Η ορθόδοξη εικόνα δεν είναι ζωγραφικό έργο όπως νοείται στη δυτική παράδοση. Είναι θεολογία σε χρώματα, και γι’ αυτό υπακούει σε συγκεκριμένο κανόνα που διαμορφώθηκε στους αιώνες μετά τη νίκη της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) επί της εικονομαχίας.
Πιστή ομοίωση, όχι ρεαλισμός
Ο εικονογράφος δεν ζωγραφίζει ό,τι βλέπει με τα φυσικά μάτια. Δεν δημιουργεί πρωτότυπη εικαστική ερμηνεία. Επιδιώκει να αποδώσει το πρόσωπο όπως παραδίδεται από την παράδοση — γι’ αυτό υπάρχουν τα «ανθίβολα», οι παραδομένοι τύποι κάθε αγίου. Η ταυτότητα του εικονιζομένου εξασφαλίζεται μέσω της σταθερότητας αυτής.
Αντίστροφη προοπτική
Σε αντίθεση με τη δυτική προοπτική που φέρνει το βλέμμα του θεατή στο εσωτερικό του πίνακα, η ορθόδοξη εικόνα χρησιμοποιεί την «αντίστροφη προοπτική» — γραμμές που συγκλίνουν προς τον θεατή. Έτσι ο πιστός δεν είναι παρατηρητής ενός κλειστού κόσμου· είναι ο ίδιος υπό την παρατήρηση του εικονιζομένου.
Ο φωτισμός
Στην ορθόδοξη εικόνα δεν υπάρχει εξωτερική πηγή φωτός που δημιουργεί σκιές. Το φως ακτινοβολεί από μέσα — από τα πρόσωπα και τα σώματα — γιατί συμβολίζει το άκτιστο φως που πληροί τους θεουμένους. Γι’ αυτό απουσιάζουν οι έντονες σκιές και οι νυχτερινές σκηνές.
Τα γραπτά γράμματα
Κάθε εικόνα φέρει επιγραφή. Χωρίς το όνομα του εικονιζομένου, η εικόνα είναι ατελής — δεν αρκούν τα χαρακτηριστικά. Η επιγραφή πιστοποιεί ότι η εικόνα αναπαριστά συγκεκριμένο πρόσωπο και επιτρέπει την προσκύνηση να φτάσει στο πρωτότυπο.
Ο κανόνας λοιπόν δεν είναι περιορισμός της δημιουργικότητας· είναι όρος αληθείας.