Η εμπειρία της θλίψεως θέτει στον πιστό ένα οδυνηρό ερώτημα: γιατί συνέβη αυτό σε μένα; Η Εκκλησία δεν απαντά με μία μονοσήμαντη εξήγηση ούτε με μια μαγική συνταγή. Το φιλοσοφικό ερώτημα «πόθεν τὸ κακόν» και η ερμηνεία του βιβλίου του Ιώβ εξετάζονται σε άλλα άρθρα του ιστότοπου. Εδώ εστιάζουμε στο ποιμαντικό ζήτημα: πώς διακρίνουν οι Πατέρες τα αίτια των θλίψεων, τι καρπούς μπορεί να φέρει η δοκιμασία, και γιατί η Εκκλησία αποφεύγει να πει «ο Θεός σού το έστειλε». Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ο Κύριος ακυρώνει την αυτόματη εξίσωση «έπαθες, άρα αμάρτησες»: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ». Αυτή η φράση αποτελεί το κλειδί κάθε νηφάλιας διακρίσεως.
Το κλειδί της διακρίσεως: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ»
Οι μαθητές ρώτησαν ποιος αμάρτησε, ο εκ γενετής τυφλός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός. Ο Χριστός δεν αποδίδει την πάθηση σε προσωπική ή γονική αμαρτία, αλλά δηλώνει ότι η περίπτωση αυτή θα φανερώσει τα έργα του Θεού. Η απάντηση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε ασθένεια ή συμφορά έχει άμεσο θεϊκό σκοπό ούτε ότι η αμαρτία δεν έχει συνέπειες. Σημαίνει όμως ότι απαγορεύεται η βεβιασμένη σύνδεση ανάμεσα στο πάθημα και στην ενοχή, και ότι η θλίψη πρέπει να ερμηνεύεται με διάκριση και προσευχή, όχι με αφορισμούς. Η Γραφή δεν δίνει μία εξήγηση αλλά μια τυπολογία αιτίων: παιδαγωγία, δοκιμασία, συνέπεια της αμαρτίας, πειρασμός εκ του διαβόλου κατά παραχώρηση. Όχι πάντοτε τιμωρία.
Μια τυπολογία αιτίων, όχι μια συνταγή
Ο Μέγας Βασίλειος, στο έργο του «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», διακρίνει ανάμεσα στο κατ’ ουσίαν κακό, που είναι η αμαρτία, και στο κατ’ αίσθηση κακό, που είναι η οδύνη και η νόσος. Το πρώτο είναι πραγματική βλάβη της ψυχής· το δεύτερο, αν και επώδυνο, μπορεί να γίνει φάρμακο. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, στους Ασκητικούς του Λόγους (Λόγος ΜΣΤ΄), παρατηρεί ότι η θλίψη άλλοτε ξυπνά τον νου από την αμέλεια και άλλοτε σωφρονίζει την υπερηφάνεια. Δεν είναι δηλαδή πάντοτε τιμωρία, αλλά συχνά αφύπνιση ή θεραπεία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην επιστολή του από την Κουκουσό εν καιρώ εξορίας προς την Ολυμπιάδα, με τίτλο «Οὐδεὶς ἀδικεῖται εἰ μὴ παρ’ ἑαυτοῦ», υπενθυμίζει ότι η πραγματική βλάβη προέρχεται από την αμαρτία, όχι από τις εξωτερικές αντιξοότητες. Ο ίδιος Πατήρ, στους τρεις λόγους «Πρὸς Σταγείριον ἀσκητὴν δαιμονῶντα» (PG 47,423-493), που γράφηκαν για έναν νεαρό μοναχό σε βαθιά αθυμία, αναπτύσσει την παιδαγωγική σημασία της δοκιμασίας.
«Παραχώρησε», όχι «έστειλε»: η γλώσσα μετράει
Η Εκκλησία αποφεύγει τη διατύπωση «ο Θεός σού έστειλε την αρρώστια» ή «ο Θεός σού έστειλε αυτή τη συμφορά». Ο λόγος δεν είναι διπλωματικός αλλά θεολογικός: ο Θεός δεν είναι αίτιος των κακών. Ο Μέγας Βασίλειος το υπογραμμίζει ρητά· το κακό, ως αμαρτία, δεν έχει την πηγή του στον Θεό. Όταν λοιπόν μιλάμε για θλίψεις που επιτρέπονται, χρησιμοποιούμε το ρήμα «παραχώρησε» ή «επέτρεψε». Αυτή η γλώσσα διασώζει την αλήθεια ότι ο Θεός δεν θέλει το κακό, αλλά το ανέχεται με σκοπό την ωφέλεια. Ο απόστολος Παύλος μιλά για σκόλοπα τῇ σαρκί, που του εδόθη για να μη υπεραίρεται, και βεβαιώνει: «ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Ο πειρασμός προέρχεται από τον διάβολο, αλλά παραχωρείται με όριο και σκοπό. Η διάκριση αυτή δεν είναι λεκτική· είναι ο τρόπος που ο πιστός αντικρίζει τον Θεό ως Πατέρα και όχι ως τιμωρό.
