Στο πρώτο βιβλίο της Γενέσεως διαβάζουμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Η ορθόδοξη παράδοση είδε στη διπλή αυτή έκφραση δύο διαφορετικές αλλά συνδεδεμένες πραγματικότητες: την εικόνα, που δίνεται εξαρχής με τη δημιουργία, και την ομοίωση, που κατακτάται μέσα από τη συνεργασία ανθρώπου και Θεού.
Η εικόνα ως δωρεά
Κάθε άνθρωπος, πιστός ή άπιστος, δίκαιος ή αμαρτωλός, φέρει την εικόνα του Θεού. Είναι η οντολογική του δομή, αυτό που τον κάνει άνθρωπο. Η εικόνα περιλαμβάνει το λογικό, την ελευθερία, τη δυνατότητα να αγαπά, να δημιουργεί, να αναγνωρίζει το αληθινό και το καλό. Ο Γρηγόριος ο Νύσσης αναπτύσσει διεξοδικά αυτή τη θέση στο έργο του «Περί κατασκευής του ανθρώπου».
Η εικόνα δεν χάνεται με την αμαρτία. Αμαυρώνεται, σκοτίζεται, παραμορφώνεται, αλλά παραμένει. Ακόμη και ο πιο διεφθαρμένος άνθρωπος δεν παύει να είναι άνθρωπος, δεν παύει να φέρει την εικόνα. Αυτό είναι θεμελιώδες για την ορθόδοξη ανθρωπολογία: η αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν εξαρτάται από την ηθική κατάστασή του.
Η ομοίωση ως κατάκτηση
Η ομοίωση όμως είναι κάτι άλλο. Είναι η ενεργοποίηση της εικόνας σε ζωή χάριτος. Ο άνθρωπος δεν γεννιέται όμοιος του Θεού, γίνεται. Η ομοίωση απαιτεί ελεύθερη συμμετοχή, καλλιέργεια αρετής, κάθαρση των παθών, συνεργία με τη χάρη. Έτσι, η ομοίωση συνδέεται στενά με τη θέωση.
Στους Πατέρες, και ιδιαιτέρως στον Μάξιμο τον Ομολογητή, η σχέση εικόνας-ομοιώσεως αποτυπώνει τη δυναμική της ανθρώπινης υπάρξεως: ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμο προϊόν, αλλά προορίζεται για ένα τέλος που απαιτεί τη συγκατάθεσή του.
Ο Χριστός ως αρχέτυπη εικόνα
Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκπληρώνεται στον Χριστό. Ο Χριστός είναι η τέλεια εικόνα του Πατρός — και ταυτόχρονα ο τέλειος άνθρωπος. Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Χριστό, βλέπει τι σημαίνει να είναι αληθινά άνθρωπος. Η ομοίωση συνεπώς δεν είναι αφηρημένη ηθική, αλλά Χριστοκεντρική: γίνομαι όμοιος του Θεού στον βαθμό που γίνομαι όμοιος του Χριστού.