Η αγιότητα στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι διοικητική απόφαση. Δεν παράγεται από μια κεντρική αρχή που εξετάζει φακέλους και αποφαίνεται αρμοδίως. Δεν είναι μια διαδικασία «κανονικοποιήσεως» όπως αυτή ανέπτυξε στους τελευταίους αιώνες η ρωμαιοκαθολική παράδοση. Είναι πρωτίστως οντολογική κατάσταση: μετοχή στη ζωή του ίδιου του Θεού.
Η ρίζα: ο Θεός είναι άγιος
Στη βιβλική γλώσσα η αγιότητα ανήκει πρώτα στον Θεό. «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ», ψάλλουν τα σεραφείμ στο όραμα του Ησαΐα. Ο Θεός είναι άγιος όχι με μια ηθική έννοια, αλλά με την έννοια ότι είναι απόλυτα άλλος, απρόσιτος, υπερβατικός. Η αγιότητα του Θεού είναι η ίδια η θεότητά του.
Όταν λοιπόν λέμε ότι ένας άνθρωπος είναι άγιος, δεν εννοούμε πρώτιστα ότι ήταν εξαιρετικά καλός ή ηθικός. Εννοούμε ότι μετείχε αληθινά στη ζωή του Θεού, ότι το άκτιστο φως πέρασε μέσα του και τον μεταμόρφωσε.
Η αναγνώριση από την Εκκλησία
Η Εκκλησία δεν «κάνει» κανέναν άγιο. Ο Θεός αγιάζει, η Εκκλησία αναγνωρίζει. Στην πρώιμη Εκκλησία, η αναγνώριση ενός μάρτυρα ή ενός ομολογητή ως αγίου γινόταν αυθόρμητα, μέσα από τη συνείδηση της τοπικής κοινότητας: άρχιζαν να τον τιμούν, να καταγράφουν τη μνήμη του, να συνάγονται στον τόπο της ταφής του.
Σταδιακά αυτή η διαδικασία απέκτησε πιο τυπικά γνωρίσματα — επίσημη καταχώρηση στο μηνολόγιο, σύνταξη ακολουθίας, διακήρυξη από τον επίσκοπο ή τη σύνοδο. Όμως ποτέ δεν έγινε δικαστική διαδικασία. Δεν υπάρχουν ορθόδοξοι «δικηγόροι του διαβόλου». Η Εκκλησία απλώς διαπιστώνει αυτό που η συνείδησή της ήδη γνωρίζει.
Σημεία αγιότητας
Στην ορθόδοξη παράδοση, ορισμένα σημεία θεωρούνται ενδεικτικά αγιότητας: ο τρόπος ζωής σύμφωνος με το Ευαγγέλιο, η μετοχή στη λειτουργική ζωή, η ορθή πίστη, η ταπείνωση, ενίοτε το χάρισμα της διακρίσεως ή των θαυμάτων, και — όταν το επιτρέπει ο Θεός — η ευωδία και η αφθαρσία των λειψάνων.
Όμως κανένα από αυτά τα σημεία δεν είναι μηχανικό κριτήριο. Η αγιότητα δεν αποδεικνύεται με θαύματα ως «πιστοποιητικά». Φανερώνεται μέσα από τη ζωντανή σχέση της Εκκλησίας με τον άγιο, στη λειτουργία και στην προσευχή. Έτσι, ο τιμώμενος άγιος συνεχίζει να ζει στο σώμα της Εκκλησίας ως πραγματικός παρών.