Η εικονομαχία υπήρξε η μεγαλύτερη εσωτερική κρίση της βυζαντινής Εκκλησίας — μια σύγκρουση που κράτησε πάνω από έναν αιώνα και δεν αφορούσε απλώς το αν επιτρέπονται οι εικόνες, αλλά αυτό τούτο το νόημα της Σαρκώσεως. Πίσω από το ερώτημα «μπορούμε να εικονίσουμε τον Χριστό;» κρυβόταν ένα βαθύτερο: «έγινε αληθινά, ορατός και περιγραπτός άνθρωπος ο Θεός;». Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν αντιμετώπισε την εικονομαχία ως ζήτημα αισθητικής ή ευλαβείας, αλλά ως χριστολογική αίρεση.

Το πρώτο κύμα (726–787)

Το 726 ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος διέταξε την καθαίρεση της εικόνας του Χριστού από την Χαλκή Πύλη των ανακτόρων και εξαπέλυσε συστηματικό διωγμό. Ο διωγμός κορυφώθηκε επί του υιού του, Κωνσταντίνου Ε΄, ο οποίος συγκάλεσε την ψευδοσύνοδο της Ιερείας (754) που καταδίκασε την εικονοτιμία. Πλήγμα δέχθηκε ιδίως ο μοναχισμός, που στάθηκε η ψυχή της αντιστάσεως· ανάμεσα στους μάρτυρες ξεχωρίζει ο όσιος Στέφανος ο Νέος (†765).

Οι εικονομάχοι στηρίζονταν σε τρία επιχειρήματα: στη δεύτερη εντολή του Δεκαλόγου, που απαγορεύει τα «γλυπτά»· στο ότι η θεία φύση είναι απερίγραπτη και άρα κάθε εικόνα είτε «περιγράφει» αδύνατα τη θεότητα είτε χωρίζει τις δύο φύσεις του Χριστού· και στο ότι η μόνη γνήσια «εικόνα» του Κυρίου είναι η Θεία Ευχαριστία. Την απάντηση έδωσε, ήδη από το πρώτο κύμα, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος —ζώντας έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας, υπό αραβική κυριαρχία— μπορούσε να γράφει ελεύθερα όταν οι εντός εδιώκοντο. Η κρίση έκλεισε προσωρινά με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 787), που αποκατέστησε την τιμητική προσκύνηση των εικόνων.

Το δεύτερο κύμα (815–843)

Η ειρήνη δεν κράτησε. Το 815 ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος αναζωπύρωσε τον διωγμό, που συνεχίστηκε επί Μιχαήλ Β΄ και Θεοφίλου. Τώρα όμως η εικονομαχία βρήκε ωριμότερους αντιπάλους: τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Νικηφόρο, που καθαιρέθηκε και εξορίστηκε, και κυρίως τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Ο Στουδίτης όξυνε το θεολογικό επιχείρημα: η εικόνα δεν αποτυπώνει τη φύση (που είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους) αλλά την υπόσταση — το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφού λοιπόν ο Χριστός είναι αληθινή ανθρώπινη υπόσταση, είναι κατ’ ανάγκην και περιγραπτός· η άρνηση της εικόνας του ισοδυναμεί με άρνηση της πραγματικότητας της ενανθρωπήσεως.

Η Αναστήλωσις των εικόνων (843)

Η οριστική νίκη ήρθε το 843, επί της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, του ανηλίκου υιού της Μιχαήλ Γ΄ και του Πατριάρχη αγίου Μεθοδίου. Η «Αναστήλωσις των Εικόνων» εορτάστηκε την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και καθιερώθηκε έκτοτε ως Κυριακή της Ορθοδοξίας — όχι μόνο θρίαμβος των εικόνων, αλλά εορτή της ορθής πίστεως απέναντι σε κάθε αίρεση.

Η θεολογική κατάκτηση

Η εικονομαχία, σαν κάθε αίρεση, ωφέλησε τελικά την Εκκλησία: την ανάγκασε να διατυπώσει με ακρίβεια τη θεολογία της εικόνας. Η εικόνα δικαιώθηκε ως ομολογία της Σαρκώσεως: ό,τι κηρύσσει ο λόγος δι’ ακοής, το φανερώνει η εικόνα δι’ όψεως. Και η τιμή που της αποδίδεται δεν είναι λατρεία — αυτή ανήκει μόνο στον Θεό— αλλά τιμητική προσκύνηση που, κατά τον Μέγα Βασίλειο, «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει».

Σχετικά: Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο θεολόγος της εικόνας · το πρωτότυπο κείμενο «Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας» · η Στουδιτική παράδοση.