Στην παραδοσιακή απαρίθμηση των αρετών, η διάκριση κατέχει μια ξεχωριστή θέση. Δεν είναι μία αρετή ανάμεσα στις άλλες. Είναι εκείνη που τις συνέχει, τις μετρά και τις φέρει σε σωστή τάξη. Οι πατέρες την ονομάζουν βασιλίδα των αρετών, διότι χωρίς αυτήν και η νηστεία και η αγρυπνία και η ελεημοσύνη μπορούν να μετατραπούν σε εργαλεία εγωισμού.
Τι είναι η διάκριση
Η ορθόδοξη παράδοση δεν την ταυτίζει με την κοινή ευφυΐα ή την οξύνοια. Πρόκειται για ένα χάρισμα του Πνεύματος που επιτρέπει στον άνθρωπο να βλέπει τα πράγματα όπως είναι: να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, και ακόμη πιο λεπτά, το καλό από το φαινομενικά καλό που κρύβει ένα κακό ελατήριο.
Στους ασκητικούς πατέρες η διάκριση συνδέεται με την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς την προέλευση των λογισμών. Άλλοι έρχονται από τη φύση, άλλοι από τους δαίμονες, άλλοι από τη χάρη του Θεού. Η ταυτοποίηση αυτή απαιτεί νηπτικό αυτί, και κατ’ εξοχήν το αποκτά κανείς υπό καθοδήγηση πνευματικού πατρός.
Το μέτρο της αρετής
Η διάκριση εφαρμόζεται πρώτιστα στο μέτρο. Νηστεία υπερβολική μπορεί να αναστείλει την προσευχή. Άσκηση χωρίς ανάπαυση μπορεί να εξάψει την υπερηφάνεια. Ελεημοσύνη χωρίς διάκριση μπορεί να φέρει επίδειξη.
Ο Αββάς Αντώνιος, σύμφωνα με τα Αποφθέγματα, παρατηρεί ότι ο άνθρωπος χωρίς διάκριση εκτρέπεται είτε δεξιά είτε αριστερά. Ή πέφτει στη ραθυμία ή σε υπερβολική σκληραγωγία. Και τα δύο τραυματίζουν την ψυχή. Η μέση οδός δεν είναι ηθική σύμβαση. Είναι αληθινός πνευματικός νόμος.
Καρπός της ταπεινοφροσύνης
Στη Φιλοκαλία η διάκριση παρουσιάζεται ως καρπός της ταπεινώσεως. Επειδή ο διακριτικός γνωρίζει τα όριά του, ζητά συμβουλή και δεν στηρίζεται στον ίδιο του τον λογισμό. Έτσι σιγά σιγά ο νους καθαρίζεται και αρχίζει να βλέπει με βάθος.
Η διάκριση δεν είναι κτήμα κάποιων. Είναι δωρεά που χορηγείται σε όσους εκζητούν με ειλικρίνεια το θέλημα του Θεού. Ο πιστός που ζητά διάκριση και την ασκεί κάθε μέρα στις μικρές αποφάσεις του, βαθμιαία βλέπει με μεγαλύτερη ευκρίνεια.