Η ώρα του θανάτου δεν είναι για την Εκκλησία ένα βιολογικό γεγονός ούτε ένα θέμα περιέργειας. Είναι η ώρα της εξόδου, κατά την οποία ο άνθρωπος παραδίδεται στον Θεό. Η Γραφή μιλά με μέτρο για ό,τι συμβαίνει τότε· η Εκκλησία δεν κατασκευάζει τοπογραφίες, αλλά προσεύχεται, προετοιμάζει και συνοδεύει τον πιστό με τα μυστήρια και την παρουσία της. Στις γραμμές που ακολουθούν εξετάζονται χωρία της Αγίας Γραφής και το μέτρο τους, οι άγγελοι ως συνοδοί κατά τον Λουκά, η Ακολουθία εις ψυχορραγούντα, ο ΙΓ΄ κανόνας της Νίκαιας, η πράξη της ενορίας, η μνήμη του θανάτου ως άσκηση και η νηφάλια στάση απέναντι σε ό,τι δεν αποκαλύφθηκε.
Η Γραφή: λίγα λόγια, μεγάλο μέτρο
Τα αγιογραφικά κείμενα που αναφέρονται στην ώρα του θανάτου είναι ελάχιστα και χαρακτηρίζονται από εγκράτεια. Στην παραβολή του πτωχού Λαζάρου διαβάζουμε: «ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχόν, καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ» (Λουκ. 16,22). Στον ληστή πάνω στον σταυρό ο Κύριος υπόσχεται: «Ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). Λίγο αργότερα ο ίδιος ο Ιησούς προσεύχεται: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν» (Λουκ. 23,46). Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος κράζει: «Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου. θεὶς δὲ τὰ γόνατα, ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ, Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη» (Πράξ. 7,59-60).
Οι σοφιολογικές και ψαλμικές ρήσεις δίνουν το ίδιο μέτρο: «καὶ ἐπιστρέψῃ ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν, ὡς ἦν, καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἔδωκεν αὐτό» (Ἐκκλ. 12,7)· «ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν» (Ψαλμ. 103,29)· «Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ. 3,1).
Από τα χωρία αυτά προκύπτει ότι η Γραφή μιλά για αγγέλους που μεταφέρουν τον πτωχό, για πνεύμα που επιστρέφει στον Θεό, για ψυχές δικαίων που βρίσκονται στο χέρι Του. Δεν δίνει τοπογραφία, δεν περιγράφει στάδια, και δεν ικανοποιεί την περιέργεια. Το μέτρο αυτό είναι διδακτικό: η Εκκλησία δεν κάνει εικασίες, αλλά κρατά ό,τι αποκαλύφθηκε και σιωπά μπροστά σε ό,τι δεν αποκαλύφθηκε.
Οι άγγελοι ως συνοδοί κατά τον Λουκά
Μέσα στα λιγοστά βιβλικά δεδομένα, η παρουσία των αγγέλων στην ώρα του θανάτου έχει ιδιαίτερη θέση. Στο Λουκ. 16,22 δεν λέγεται ότι ο θάνατος είναι απλώς ένα τέλος· λέγεται ότι ο πτωχός Λάζαρος «ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ». Οι άγγελοι εμφανίζονται ως συνοδοί και λειτουργοί του ανθρώπου στην έξοδό του. Η εικόνα αυτή δεν πρέπει να φορτωθεί με δογματικές λεπτομέρειες. Αλλά δείχνει ότι ο θάνατος, για τον δίκαιο, δεν είναι μοναξιά· είναι παράδοση σε χέρια που υπηρετούν τον Θεό. Στην ορθόδοξη αγγελολογία οι άγγελοι είναι λειτουργικά πνεύματα που δεν αντικαθιστούν τον Χριστό· δείχνουν, όμως, ότι η θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο ούτε την ύστατη ώρα. Η παράδοση της Εκκλησίας τιμά τους αγγέλους ως φύλακες και συνοδούς των ψυχών, χωρίς να τους δίνει ρόλο που ανήκει μόνο στον Θεό (βλ. Άγγελοι — αγγελολογία στην ορθόδοξη παράδοση).
