Η διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς άξονες της ορθόδοξης δογματικής. Η ουσία του Θεού μένει απρόσιτη και ακατάληπτη στο κτιστό· οι ενέργειές του όμως, άκτιστες και αυτές, φανερώνονται στην κτίση και κοινωνούνται στον άνθρωπο.
Το ζήτημα στον 14ο αιώνα
Η συστηματική διατύπωση της διάκρισης συνδέεται με τις παλαμικές συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον 14ο αιώνα και ιδιαιτέρως με τη θεολογική εργασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Απαντώντας στον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο Παλαμάς υπερασπίστηκε τη δυνατότητα γνώσεως του Θεού δια των άκτιστων ενεργειών του, χωρίς μετοχή στην ουσία του.
Η διάκριση δεν είναι κατάτμηση του Θεού. Δεν εισάγει σύνθεση ή υλικότητα στη θεία ζωή. Είναι μια πραγματική διάκριση εντός της μιας θεϊκής υπάρξεως, η οποία επιτρέπει να μιλάμε ταυτόχρονα για τον Θεό ως απρόσιτο και ως μεθεκτό.
Σωτηριολογικές συνέπειες
Η σπουδαιότητα της διάκρισης φαίνεται στο ζήτημα της θεώσεως. Αν δεν υπήρχαν άκτιστες ενέργειες, η μετοχή του ανθρώπου στη θεία ζωή θα ήταν είτε αδύνατη είτε θα σήμαινε μετοχή στην ίδια την ουσία του Θεού — δηλαδή θα παύαμε να είμαστε άνθρωποι. Η ορθόδοξη παράδοση κρατάει τη μέση οδό: ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν θεός μετέχοντας στις άκτιστες ενέργειες, όχι στην ουσία.
Έτσι, το άκτιστο φως του Θαβώρ, η χάρη των μυστηρίων, η αγιαστική παρουσία του Πνεύματος, όλα αυτά είναι ενέργειες αληθινά θείες, αληθινά άκτιστες και αληθινά μεταδιδόμενες.
Πατερική στήριξη
Η διάκριση δεν είναι παλαμική καινοτομία. Ο Παλαμάς συνοψίζει μια προγενέστερη παράδοση: τους Καππαδόκες με τη διάκριση «θεολογίας» και «οικονομίας», τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Στους Καππαδόκες ήδη βρίσκουμε τη θέση ότι γνωρίζουμε τον Θεό από τα έργα του και όχι από την ουσία του. Η συμβολή του Παλαμά είναι η ακριβέστερη ορολογική αποτύπωση μιας αρχαίας πεποιθήσεως της Εκκλησίας.