Η λογολογία, δηλαδή η θεολογία περί του Λόγου του Θεού, αποτελεί έναν από τους πιο πλούσιους άξονες της ορθόδοξης παραδόσεως. Ο όρος «Λόγος» στο τέταρτο Ευαγγέλιο δεν δηλώνει απλώς λόγια ή έκφραση, αλλά πρόσωπο: τον δεύτερο της Αγίας Τριάδος, τον Υιό και Λόγο του Θεού, τον δι’ ου τα πάντα εγένετο.

Από τον ευαγγελιστή στους Πατέρες

Ο Ιωάννης ανοίγει το Ευαγγέλιό του διακηρύσσοντας ότι ο Λόγος ήταν εν αρχή, ότι ήταν προς τον Θεόν και ότι ήταν Θεός. Η διατύπωση αυτή έγινε ο πυρήνας της χριστολογικής σκέψεως όλων των μετέπειτα αιώνων. Οι απολογητές του 2ου αιώνα — Ιουστίνος, Αθηναγόρας, Θεόφιλος — ανέπτυξαν τη θεολογία του Λόγου σε διάλογο με την ελληνική φιλοσοφία, διατηρώντας πάντοτε το πρωτείο της αποκαλύψεως έναντι του στοχασμού.

Με τους Καππαδόκες και ιδιαιτέρως τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, η λογολογία αποκτά την τριαδολογική της ακρίβεια: ο Λόγος γεννάται αχρόνως από τον Πατέρα και είναι ομοούσιος μ’ αυτόν. Δεν είναι κατώτερη υπόσταση, δεν είναι όργανο δημιουργίας, αλλά αληθινός Θεός εκ Θεού αληθινού.

Η κοσμολογική διάσταση

Στον Μάξιμο τον Ομολογητή η λογολογία αποκτά εξαιρετική κοσμολογική και ανθρωπολογική εμβέλεια. Όλα τα όντα έχουν τους «λόγους» τους, που προαιωνίως υπάρχουν στον ένα Λόγο του Πατρός. Ο κόσμος έχει νόημα γιατί είναι ριζωμένος στον Λόγο. Η ανθρώπινη γνώση των πραγμάτων δεν εξαντλείται στην επιφάνεια, αλλά αναζητά τον λόγο που τα συγκροτεί και τα συντηρεί.

Λόγος και ενανθρώπηση

Η λογολογία κορυφώνεται στην ενανθρώπηση. Ο Λόγος που εξήλθε από τον Πατέρα σαρκώνεται, ζει ανθρωπίνως, σταυρώνεται και ανίσταται. Έτσι, η ορθόδοξη παράδοση δεν δέχεται έναν αφηρημένο, άσαρκο Λόγο. Ο Λόγος που γνωρίζουμε είναι ο σαρκωθείς Χριστός, αυτός που έπλασε τον άνθρωπο και τώρα τον ανακαινίζει στην ίδια του τη σάρκα.