Η Ακολουθία εις ψυχορραγούντα: τι ζητεί
Για την ώρα ακριβώς της εξόδου η Εκκλησία έχει ιδιαίτερη ακολουθία, που τυπώνεται στο Μικρὸν Εὐχολόγιον και παραδοσιακά αποδίδεται στον άγιο Ανδρέα Κρήτης. Η ακολουθία αυτή δεν περιγράφει τι συμβαίνει στον ουρανό ή στον αέρα. Ζητεί έλεος και ανάπαυση. Κυρίως δίνει φωνή στον ίδιο τον ετοιμοθάνατο. Ενδεικτικές φράσεις: «Λοιπὸν πρὸς τίνα βοήσω; Τίς μου κλαυθμὸν ἐξ ὀδύνης δέξεται;» και «Φῶς νοητὸν λάμψον ἐπ᾿ ἐμοί, ἴδω σε Χριστὲ κἂν πρὸς βραχύ». Οι φράσεις αυτές δεν είναι θεωρητική διδασκαλία· είναι προσευχή. Δείχνουν ότι την ώρα εκείνη ο άνθρωπος δεν μένει μόνος με τον φόβο του, αλλά η Εκκλησία τού δανείζει λόγια μετανοίας, πίστεως και ελπίδος. Η ακολουθία ζητεί φως, παρηγορία, άφεση και ειρηνική παράδοση της ψυχής. Δεν ζητεί να μάθουμε λεπτομέρειες, αλλά να βρεθεί ο άνθρωπος κάτω από το έλεος του Χριστού.
Ο ΙΓ΄ κανόνας της Νίκαιας: το έσχατο εφόδιον
Η μέριμνα της Εκκλησίας για τους ετοιμοθάνατους δεν είναι μεταγενέστερη· είναι αρχαία. Ο ΙΓ΄ κανὼν της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια, 325) ορίζει: «Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι». Η λέξη «ἐφόδιον» σημαίνει τα εφόδια του δρόμου· η Θεία Κοινωνία δίνεται ως εφόδιο για την έξοδο. Ο κανόνας μάλιστα επεκτείνει τη δυνατότητα αυτή και σε όσους βρίσκονται υπό επιτίμιο: κανένας ετοιμοθάνατος δεν στερείται την Κοινωνία. Αν ο ασθενής αναρρώσει, επανέρχεται στην τάξη των μετανοούντων, όπως όριζε η πράξη της εποχής. Το νόημα είναι σαφές: η Εκκλησία δεν αφήνει τον πιστό χωρίς το αναγκαιότατο εφόδιο, ακόμη κι αν η ζωή του ήταν ατελής. Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι η τροφή του δρόμου προς τον Θεό (βλ. Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια 325)).
Η πράξη της ενορίας σήμερα
Στην ποιμαντική πράξη της ενορίας, η προετοιμασία για τον θάνατο δεν είναι υπόθεση της τελευταίας στιγμής. Όσο υπάρχει καιρός, ο πιστός εξομολογείται· η εξομολόγηση δεν είναι τυπική διαδικασία αλλά μυστήριο μετανοίας που ελευθερώνει τη συνείδηση. Ακολουθεί η Θεία Κοινωνία, η οποία κατά τον ΙΓ΄ κανόνα είναι το έσχατο εφόδιον. Η Εκκλησία τελεί επίσης το Ευχέλαιο υπέρ του ασθενούς, όχι ως μαγική πράξη, αλλά ως μυστήριο ιάσεως ψυχής και σώματος, που εντάσσει τον ασθενή στην προσευχή της κοινότητας. Οι οικείοι παραμένουν κοντά, προσεύχονται και στηρίζουν τον ετοιμοθάνατο με την παρουσία τους.
Αντίθετα, υπάρχουν τρία πράγματα που δεν πρέπει να γίνονται. Πρώτον, δεν αποκρύπτεται η κατάσταση από τον ασθενή. Η αλήθεια, λεγόμενη με διάκριση και αγάπη, επιτρέπει στον άνθρωπο να προετοιμαστεί. Η απόκρυψη τον αφήνει αμέτοχο στα πιο κρίσιμα γεγονότα της ζωής του. Δεύτερον, ο ιερέας δεν καλείται την τελευταία στιγμή μόνο για τύπο. Καλείται για τον άνθρωπο, όσο εκείνος μπορεί ακόμη να μετέχει στα μυστήρια και στην προσευχή. Όταν καλείται μόνο για να «διαβάσει», η Εκκλησία μετατρέπεται σε υπηρεσία τυπικής εξυπηρέτησης και ο ασθενής χάνει τη δυνατότητα πραγματικής μετοχής. Τρίτον, ο ετοιμοθάνατος δεν μένει μόνος. Η μοναξιά την ώρα εκείνη δεν είναι μόνο ψυχολογικό βάρος· είναι αντίθετη προς το ήθος της Εκκλησίας, που συνοδεύει τον άνθρωπο με προσευχή, παρουσία και μυστηριακή ζωή.
