποστασία σήμερα: μια νηφάλια ποιμαντική προσέγγιση
Στην εποχή μας η αποστασία παίρνει συχνά τη μορφή σιωπηλής εκκοσμίκευσης: άνθρωποι απομακρύνονται σταδιακά από την πίστη χωρίς δραματική άρνηση. Αυτό δεν πρέπει να περιγράφεται με αποκαλυπτικό ή καταστροφολογικό τόνο, αλλά ως ποιμαντική πρόκληση. Η Εκκλησία δεν έκλεισε ποτέ την πόρτα σε κανέναν. Το Νέον Μαρτυρολόγιον του Νικοδήμου Αγιορείτη και του Μακαρίου Νοταρά (Βενετία 1799) καταγράφει 87 νεομάρτυρες των ετών 1330-1796, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν πρώην εξωμότες που επέστρεψαν και μαρτύρησαν. Ο αριθμός αυτός είναι ενδεικτικός, καθώς ποικίλλει ανά πηγή, αλλά αποδεικνύει έμπρακτα ότι η αποστασία είναι αναστρέψιμη έως τον θάνατο. Το ίδιο ισχύει σήμερα: όποιος, ανεξαρτήτως αιτίας, απομακρύνθηκε από την πίστη, μπορεί να επιστρέψει μέσω της μετανοίας, με τη διακριτική καθοδήγηση πνευματικού. Η Εκκλησία δεν τον αντιμετωπίζει ως ξένο, αλλά ως αδελφό που αναζητά τον δρόμο του.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Η αποστασία είναι βαρύ τραύμα, αλλά όχι αμετάκλητο. Η Γραφή την περιγράφει ως ολική απομάκρυνση από τον Θεό· η παράδοση την διακρίνει από την αίρεση και το σχίσμα· η ιστορία δείχνει ότι η Εκκλησία προτίμησε πάντοτε τη θεραπευτική οδό της διαβαθμισμένης μετανοίας από την ψυχρή απόρριψη. Ούτε ο χαλαρός συμβιβασμός ούτε ο άκαμπτος ριγορισμός εκφράζουν το ευαγγέλιο. Η οδός της Εκκλησίας είναι η μετάνοια, που ανοίγεται στον καθένα έως την τελευταία ώρα.