Η απάθεια είναι ένας από τους κεντρικούς όρους της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης και ταυτόχρονα ένας από τους πιο παρανοημένους. Στα νεοελληνικά η λέξη υπαινίσσεται αδιαφορία ή ψυχρότητα. Στους πατέρες σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: μια καρδιά που έχει ελευθερωθεί από τη βία των παθών και μπορεί πλέον να αγαπά καθαρά.

Τι δεν είναι η απάθεια

Δεν πρόκειται για στωική αυτάρκεια ούτε για απαθή αποστασιοποίηση από τον κόσμο. Ο ορθόδοξος ασκητής δεν επιδιώκει να σβήσει τη συναισθηματική του ζωή. Επιδιώκει να την προσφέρει στον Χριστό, ώστε αυτή να μεταμορφωθεί. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής περιγράφει την απάθεια ως ειρηνική κατάσταση της ψυχής, στην οποία η αρετή έχει γίνει δεύτερη φύση.

Ο Ευάγριος, στον οποίο πρωτοδιαμορφώθηκε ο όρος, την ορίζει ως την υγεία της ψυχής. Όπως η υγεία του σώματος δεν είναι απουσία αισθήσεων αλλά ισορροπία τους, έτσι και η απάθεια είναι ισορροπία και τάξη των δυνάμεων της ψυχής.

Καρπός, όχι κατόρθωμα

Η απάθεια δεν αποκτάται με τη βία της θελήσεως. Είναι καρπός της χάριτος του Πνεύματος επί μιας ψυχής που έχει αγωνιστεί έντιμα, με νηστεία, προσευχή, εγκράτεια και υπακοή. Οι πατέρες προειδοποιούν ότι όποιος νομίζει ότι την κατέκτησε δεν την έχει. Αυτή έρχεται με ταπείνωση και διατηρείται με ταπείνωση.

Στη Φιλοκαλία η απάθεια συνδέεται στενά με την αγάπη. Δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το έδαφος επάνω στο οποίο μπορεί να ριζώσει ανόθευτη η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Όπου υπάρχει εμπαθής σχέση, εκεί νοθεύεται και η αγάπη. Όταν η καρδιά καθαρθεί, η αγάπη γίνεται ασφαλής, σταθερή και χωρίς ιδιοτέλεια.

Πορεία, όχι κατάσταση

Στην ορθόδοξη παράδοση η απάθεια θεωρείται περισσότερο πορεία παρά μόνιμη κατάσταση αυτής της ζωής. Έχει βαθμίδες. Υπάρχει η αρχομένη απάθεια όπου ο άνθρωπος αντιστέκεται στους λογισμούς, και η τελειότερη όπου οι ίδιοι οι λογισμοί δεν ταράσσουν πλέον την καρδιά. Καμία βαθμίδα δεν είναι παγιωμένη. Η εγρήγορση παραμένει αναγκαία ως το τέλος.