Λίγες έννοιες της ορθόδοξης ασκητικής φαίνονται τόσο παράδοξες στον σύγχρονο αναγνώστη όσο το χαροποιό πένθος. Πώς μπορεί η λύπη να είναι χαρά; Πώς μπορούν τα δάκρυα να ονομάζονται χάρισμα; Στους πατέρες όμως η παραδοξότητα αυτή δεν είναι αντίφαση. Περιγράφει μία από τις πιο χαρακτηριστικές καταστάσεις της μετανοίας.
Δύο είδη λύπης
Ο απόστολος Παύλος, στη Β´ Κορινθίους, διακρίνει τη λύπη του κόσμου από τη λύπη κατά Θεόν. Η πρώτη οδηγεί στην απελπισία. Η δεύτερη γεννά αμετάκλητη μετάνοια. Οι ασκητικοί πατέρες πάτησαν επάνω σε αυτή τη διάκριση και την ανέπτυξαν. Η λύπη που έρχεται από τη συνείδηση των αμαρτιών, όταν συνδυάζεται με την εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού, δεν βυθίζει τον άνθρωπο. Τον ελαφραίνει.
Η λύπη του κόσμου γυρίζει την ψυχή στον εαυτό της. Η λύπη κατά Θεόν τη γυρίζει στον Χριστό. Η πρώτη κλείνει. Η δεύτερη ανοίγει.
Το χάρισμα των δακρύων
Στη Φιλοκαλία τα δάκρυα της μετανοίας περιγράφονται ως δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι συγκινησιακή έκρηξη ούτε ψυχολογική εκτόνωση. Πηγάζουν όταν η καρδιά αγγιχτεί από τη συναίσθηση του ελέους. Ο πιστός βλέπει ταυτόχρονα τη βαρύτητα της αμαρτίας του και τη μεγαλοσύνη της αγάπης του Θεού. Τα δύο μαζί λιώνουν τη σκληρότητα της καρδιάς.
Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος δίδαξε ότι όποιος δεν έχει γευθεί κατάνυξη και δάκρυα, δεν έχει αρχίσει να ζει την αληθινή χριστιανική ζωή. Δεν εννοούσε δάκρυα επιδείξεως. Εννοούσε εκείνη τη βαθιά συγκίνηση όπου η ψυχή καταλαβαίνει ότι αγαπήθηκε χωρίς να το αξίζει.
Η χαρά μέσα στη λύπη
Από αυτή τη συνάντηση γεννιέται η χαρμολύπη. Η ψυχή λυπάται διότι έχει αμαρτήσει, και ταυτόχρονα χαίρεται διότι έχει συγχωρεθεί. Δεν εναλλάσσει τα δύο. Τα ζει μαζί. Αυτή η ταυτόχρονη παρουσία είναι το χαροποιό πένθος.
Δεν πρόκειται για περιστασιακή εμπειρία. Στους πατέρες είναι μόνιμη στάση ζωής. Όσο ο άνθρωπος προχωρεί, τόσο πιο διακριτικός γίνεται απέναντι στις δικές του ελλείψεις, αλλά και τόσο πιο σταθερή γίνεται η εμπιστοσύνη του στο έλεος. Έτσι το πένθος δεν παραλύει. Παροτρύνει. Δεν συντρίβει. Καθαρίζει.