Η παιδαγωγία ως σημείο υιότητος
Η προς Εβραίους επιστολή βεβαιώνει: «ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει». Η παιδεία του Θεού δεν είναι απόρριψη αλλά απόδειξη υιότητος· ο Θεός παιδαγωγεί τα παιδιά Του για να συμμετάσχουν στην αγιότητά Του. Ο απόστολος εξηγεί ότι κάθε παιδεία φαίνεται προς το παρόν λυπηρή, αλλά αργότερα αποδίδει καρπόν ειρήνης και δικαιοσύνης σε όσους έχουν γυμνασθεί μέσω αυτής. Η Σοφία Σειράχ προτρέπει να ετοιμάσουμε την ψυχή μας για πειρασμό, γιατί η πίστη δοκιμάζεται στη θλίψη. Ο ψαλμωδός ομολογεί ότι η θλίψη τον ωφέλησε, γιατί του δίδαξε τα δικαιώματα του Θεού (Ψαλμ. 118,71). Η παιδαγωγία, λοιπόν, δεν αποβλέπει στην εξόντωση αλλά στη διόρθωση, όχι στην εκδίκηση αλλά στην υιοθεσία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στον Σταγείριο, δεν δικαιολογεί θεωρητικά το κακό, αλλά δείχνει ότι η δοκιμασία μπορεί να γίνει σχολείο ταπεινώσεως και προσευχής.
Οι καρποί της δοκιμασίας: το κριτήριο της ωφέλειας
Ποιος είναι ο καρπός μιας θλίψεως; Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται», και η αλυσίδα συνεχίζεται: η υπομονή δοκιμήν, η δοκιμή ελπίδα. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος προτρέπει να θεωρούμε χαρά τους ποικίλους πειρασμούς, γιατί παράγουν υπομονή και οδηγούν στην τελειότητα. Ο Πέτρος παρομοιάζει τη δοκιμασία της πίστεως με χρυσάφι που δοκιμάζεται στη φωτιά. Οι Πατέρες, από την Κλίμακα του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου έως τις Ψυχωφελείς Διδασκαλίες του αββά Δωροθέου, επιμένουν ότι η θλίψη γίνεται ευκαιρία ταπεινώσεως, μνήμης θανάτου, προσευχής και συμπάθειας προς τους πάσχοντες. Το κριτήριο δεν είναι η ένταση του πόνου αλλά οι καρποί. Μια μικρή θλίψη μπορεί να οδηγήσει σε μετάνοια, ενώ μια μεγάλη μπορεί να σκληρύνει. Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν μετρά το πάθημα αλλά τη μεταμόρφωση που φέρνει με τη χάρη του Θεού.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια συμφορά, το πρώτο ερώτημα δεν είναι «γιατί σε μένα;» αλλά «τι θέλεις, Κύριε, να μου διδάξεις μέσα από αυτό;» Χωρίς να αποδίδουμε στον Θεό το κακό, εμπιστευόμαστε την πρόνοιά Του, που γνωρίζει να μεταποιεί ακόμη και τα οδυνηρά σε αγαθά. Η γλώσσα της Εκκλησίας, το «παραχώρησε», μας προφυλάσσει από τον θεολογικό σαδισμό και μας κρατά στην αλήθεια: ο Θεός είναι αγάπη, και τίποτε δεν επιτρέπει χωρίς σκοπό σωτηρίας. Στις θλίψεις, λοιπόν, δεν αναζητούμε ενόχους αλλά νόημα, όχι για να δικαιώσουμε το κακό, αλλά για να μάθουμε να ταπεινωνόμαστε, να προσευχόμαστε και να συμπάσχουμε. Αυτή είναι η ορθόδοξη απάντηση: όχι μια θεωρία, αλλά ένας δρόμος θεραπείας.