Η μνήμη του θανάτου ως καθημερινή άσκηση
Η Εκκλησία δεν περιμένει την ώρα του θανάτου για να προετοιμάσει τον πιστό. Η προετοιμασία είναι καθημερινή άσκηση. Στην Κλίμακα, ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: «Μνήμη θανάτου ἐστὶ καθημερινὸς θάνατος, μνήμη δὲ ἐξόδου κάθωρος στεναγμός»· «Ὡς πασῶν τροφῶν ὁ ἄρτος ἀναγκαιότερος, οὕτως πασῶν ἐργασιῶν ἡ τοῦ θανάτου ἔννοια»· «Δόκιμος μέν, ὁ τοῦτον καθ᾿ ἡμέραν πάντως προσδεχόμενος· Ἅγιος δέ, ὁ τούτου καθ᾿ ὥραν ἐφιέμενος». Η μνήμη του θανάτου δεν είναι νοσηρή ενασχόληση με το τέλος, αλλά νήψη: ο άνθρωπος που θυμάται ότι θα πεθάνει μαθαίνει να ιεραρχεί τη ζωή του, να συγχωρεί, να μετανοεί έγκαιρα και να μην αναβάλλει το καλό.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, παρηγορώντας πενθούντες, έλεγε: «Ὁ ὕπνος τί εἶνε; Μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕπνος». Ο λόγος αυτός δεν είναι οδηγία προς τον ετοιμοθάνατο· είναι παρηγορία για όσους μένουν πίσω. Δείχνει όμως ότι ο θάνατος, μέσα στην πίστη, παίρνει το πρόσωπο του ύπνου, από τον οποίο ο Θεός μπορεί να ξυπνήσει. Τέλος, ο ληστής πάνω στον σταυρό δείχνει ότι και η τελευταία στιγμή δέχεται μετάνοια. Αυτό παρηγορεί· δεν δικαιολογεί την αναβολή, γιατί κανείς δεν γνωρίζει αν θα έχει τη δυνατότητα και τον χρόνο να στραφεί τότε προς τον Θεό.
Νηφάλια στάση για ό,τι δεν αποκαλύφθηκε
Η παράδοση της Εκκλησίας περιλαμβάνει ασκητικά και αγιολογικά κείμενα που μιλούν για στάδια και για τελώνια, και άλλα που προτιμούν τη σιωπή. Η συνετή ανάγνωση δεν τα κάνει δόγμα ούτε τα απορρίπτει με ελαφρότητα. Συνοδικός ορισμός για τον τελωνισμό των ψυχών δεν υπάρχει. Το θέμα έχει εξετασθεί σε χωριστό άρθρο, όπου ο αναγνώστης μπορεί να βρει τα κείμενα και τα όριά τους. Εδώ αρκεί να τονισθεί ότι η Εκκλησία δεν στηρίζει την ελπίδα της σε λεπτομέρειες που δεν αποκαλύφθηκαν, αλλά στην προσευχή της. Το μέτρο είναι η ακολουθία και η ευχή της Εκκλησίας, όχι η περιέργεια για περιγραφές. Οι λεγόμενες εμπειρίες επιθανάτιας κατάστασης δεν αποδεικνύουν δόγμα και δεν χρησιμοποιούνται από την Εκκλησία ως πηγή. Ο πιστός καλείται να κρατήσει ό,τι φανερώθηκε και να εμπιστευθεί ό,τι δεν φανερώθηκε στον Θεό, που γνωρίζει την έκβαση κάθε ψυχής. Η στάση αυτή είναι νηφάλια: ούτε να φοβηθεί κανείς από φαντασίες, ούτε να περιφρονήσει την παράδοση. Αρκεί η προσευχή της Εκκλησίας, που ζητεί έλεος και όχι γνώση των κρυφών.